Συνέχεια από το προηγούμενο

Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε, κάπνισε και 5-6 τσιγάρα ακόμη γιατί είχε κίνηση στην Βουλιαγμένης, και τελικά αποφάσισε να τα αφήσει γιά αργότερα τα μαύρα μαντάτα.
Ομως δεν τα κατάφερε…

Ανεβαίνοντας με το ασανσέρ προσπάθησε να φορέσει το ωραίο το χαμόγελο, όμως δεν του βγήκε καλό. Κάπως πικραμένο έδειχνε, κάπως έμοιαζε με γκριμάτσα, Εκείνη το κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά…

– Τί έχεις γλυκέ μου…;

– Τίποτα, τίποτα, λίγο κουρασμένος είμαι…

Λίγο αργότερα, βλέποντάς τον στον καναπέ να ξεφυσσάει με το μπουκάλι το ουίσκυ δίπλα, το τσιγάρο στο χέρι, και την απελπισία στο πρόσωπο, βεβαιώθηκε…
Ηταν αποφασισμένη να μάθει.

– Οχι, θα μου πείς!

Εκείνος προσπάθησε πολύ, πάλεψε όσο μπορούσε, όμως ήταν μάταιο.  Κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στην επιμονή μιάς γυναίκας…  -αυτό πιά, το ξέρουν όλοι.
Τελικά της τα είπε όλα με το νί και με το σίγμα…

Θρήνος και οδυρμός στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι…

Ολο το υπόλοιπο βράδυ το πέρασαν αγκαλιασμένοι στον καναπέ συζητώντας  -η τηλεόραση ήταν κλειστή, ίσως γιά πρώτη φορά στην ζωή τους.
Το ραδιόφωνο, συντονισμένο στον Picra FM, έπαιζε το soundtrack αυτής της φρικτής νύχτας.
Εκείνος ξεφυσσούσε καπνίζοντας ασταμάτητα, ενώ η στάθμη στο μπουκάλι με το ουίσκυ κατέβαινε αμείλικτα.
Εκείνη αναστέναζε πικραμένα, πίνοντας λικέρ πικραμύγδαλο.
Αρκετά μετά τα μεσάνυχτα, η ανταλλαγή απόψεων και αναστεναγμών έληξε χωρίς συμπέρασμα, και έπεσαν γιά ύπνο μέσα στην μαύρη στενοχώρια.
Εκείνος είδε όνειρο ότι ήλθε ο δικαστικός κλητήρας να κάνει κατάσχεση το κυπαρισσί GLS, γιατί είχε 6 μήνες να πληρώσει δόση.
Εκείνη είδε όνειρο ότι έσπασε το τακούνι της αριστερής γόβας, και δεν είχε να πληρώσει τον παπουτσή να το κολλήσει.

Την επομένη το πρωί, ενώ Εκείνος ανέβαινε τον Γολγοθά του στην ράμπα του parking της εταιρείας, Εκείνη άρχιζε να συνειδητοποιεί πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα. Δεν άντεχε, θα έσκαζε, έπρεπε κάπου να τα πεί.
Επλυνε στα γρήγορα τα φλυτζάνια και τα πιάτα, ντύθηκε, βάφτηκε, και…

Θρήνος και οδυρμός στα Σούρμενα…

Η Πίτσα ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Δεν άντεχε να βλέπει την κόρη της τόσο απελπισμένη, όμως έπρεπε να δείξει ψυχραιμία τούτη την δύσκολη ώρα, έπρεπε να την στηρίξει…
– Ααχχχ, κοριτσάκι μου, τί θα κάνουμε τώρα;;!!  Αχ, εγώ που ετοιμαζόμουν να σε καμαρώσω κυρία Διευθυντού, και τώρα θα σε καμαρώσω κυρία Ανεργου!  Αχ, τί θα κάνω τώρα η καψερή που πήγα και είπα σε όλες ότι ο γαμπρός μου έγινε Γενικός Διευθυντής Ανώνυμης Εταιρείας;;!!  Ααχχχ, ν’ανοίξει η γή να με καταπιεί!!  Αχ, θα πεθάνω!!

Ευτυχώς, συναισθανόμενη την σοβαρότητα της κατάστασης, δεν απήγγειλε ούτε μία φορά το γνωστό ρεφραίν: «Αχ, που δεν τον ήθελες τον κύριο Λάζαρο τον κρεοπώλη, τον προκομένο τον άνθρωπο, τον νοικοκύρη! Εσύ εκεί! Αυτόν τον άχρηστο! Αγύριστο κεφάλι, ίδια ο πατέρας σου!»…
Θέλησε μάλιστα να βοηθήσει κιόλας, και άρχισε να ρίχνει κατάρες στον Πρόεδρο, στον Αιμίλιο και στην εταιρεία γενικότερα. Τις πιό βαρειές τις έριξε στον Πρόεδρο, φυσικά…

– Και να ξέρεις, εμένα οι κατάρες μου πιάνουν!  Θα δείς!  Κακοχρονονάχουνε! -τσίριξε αποφασιστικά.

Και ενώ οι κατάρες είχαν ήδη πάει στους προορισμούς τους, τα άσχημα νέα, που ως γνωστόν ταξιδεύουν γρήγορα, δεν άργησαν να φθάσουν εκεί κοντά, λίγο νοτιοανατολικότερα…

Θρήνος και οδυρμός στην Τερψιθέα…

Ο καημένος ο κύριος Γρηγόρης ψυχομαράθηκε…  Πριν μία εβδομάδα, καταχαρούμενος που ο ρόλος του ταμείου αρωγής τελείωσε τόσο γρήγορα, είχε αρχίσει να τα βλέπει όλα ρόδινα σε αυτήν την άπονη ζωή.
Αρχισε να ξανασκέφτεται την Mercedes την CLK που την είχε μεγάλο μεράκι, και τις νύχτες και τις πίστες και όλα. Μάλιστα, έβαλε κιόλας αγγελία την BMW να την πουλήσει, και έψαχνε ήδη στην αγορά γιά το επόμενο όχημα, το ωραίο, το χλιδάτο. Και μέσα στην μεγάλη του χαρά που η κόρη του έγινε κυρία Διευθυντού, έκλεισε και τραπεζάκι στην Αντζελα το Σάββατο, να το γιορτάσει με την Σβετλάνα.
Και ξαφνικά, όλα γκρεμίστηκαν…
Πήρε τηλέφωνο, και ακύρωσε το τραπέζι. Την αγγελία της BMW την άφησε.  Με πόνο ψυχής σκέφτηκε ότι άν έμενε άνεργος γιά καιρό ο γαμπρός του, θα έπρεπε να την πουλήσει έτσι κι αλλιώς, και να μείνει να κυκλοφορεί με το Hyundai Atos της Σβετλάνας.  Αυτό δεν θα το άντεχε…

– Σβετλάνα…! -φώναξε ξεψυχισμένα- Βάλε ένα ουισκάκι… Θα σκάσω… 

Και ενώ η Σβετλάνα έβαζε σε έναν δίσκο το ποτήρι με το ουίσκυ, το μπωλάκι με τα αμυγδαλάκια, και το πιεσόμετρο -καλού-κακού-, ο απόηχος των λυγμών από τα Σούρμενα και το Μπραχάμι, διάβηκε κάμπους και βουνά, και έφθασε μέχρι την Θεσσαλία…

Θρήνος και οδυρμός στην Λάρισα…

Ο μπαμπάς του ο κύριος Αποστόλης, το αντιμετώπισε σχετικά ψύχραιμα. Πήρε το καραφάκι με εκείνο το ωραίο το τσίπουρο που του έφεραν από την Καρδίτσα, πήρε και ένα ποτηράκι, σωριάστηκε στην πολυθρόνα και άρχισε να ξεφυσσάει απελπισμένος.
Η μαμά του η κυρία Ανθούλα, έπαθε μία μικρή υστερική κρίση…

– Ααχχχ, λαχτάρα που με βρήκε!!  Αχ, Αποστόλη, τί θα κάνουμε τώρα;;!!  Τί θα κάνει το παιδί;  Αχ, που δεν την ήθελε την Βαΐτσα που μας έκανε προξενειό η ξαδέρφη μου η Θωμαή!  Αχ, που είχε 1600 στρέμματα προίκα η Βαΐτσα, και τρία διαμερίσματα, και σπίτι στον Αγιόκαμπο!  Αχ, και είχε και μπάρμπα αντιδήμαρχο, και θα τον διόριζε στον Δήμο!  Αυτός εκεί, την Σούλα!  Ορίστε τώρα!

Αργησε κάπως να ηρεμήσει, όμως κατόπιν, ψύχραιμα πλέον, αποφάσισε να δράσει.
Εκανε τάμα στην Μεγαλόχαρη στην Τήνο, και μάλιστα να ανέβει στα γόνατα όλη την ανηφόρα από το λιμάνι μέχρι την Εκκλησία, ακριβώς όπως προστάζει η παράδοση εκεί. Και να ανάψει και μία λαμπάδα ίσα με το μπόϊ του, εννοείται.

– Ρε γυναίκα, αφού σε πονάνε τα γόνατα!

– Θα πάρω επιγονατίδες από αυτές που φοράνε οι μαρμαράδες και οι πλακάδες!

– Επιτρέπεται…;

– Ολες δένουν τα γόνατά τους με πατσαβούρια! Γιατί να απαγορεύονται οι επιγονατίδες; Ε;  Κι έπειτα, μου είπε η κυρα Γιαννούλα απέναντι, που πήγε τον Αύγουστο, ότι έχουν στρώσει μοκέττα σε όλη την ανηφόρα!

– Μοκέττα…;;!!

– Ναί, ναί! Μία λωρίδα δεξιά στον δρόμο, μέχρι πάνω.

– Μα, στην Τήνο ρε γυναίκα; Είναι μακρυά!  Καλά, δεν μπορούσες να το κάνεις το τάμα στην Παναγία την Κορώνα εδώ δίπλα στην Καρδίτσα;

– Αααα, Αποστόλη η Μεγαλόχαρη είναι Θαυματουργή! -Μεγάλη η Χάρη Της!

– Δηλαδή, η Παναγία η Κορώνα είναι παρακατιανή;

– Τί λές καλέ! Ορίστε, τον γυιό της κυρα Γιαννούλας τον διόρισε στην ΔΕΗ!

– Η Μεγαλόχαρη;

– Βέεεεβαια! -Μεγάλη η Χάρη Της!

– Εγώ άκουσα ότι τον διόρισε εκείνος ο βουλευτής από τα Τρίκαλα…

– Εσύ είσαι άπιστος!!  -Παναγιά μου, συγχώρεσέ τον!!

Η συζήτηση διακόπηκε απότομα, γιατί κάτι της μύρισε της κυρίας Ανθούλας από την κουζίνα.  Μάλλον είχε αρχίσει να καίγεται η πρασσόπιττα που είχε στον φούρνο…

Ο κύριος Αποστόλης, έβαλε λίγο τσίπουρο ακόμη και ξαναάρχισε να ξεφυσσάει,
βαθειά προβληματισμένος. Δυστυχώς, την σήμερον ημέραν, το μέσον είναι το άπαν -σκέφτηκε πολύ σοφά. Επρεπε να κάνει κάτι, να δράσει…
Μετά από λίγο, το αποφάσισε: Θα πήγαινε την επομένη, πρωί-πρωί κιόλας, να βρεί τον πρώτο του ξάδελφο, που είχε μπατζανάκη τον κουνιάδο της κουμπάρας εκείνου του βουλευτή, που όλοι έλεγαν στην Λάρισα ότι πάει γιά υπουργός.
Και δεν ήταν μόνο αυτό, ο πρώτος του ξάδελφος, είχε και μία ανηψιά από την γυναίκα του, που ήταν συννυφάδα με την αδελφή του κουμπάρου του άλλου του βουλευτή από τα Τρίκαλα, αυτουνού που διόρισε και τον γυιό της κυρα Γιαννούλας στην ΔΕΗ.
Θα βοηθούσε όμως ο ξάδελφος…; Αγχωμένος, έβαλε ακόμη λίγο τσίπουρο. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι κάτι του μύριζε τόση ώρα.

– Τί έγινε γυναίκα, τί μυρίζει; Κάηκε η πρασσόπιττα; -φώναξε ξεψυχισμένα προς την κουζίνα.

– Αχχχχ… Μαύρισε η ψυχή μου…

– Τί; Μαύρισε; Γκαργκάνιασε; Τί θα φάμε τώρα;

– Οχι η πρασσόπιττα! Η ψυχή μου μαύρισε!

– Α… Καλά…

Λίγο αργότερα, ενώ ο μπαμπάς του και η μαμά του, μέσα στην μαύρη πίκρα, έτρωγαν ανόρεχτα την πρασσόπιττα που είχε μαυρίσει κάπως και πίκριζε, Εκείνος στην Αθήνα, μέσα στην μαύρη μελαγχολία…

Τί έκανε Εκείνος ;;

Πώς ήταν η πρώτη μέρα με τον καινούργιο του Διευθυντή ;;

Επιασαν οι κατάρες της Πίτσας ;;


Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements

Συνέχεια από το προηγούμενο

Εκείνο το μούδιασμα εξαφανίσθηκε σχεδόν αμέσως. Η σκοτοδίνη υποχώρησε γρήγορα. Αισθάνθηκε καλύτερα.
Μία ακατανίκητη επιθυμία ήταν αυτή που τον έκανε να συνέλθει αμέσως στέλνοντας τόνους αδρεναλίνης…
Δεν ήταν μία στιγμιαία παρόρμηση, αλλά κάτι πολύ πιό δυνατό. Ηταν μιά βαθειά εσωτερική ανάγκη να πάρει το γραφείο και να του το φέρει στο κεφάλι.
Ομως, αλλοίμονο, δεν μπορούσε… Αυτές οι μελαμίνες είναι πάνβαρειες.
Μπορούσε όμως να αναποδογυρίσει το γραφείο, να τα κάνει όλα λίμπα εκεί μέσα, και να το βουτήξει το αφεντικό από τον γιακά. Ναί, αυτό θα έκανε.

Σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε τον Πρόεδρο, κοίταξε και τον Αιμίλιο. Αν το βλέμμα μπορούσε να σκοτώσει, θα ήταν και οι δύο νεκροί.
Επιασε τα μπράτσα της δερμάτινης πολυθρόνας και τα έσφιξε κάνοντας μία κίνηση να σηκωθεί.
Το αριστερό του χέρι είχε ήδη πιάσει την άκρη του γραφείου και την έσφιγγε, όταν επενέβη η φωνή της λογικής, αγενέστατη ως συνήθως:

-Πού πάς ρέεεεεε…!!

Την αγνόησε επιδεικτικά, όμως ευτυχώς, η φωνή της λογικής κατάφερε και του ανέπτυξε τα επιχειρήματά της μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, πείθοντάς τον έγκαιρα.  Ατιμη φτώχεια…
Αφησε την άκρη του γραφείου, και έγειρε πάλι πίσω στην πολυθρόνα, ενώ άρχιζε να αισθάνεται μιά τρεμούλα να απλώνεται σιγά-σιγά.

Η σιωπή στο γραφείο ήταν τόσο συμπαγής, που μπορούσες να την κόψεις φέτες με το κουζινομάχαιρο. Δεν ήταν όμως απόλυτη:  Το κλιτς – κλιτς της τσίχλας του Αιμίλιου έκανε στα τεντωμένα νεύρα του ότι κάνει το νυχάκι του κιθαρίστα στις χορδές της κιθάρας.  Ηθελε απεγνωσμένα να τον βουτήξει από το αυτί και να τον πλακώσει στις κλωτσιές…

Ο Πρόεδρος, σαν γάτος που ήταν, έπιασε στον αέρα την δυσαρέσκεια που πλανιόταν μέσα στην ησυχία -άλλωστε, την περίμενε.  Γύρισε λοιπόν την κουβέντα σε πολύ συγκεκριμένα θέματα της δουλειάς.  Σχεδόν αμέσως ανακατώθηκε στην κουβέντα και ο γαμπρός του ο Αιμίλιος, αρχίζοντας να τσαμπουνάει διάφορα κλισέ από αυτά που είχε αποστηθίσει στο ρημαδοκολλέγιο, μισά Ελληνικά, μισά Αγγλικά. Μάλιστα, ανέπτυξε και τις ριζοσπαστικά πρωτοποριακές απόψεις του σχετικά με την αναδιάρθρωση του τμήματος που αναλάμβανε ως διευθυντής.
Εκείνος, τον άκουγε προσεκτικά με ανοιχτό το στόμα, εντυπωσιασμένος από τον καταιγιστικό ρυθμό με τον οποίο οι ανοησίες διαδέχονταν η μία την άλλη.
Παρά λίγο να αρχίσει να γελάει, και θα του έβγαινε κάτι σαν κλαυσίγελως στην κατάσταση που ήταν.
Ααα, το παιδί είναι εντελώς στόκος, και μάλιστα πολυεστερικός! -σκέφτηκε.

Είχε πάει ήδη 3.30 όταν έληξε αυτή η τραγική γιά την καριέρα του συνάντηση. Εφυγε χτυπώντας την πόρτα λίγο πιό δυνατά από ότι θα έπρεπε, τρομάζοντας την γραμματέα η οποία είχε τελειώσει το μανικιούρ, και ήταν αφοσιωμένη στην πασιέντζα της στην οθόνη.
Σε λίγη ώρα, ο Πρόεδρος θα κατέβαινε κάτω να τους δεί όλους, και να τους γνωρίσει τον καινούργιο τους Διευθυντή…

Φθάνοντας στον 2ο αισθανόταν έτοιμος να σκάσει.  Μπαίνοντας μέσα, κοίταξε την ανοιχτή πόρτα στο άδειο γραφείο του Διευθυντή…
Πριν μερικές μέρες, σκεφτόταν ήδη τις αλλαγές που θα έκανε. Γέλασε πικρά…
Θα έβαζε το γραφείο από την άλλη μεριά γιά να βλέπει έξω από το παράθυρο, θα ζητούσε καινούργια οθόνη TFT, θα άλλαζε τα στόρια που είχαν στραβώσει, θα έβαζε καινούργιο σουμαίν…   Στάχτες κι αποκαϊδια…
Είχε ήδη αγοράσει και μία ωραία νικελέ κορνίζα γιά να βάλει φωτογραφία της Σούλας στο ερμάριο από πίσω.  Πίκρα…

Προχωρώντας, πέρασε μπροστά από το γραφείο του συναδέλφου που εδώ και μία εβδομάδα τον φώναζε «κύριε Διευθυντά» χαμογελώντας με νόημα. 
– Α! Πού είστε κύριε Διευθυντά; Σας ψάχναμε!   -είχε διαλέξει πολύ ακατάλληλη στιγμή…

Γύρισε, έπιασε το γραφείο, το σήκωσε λίγο, τον κοίταξε με μάτι που γυάλιζε και του είπε φτύνοντας μία-μία τις λέξεις:
– Πρόσεξε, θα σου φέρω το γραφείο στο κεφάλι, τώρα!  -ήταν προφανές, ότι του είχε μείνει απωθημένο από πρίν…
Ο άλλος, εμβρόντητος, δεν έκανε ούτε κιχ…

Πήγε στο γραφείο του. Ενα σωρό δουλειές περίμεναν, όμως δεν θα έκανε τίποτα: Ο παλιός, καλός Τάκης που καθόταν μέχρι αργά να τα προλάβει όλα, είχε πεθάνει πριν λίγο. Τέλος.
Σε λίγο θα κατέβαινε ο Πρόεδρος με τον καινούργιο τους Διευθυντή. Αυτό δεν άντεχε να το ζήσει…  Θα έφευγε, θα κατέβαινε στο λογιστήριο. Ηταν φίλοι με τον προϊστάμενο εδώ και χρόνια, έκαναν παρέα και εκτός δουλειάς, ήταν ο μόνος άνθρωπος στην εταιρεία που μπορούσε να μιλήσει άνετα.
Πλησίασε πάλι αυτόν με το «Κύριε Διευθυντά» και τον αγριοκοίταξε. Εκείνος, καλού κακού, τσούλησε λίγο πίσω την καρέκλα.
– Μα δεν είπα τίποτα…! Δεν μίλησα καθόλου!
– Θα είμαι στο λογιστήριο.
– Α… Ούφ…

– Σπέρα…

– Σπέρα! Ωχ… Τάκη, τί συμβαίνει; Δεν σε βλέπω καλά…

– Δεν είμαι. Ημουν πάνω…

– Στον Πρόεδρο; Σε ήθελε γιά το θέμα; Ωχ… Καλά, άσε, μή μου λές, ξέρω… Γνώρισες και τον Αιμίλιο, τον καινούργιο σας Διευθυντή;  Ωχ, ωχ, ωχ…

– Ρέ;!  Το ήξερες και δεν μου είπες τίποτα;;!!

– Σσσστ! Μή φωνάζεις! Προχθές το έμαθα!

– Ωχ, θα σκάσω… Θα πάθω τίποτα… Τί θα κάνω τώρα; Πώς θα τον αντέξω αυτόν πάνω απ’το κεφάλι μου από αύριο; Ρε, τον είδες; Αυτός είναι να του δώσεις ένα γουρούνι να το βοσκάει, άμα του δώσεις δυό θα τα μπλέξει!

– Τον γνώρισα προχθές, άστα να πάνε, έμπλεξες μεγάλε… Κοίτα, Τάκη, είναι λίγο χειρότερα τα πράγματα…

– Τί χειρότερα;! Γίνεται χειρότερα απ’αυτό;!

– Γίνεται, γίνεται… Μιά κι ήρθες, κάτσε να τα πούμε, κλείσε και την πόρτα να μη μας ακούνε. Τί να σε κεράσουμε; Ενα λεξοτανίλ; Ενα βάλιουμ;
Λοιπόοοον… Μου φαίνεται πρέπει να αρχίσεις να ψάχνεις γιά δουλειά σιγά-σιγά…

– Τί;;

– Ναι.  Οπως ξέρεις Τάκη, η εταιρεία δεν είναι και στα καλύτερά της.

– Το ξέρω, αλλά το παλεύουμε…

– Ναι, δόξα τω Θεώ, νά’ναι καλά η τράπεζα… Το παλεύουμε Τάκη, αλλά πρέπει να περιορίσουμε τα έξοδα. Και συγκεκριμένα την μισθοδοσία.

– Και λοιπόν;  -άναψε ένα τσιγάρο με ελαφρώς τρεμάμενο χέρι.

– Λοιπόν, έχουμε ένα σωρό παλιούς που παίρνουν ένα σωρό λεφτά. Ξέρεις πόσα παίρνει η κυρα Θοδώρα η καθαρίστρια με το ΙΚΑ της, τόσα χρόνια που είναι εδώ; Πολλά!  Ε, θα φύγει λοιπόν η κυρα Θοδώρα, και θα πάρουμε μιά αλλοδαπή με τα μισά λεφτά.

– Και τί θα κάνει η κυρα Θοδώρα η κακομοίρα στην ηλικία που είναι;

– Δεν νομίζω ότι τον απασχολεί αυτό τον Πρόεδρο, έχει άλλα σοβαρότερα προβλήματα. Ούτε κι εσένα πρέπει να σε απασχολεί. Να ασχοληθείς να δείς τί θα κάνεις εσύ, γιατί μάλλον θα πάθεις το ίδιο με την κυρα Θοδώρα!

– Τί;; Θα με απολύσει;; Ξέρει κανείς τη δουλειά όπως εγώ;;

– Οχι, κανείς, αλλά αυτό δεν έχει απολύτως καμμία σημασία.
Ρε αφελέστατε, τί να σε κάνει εσένα που παίρνεις έναν σκασμό λεφτά τόσα χρόνια που είσαι εδώ; Επειδή έχεις πείρα; Σιγά!  Θα πάρει έναν πιτσιρικά, θα του δίνει τα μισά από όσα παίρνεις εσύ, θα είναι και ορεξάτος γιά δουλειά, δεν θα ζητάει υπερωρίες, δεν θα παίρνει bonus, όλα τέλεια. Και θα μάθει κιόλας κάποια στιγμή.
Οσο γιά τον Αιμίλιο, όσο στόκος κι άν είναι, θα την μάθει την δουλειά κουτσά – στραβά. Θα του την μάθεις εσύ…

Τάκη, ο πρόεδρος έχει αποφασίσει να κόψει απ’ όπου μπορεί.
Να σε ξαποστείλει τώρα σύντομα, αποκλείεται. Αλλά θα σε ξαποστείλει, κι εσένα και κάμποσους ακόμα. Το θέμα είναι άν θα καθίσεις να πάρεις αποζημίωση, ή αν θα βρείς κάτι άλλο και θα φύγεις μόνος σου.
Υπάρχει κι άλλο ενδεχόμενο: Να σου σπάσει τα νεύρα ο Αιμίλιος, και να τα βροντήξεις. Αυτό λέγεται «Εξαναγκασμός σε παραίτηση», είναι ωραιότατη μέθοδος και λειτουργεί πάντα.

Η συζήτηση κράτησε αρκετά, το μικρό γραφείο γέμισε καπνούς, το πάτωμα στάχτες λόγω της τρεμούλας που αυξανόταν προοδευτικά, όμως η ανταλλαγή απόψεων ήταν εποικοδομητική, και έτσι υπήρξε σαφές συμπέρασμα: Απελπισία.

Η ώρα είχε περάσει, και η εθιμοτυπική επίσκεψη του Προέδρου μετά του νέου Διευθυντού, μάλλον είχε λήξει.
Ανέβηκε στον 2ο, και πρόσεξε όλους να τον κοιτάζουν με κάποια αμηχανία. Δεν μίλησε σε κανέναν, ούτε του μίλησε κανείς.
Κάθισε στο γραφείο του, αλλά δεν επρόκειτο να δουλέψει. Κόντευε να σκάσει.
Θα έφευγε, αλλά δεν ήθελε να πάει σπίτι. Θα έπαιρνε την Σούλα να βγούνε έξω, να της πεί τον πόνο του, και να πάνε κάπου να κλάψουνε μαζί. Σήκωσε το ακουστικό…

– Ναίαιαιαι;

– Εγώ είμαι…

– Ελα γλυκέ μου! Καλέ, πώς και πήρες τόσο νωρίς; Τελείωσες; Ελα, σε περιμένουμε, είναι εδώ και η μαμά! … Πώς; … Οχι, δεν ξέρω τί ώρα θα φύγει, γιατί; … Α, έχεις πολλή δουλειά. … Α, μπορεί να αργήσεις. … Καλά, γλυκέ μου, φιλιά!

Το μόνο που του έλειπε αυτήν την άθλια μέρα, ήταν να γυρίσει σπίτι και να είναι εκεί Αυτή!
Δεν άντεχε, ήθελε να βγεί έξω…
Σήκωσε το τηλέφωνο και πήρε κάποιους φίλους του. Κανείς δεν μπορούσε, όλοι θα σχόλαζαν αργά.  Δυστυχώς, δεν είχε κανέναν φίλο δημόσιο υπάλληλο…

Αποφάσισε να βγεί μόνος με το αυτοκίνητο, να οδηγήσει, να ηρεμήσει, να σκεφτεί. Να περάσει και η ώρα, να φύγει Αυτή…
Κατέβηκε στο parking, και πρόσεξε μία μαύρη Porsche Boxster παρκαρισμένη πίσω από το Range Rover του Πρόεδρου. Δεν την είχε ξαναδεί. Δεν είχε καμμία αμφιβολία, θα ήταν σίγουρα του Αιμίλιου…
Αααααχ, άτιμη κοινωνία, που άλλους τους ανεβάζεις, και άλλους τους κατεβάζεις!!

Λίγο αργότερα, οδηγούσε αργά στην δεξιά λωρίδα της παραλιακής, καπνίζοντας ασταμάτητα. Ο καιρός ήταν χάλια, φυσούσε δυνατά, ψιλόβρεχε, ερχόταν καταιγίδα.
Μαύρες σκέψεις κυκλοφορούσαν στο κεφάλι του, πιό μαύρες κι από τα σύννεφα. Κόντευε να νυχτώσει όταν βλέποντας μία πινακίδα συνειδητοποίησε ότι είχε φθάσει στην Ανάβυσσο. Εκανε επί τόπου γιά να γυρίσει πίσω. Ο αέρας δυνάμωνε, ριπές βροχής έπεφταν στο παρμπρίζ, ο ουρανός ήταν μαύρος σαν απελπισία…

Οσο οδηγούσε με τον δυνατό αέρα να ταρακουνάει το κυπαρισσί GLS, ένα φρικτό δίλημμα τον βασάνιζε σε όλη την διαδρομή από το Λαγονήσι μέχρι την Βάρκιζα.
Μήπως δεν έπρεπε να μιλήσει γιά όλα αυτά στην Σούλα; Nα κερδίσει λίγο χρόνο, να δεί τί θα γίνει;
Ομως, Εκείνη μάλλον θα καταλάβαινε ότι κάτι δεν πάει καλά. Οι γυναίκες τα πιάνουν κάτι τέτοια…

Φθάνοντας στην Βουλιαγμένη, είχε ήδη νυχτώσει από ώρα, και δεν είχε αποφασίσει ακόμη άν θα της τα ξεφούρνιζε τα μαύρα μαντάτα… Κοίταξε το ρολόϊ στο ταμπλώ. Είχε περάσει η ώρα, μπορεί και να είχε φύγει Αυτή.. Σκέφθηκε να το ρισκάρει, να γυρίσει σπίτι.
Εκείνο το φρικτό δίλημμα ήταν ακόμη εκεί, αλλά ο δρόμος του γυρισμού ήταν ακόμη μακρύς. Είχε μπροστά του όλη την Λεωφόρο Βουλιαγμένης γιά να σκεφθεί και να αποφασίσει τί θα κάνει…


Θα της τα ξεφουρνίσει τα μαύρα μαντάτα ;;

Μήπως τα αφήσει γιά αργότερα ;;


Η συνέχεια στο επόμενο

Συνέχεια από το προηγούμενο

Αθήνα, Μπραχάμι, Μάρτιος 2002

Η ζωή κυλούσε αργά στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι…
Ταυτόχρονα, ήταν και αισθητά βελτιωμένη σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν.
Οι παροχές του ταμείου αρωγής συνεχιζόταν, και έτσι οι φίνες μυρωδιές από τις φακές και τα γυφτοφάσουλα που κυριαρχούσαν κάποτε στην κουζίνα του τριαριού, εναλλάσονταν πλέον με άλλες πιό έντονες: Σουτζουκάκια, παστίτσια, κεφτέδες, μπριζολίκια, μουσακάδες, και άλλα ωραία. Μέχρι και τσιπούρες ιχθυοτροφείου περιλαμβάνονταν στις έκτακτες ενισχύσεις, μερικές φορές.

Ομως, όλοι κάτι περίμεναν αυτούς τους τελευταίους μήνες…
Στην Λάρισα, ο κύριος Αποστόλης και η κυρία Ανθούλα, περίμεναν.
Στα Σούρμενα, η Πίτσα, περίμενε.
Στην Τερψιθέα, ο κύριος Γρηγόρης, περίμενε.
Περίμεναν όλοι την επίσημη ανακοίνωση από το γραφείο τύπου του διαμπερούς τρίφατσου τριαριού, περί της επερχόμενης έλευσης μωρού εντός εννεαμήνου.
Ευτυχώς, περίμεναν χαλαρά…

Και Εκείνος περίμενε, αλλά καθόλου χαλαρά…
Εδώ και μήνες, περίμενε αγωνιωδώς την συνταξιοδότηση του Διευθυντή του.
Γιατί μαζί θα ερχόταν και η δική του προαγωγή: Σε Διευθυντή…

Αυτή η αγωνιώδης αναμονή, έληξε ένα πανέμορφο ηλιόλουστο μεσημεράκι Δευτέρας, όταν ο Διευθυντής τους φώναξε όλους στο γραφείο του να τους αποχαιρετίσει.
Είχε ετοιμάσει και ένα συγκινητικό λογύδριο, κατασυγκινήθηκαν όλοι από το τμήμα, βούρκωσε και η γραμματέας του και της χάλασε η μάσκαρα, βούρκωσε και η καθαρίστρια και σκούπιζε τα δάκρυα με το ξεσκονόπανο, μόνο Εκείνος δεν βούρκωσε.  Ηθελε να αρχίσει να χοροπηδάει φωνάζοντας «Γιούπυ! Γιούπυ!», αλλά συγκρατήθηκε, μιά και δεν θα ταίριαζαν τα «Γιούπυ!» ούτε με το συγκινητικό λογύδριο, ούτε με τον πικρό πόνο του αποχαιρετισμού που ήταν διάχυτος στην ατμόσφαιρα.

Μετά από τις θερμές χειραψίες, Εκεινος επέστρεψε σχεδόν χοροπηδώντας στο γραφείο του, όπου τις επόμενες ώρες πρόσεξε ότι όλοι του συμπεριφέρονταν κάπως διαφορετικά.  Κάπως σαν να ήταν διευθυντής…   Ε, αυτό έλειπε, τόσα χρόνια στην εταιρεία, κανείς δεν την ήξερε τόσο καλά την δουλειά, ουσιαστικά αυτός το λειτουργούσε το τμήμα…
Μόλις είχε αρχίσει μιά άλλη αναμονή.  Γλυκειά αναμονή αυτήν την φορά…
Κάποια στιγμή μέσα στην εβδομάδα, άντε την επόμενη το πολύ, μέχρι να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητές του ο συνταξιοδοτηθείς, θα τον φώναζε το αφεντικό στο γραφείο του, να του ανακοινώσει την προαγωγή.

Η εβδομάδα άρχισε πολύ ωραία. Και συνεχίστηκε πολύ ωραία, και πολύ κεφάτα. Μέχρι που κάποιος από τους συναδέλφους του, είχε αρχίσει να τον λέει «Κύριε Διευθυντά», και Εκείνος καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι.
Η Σούλα είχε ενθουσιαστεί που θα αποκτούσε πλέον άλλη υπόσταση στους κοσμικούς κύκλους του Μπραχαμίου, η μαμά του η κυρία Ανθούλα καμάρωνε το καμάρι της, η Πίτσα ενθουσιάστηκε κι αυτή που επιτέλους η κόρη της θα γινόταν κυρία Διευθυντού, και ο κύριος Γρηγόρης καταχάρηκε που θα σταματούσε επιτέλους να παίζει ρόλο ταμείου αρωγής, και θα ξαναάρχιζε να σκέφτεται την Mercedes την CLK την Kompressor που την είχε ξεχάσει εδώ και καιρό, και μαζί τις πίστες, και το Chivas, και όλα.

Η χαρούμενη και κεφάτη αναμονή, έληξε την επόμενη Δευτέρα. Επιτέλους…
Κατά τις 2.00′ τον ειδοποίησαν ότι τον ήθελε το αφεντικό στο γραφείο του.
Η πιό σημαντική στιγμή της καρριέρας του είχε έλθει…  Ενθουσιασμένος, έστρωσε το μαλλί, ίσιωσε την γραβάτα, κούμπωσε και το σακάκι, και ανέβηκε στον 5ο.
Η Βίκυ, η εντυπωσιακή γραμματέας του αφεντικού, πρώην μοντέλο ειδικευμένο στις διαφημίσεις εσωρούχων και νυχτικών, λιμάριζε τα νύχια της. Στην οθόνη του υπολογιστή της, μία ξεχασμένη πασιέντζα περίμενε υπομονετικά το τέλος του μανικιούρ.

– Αχ, γειά σας κύριε Τάκη, τί κάνετε, καλά; Περάστε, σας περιμένει. -είπε πεταρίζοντας τσαχπίνικα τις βλεφαρίδες της από συνήθεια.

– Βρέ, καλώς τον, καλώς τον! Κάθισε, κάθισε!  -πολύ ευδιάθετος ήταν αυτή τη φορά.
Ηταν και κάποιος άλλος στο γραφείο του, και μετά τις απαραίτητες συστάσεις, διευκρίνισε:
– Τάκη, ο Αιμίλιος είναι ο γαμπρός μου, της κόρης μου της μεγάλης!

Μόλις η Βίκυ έφερε τους καφέδες, το αφεντικό μπήκε στο θέμα με έναν πολύ ωραίο πρόλογο, όπως αποδείχθηκε:
– Λοιπόν, που λές, Αιμίλιε, ο Τάκης είναι από τα πιό αξιόλογα στελέχη της εταιρείας μας! Εργατικός, ευσυνείδητος, έμπειρος, αφοσιωμένος, υπεύθυνος, τίμιος, αποδοτικός, αποτελεσματικός, αποφασιστικός, ψύχραιμος, συνετός, κλπ, κλπ, κλπ…

Ο Αιμίλιος άκουγε τον πεθερό του προσεκτικά, γνέφοντας καταφατικά, ενώ μασούσε ευγενικά και πολιτισμένα την τσίχλα του.

Εκείνος άκουγε σεμνά τον επαινετικό λίβελο, ρουφώντας διακριτικά τον espresso του, ενώ αισθανόταν απέραντη ικανοποίηση.

Επιτέλους, οι κόποι του ανταμειβόταν. Επιτέλους, κάποιος καταλάβαινε πόσο είχε προσπαθήσει τόσα χρόνια στην εταιρεία.
Τόση δουλειά, τόση κούραση, τόσα ξενύχτια, τόσοι καυγάδες με την Σούλα όσες φορές γύριζε σπίτι στις 11.00′, και μάλιστα χωρίς να πληρώνεται υπερωρίες, όλα αυτά τώρα αναγνωρίζονταν.   Καιρός ήταν πιά… 
Γιά πρώτη φορά αισθάνθηκε κάπως άδικος. Τον είχε παρεξηγήσει τον άνθρωπο… Μπορεί να γκρίνιαζε, να φώναζε, να μήν πλήρωνε καλά, αλλά ορίστε, τελικά εκτιμούσε, ναί, δεν ήταν αγνώμων.   Τέλος πάντων, τέλος καλό, όλα καλά…

Κάποια στιγμή, το θέμα του μονόλογου άλλαξε ξαφνικά:
– Λοιπόν, που λές, Τάκη, ο Αιμίλιος… -έστριψε την πολυθρόνα να τον βλέπει καλύτερα, και έπιασε τις λαμπρές σπουδές του Αιμίλιου.
Ασχετο του φάνηκε, αλλά φαίνεται το αφεντικό καμάρωνε πολύ γιά τον γαμπρό του.
Τί να κάνει, άκουγε…
Τελικά, ήταν όντως λαμπρές οι σπουδές του Αιμίλιου: «Business Administration» σε κάποιο από αυτά τα εκατοντάδες κολλέγια της Αθήνας που σου δίνουν πτυχίο αυθεντικού Αγγλικού Πανεπιστημίου, αναγνωρισμένο από όλα τα Δημοτικά Συμβούλια!
Και δεν ήταν μόνο το αυθεντικό Αγγλικό χρυσοποίκιλτο πτυχίο σε πάπυρο 50×70 με τον θυρεό πάνω-πάνω, που ήταν και καλοτυπωμένο με την καλή την γραμματοσειρά την γοτθική, ο Αιμίλιος είχε κάνει και master στο marketing σε κάποιο Βρεττανικό Πανεπιστήμιο κάποιας κωμόπολης της Βόρειας Σκωτίας!

Και ενώ άκουγε προσεκτικά και με ενδιαφέρον προσπαθώντας να πνίξει ένα χασμουρητό, όπως τον έκοβε τον Αιμίλιο, μιά χαρά τον έβλεπε να ταιριάζει με την κόρη του αφεντικού, την μεγάλη, την ψωνισμένη:
Το μαλλάκι το καλοκουρεμένο που δεν ξέφευγε τρίχα, η φαβορίτα με το υποδεκάμετρο, το κουστουμάκι το Armani, το παπουτσάκι το Tod’s, το χρυσό το Rolex, η τσίχλα, το αντιπαθητικό ειρωνικό υφάκι, το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας, μιά χαρά, ωραίο βλακοζεύγαρο, μεγάλη επιτυχία το αφεντικό, μπράβο, την καλοπάντρεψε την κόρη του! -σκέφτηκε.

Μετά από λίγο, τέλειωσαν οι λαμπρές σπουδές του Αιμίλιου, στέγνωξε και ο στόμας του αφεντικού από τον ακατάσχετο μονόλογο, ήπιε και δυό γουλιές νερό γιά να μπορέσει να συνεχίσει, και άλλαξε θέμα: Επιασε την κατάσταση στην αγορά, το ευρώ, τις ισοτιμίες, την θέση της εταιρείας στην αγορά που δεν ήταν και η καλύτερη, τις προοπτικές, τις αναδιαρθρώσεις που χρειαζόταν, και τον άνεμο αισιοδοξίας που έπρεπε να αρχίσει να πνέει ενόψει των ανακατατάξεων μεταξύ των στελεχών που επρόκειτο να δώσουν ώθηση στις προσπάθειες της εταιρείας που είχαν στόχο την κορυφή μακροπρόθεσμα.

Εντάξει, μπήκε στο θέμα, αλλά αργεί…  -σκέφτηκε Εκείνος πνίγοντας άλλο ένα χασμουρητό.

Σχεδόν αμέσως, μετά από άλλες δυό γουλιές νερό γιατί ξαναστέγνωξε ο στόμας του, μπήκε στο κυρίως θέμα, κάπως απότομα…:

– Λοιπόν, που λές, Τάκη, ο Αιμίλιος θα είναι ο καινούργιος σας Διευθυντής στο τμήμα.

Νόμισε ότι δεν άκουσε καλά.  Ο εγκέφαλός του προσπάθησε να επεξεργασθεί ξανά την ηχητική πληροφορία, όμως το αποτέλεσμα ήταν πάλι το ίδιο.
Αισθάνθηκε μία σκοτοδίνη, ένοιωσε την μοκέττα να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Πρόλαβε να αφήσει το φλυτζανάκι στο γραφείο πρίν του πέσει κάτω.  Ενα συνολικό μούδιασμα, μιά ζάλη, μιά αίσθηση ότι ο κόσμος όλος χάνεται, δεν ήταν καλά, ευτυχώς που δεν ήταν όρθιος.

Η βραχνή φωνή συνέχισε, αντηχώντας στα αυτιά του εφιαλτική:
– Και φυσικά, όπως αντιλαμβάνεσαι Τάκη μου, θα χρειασθεί κάποιος χρόνος γιά να μάθει την δουλειά ο Αιμίλιος. Και με την εμπειρία που έχεις, δεν υπάρχει κανείς πιό κατάλληλος να μεταδώσει όλη την απαραίτητη γνώση, κλπ, κλπ, κλπ…

Ηθελε να πει κάτι, όμως δεν μπορούσε…
Εκείνο το μούδιασμα είχε απλωθεί παντού.

Σιωπή απλώθηκε στο γραφείο.

Το μόνο που ακουγόταν ήταν το κλιτς-κλιτς από την τσίχλα του Αιμίλιου…

Θα πάθει εγκεφαλικό ;;

Θα πάθει έμφραγμα ;;

Θα παραιτηθεί ;;

Η συνέχεια στο επόμενο

ΕΚΕΙΝΟΣ, ΕΚΕΙΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ GLS

Μία αισθηματική αυτοκινητική νουβέλα με φόντο το μαγευτικό Μπραχάμι.
Ενα διαμπερές τριάρι, ένα κυπαρισσί GLS, και δύο τραγικές φιγούρες.
Ο οδυνηρός κόσμος μιάς ψευδαίσθησης.
Μία αγωνιώδης πορεία προς την αυτοκαταστροφή...
smoking
Copyright © H.Constantinos
gilda1

Αρχείο

Driving and Shooting

Σελίδες