You are currently browsing the category archive for the ‘Cars’ category.

Συνέχεια από το προηγούμενο

Αθήνα, Μπραχάμι, Μάϊος 2002

Η ζωή κυλούσε αργά και βασανιστικά στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι.
Τα σύννεφα της αγωνίας και η ομίχλη της απελπισίας είχαν απλωθεί πάνω από το Μπραχάμι, σχεδόν ταυτόχρονα με πυκνά σύννεφα καπνού, μιά και λόγω άγχους Εκείνος είχε αυξήσει το τσιγάρο θεαματικά.

Ο θολός ορίζοντας ενός ζοφερού πεπρωμένου δέσποζε απειλητικός πίσω από τις μπαλκονόπορτες της σαλοτραπεζαρίας.
Τίποτα ευχάριστο δεν συνέβαινε, τίποτα ελπιδοφόρο. Κι όμως είχε προσπαθήσει…
Από την πρώτη κιόλας εβδομάδα μετά τις τραγικές γιά την καριέρα του εξελίξεις, έκανε κάποιες κινήσεις ψάχνοντας σιγά-σιγά γιά δουλειά. Το είχε δεί από την αρχή ότι το κλίμα δεν τον σήκωνε πλέον.   Και εκείνη την δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης, σαν να του φαινόταν ότι την έβλεπε κάθε μέρα πάνω από την είσοδο έτοιμη να τού’ρθει στον σβέρκο. Ηδη, είχαν γίνει κάποιες απολύσεις, και έβλεπε μερικές καινούργιες φάτσες στην εταιρεία.  Ισως ήταν ο επόμενος «προς αντικατάστασιν»…

Αρχισε να παίρνει κάποια τηλέφωνα, μίλησε με μερικούς γνωστούς από άλλες εταιρείες του χώρου γιά να βολιδοσκοπήσει καταστάσεις, συζητώντας μάλιστα ανοιχτά με κάποιους.  Και άκουγε πάντα το ίδιο: «Δυστυχώς προς το παρόν…». Το κάθε τηλεφώνημα τελείωνε πάντα με την ίδια επωδό: «Μήν ανησυχείς Τάκη, μόλις ακούσω κάτι θα σου τηλεφωνήσω!».  Τα ήξερε αυτά…
Πολύ σύντομα, άρχισε τις εφημερίδες αγγελιών. Εφτιαξε και ένα ωραίο βιογραφικό, το έβγαλε φωτοτυπίες, και τα βράδυα καθόταν και έψαχνε στις ατελείωτες πυκνοτυπωμένες σελίδες. Μέχρι που μπήκε ο Μάϊος, είχε στείλει μόνον οκτώ αντίτυπα από την ντάνα με τα βιογραφικά σε κάποιες ταχυδρομικές θυρίδες, αλλά δεν περίμενε πολλά πράγματα.

Αυτό το καθημερινό άγχος της αναμονής δεν αντέχεται εύκολα ως γνωστόν, αλλά γιά την περίπτωση που δεν είναι αρκετό γιά να σκάσει ένας άνθρωπος, Εκείνος δεν είχε πρόβλημα, δόξα τω Θεώ, είχε και έξτρα άγχος κάθε μέρα στη δουλειά, ένα απερίγραπτο αδιάκοπο σπάσιμο νεύρων.
Από την πρώτη κιόλας εβδομάδα που ανέλαβε ο καινούργιος τους Διευθυντής, ο κύριος Αιμίλιος, κατάλαβε πόσο δίκιο είχε στην πρώτη του εντύπωση: «Ρε, τον είδες; Αυτός είναι να του δώσεις ένα γουρούνι να το βοσκάει, άμα του δώσεις δυό θα τα μπλέξει!» -είχε πεί στον φίλο του στο λογιστήριο, και ο άνθρωπος συμφώνησε, πώς θα μπορούσε να διαφωνήσει άλλωστε…

Δυστυχώς, το χειρότερο ελάττωμα των ανθρώπων που δεν παίρνουν και πολλές στροφές δεν είναι ακριβώς αυτό, το αργόστροφον δηλαδή, που στο κάτω κάτω είναι εκ γενετής, και πρέπει να αντιμετωπίζεται με στοργή και κατανόηση.  Το χειρότερο ελάττωμα είναι ότι πιστεύουν ακράδαντα πως παίρνουν (στροφές), και μάλιστα περισσότερες από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Η πεποίθηση αυτή βασίζεται πάντα σε απόλυτα τεκμηριωμένα επιχειρήματα, και σε αντικειμενικά δεδομένα:  «Είμαι πανέξυπνος. Το έχει πεί και η μαμά.».
Ενα άλλο ελάττωμα, επακόλουθο του προαναφερθέντος, είναι ότι έχουν πάντα άποψη, η οποία μάλιστα είναι αξιοθαύμαστα σταθερή, σε επίπεδο μουλαρώματος.

Ακριβώς λόγω αυτών των μικρών ελαττωμάτων του καινούργιου τους Διευθυντή, Εκείνος ζούσε ένα καθημερινό τραγελαφικό δράμα:   Ηταν υπεύθυνος γιά όλα, μιά και δεν υπήρχε κανείς πιό έμπειρος στο τμήμα, αλλά δεν μπορούσε να αποφασίσει γιά τίποτα.
Συχνά πυκνά, το αφεντικό τον φώναζε στο γραφείο του, και άρχιζε τις φωνές.

– Τάκη, είναι απαράδεκτο αυτό που συνέβη! Ρεζίλι γίναμε! Και θα χάσουμε ένα σωρό λεφτά!

– Ναί κύριε Πρόεδρε, συμφωνώ, του το εξήγησα του κυρίου Αιμίλιου τί επρόκειτο να συμβεί.

– Ε, δεν θα κατάλαβε το παιδί, καινούργιος είναι, δεν την έχει μάθει ακόμα τη δουλειά!

– Του το εξήγησα 7 φορές κύριε Πρόεδρε!

– Τί δικαιολογίες είναι αυτές Τάκη; Γιατί δεν του το εξήγησες και 8η φορά;

– Πιστεύετε ότι θα καταλάβαινε;

– Με την 8η; Ναί, νομίζω ότι θα καταλάβαινε με την 8η!   -ήταν φανερό ότι του είχε μεγάλη εκτίμηση…

– Εγώ αμφιβάλλω…   -ήταν φανερό ότι δεν του είχε καμμία εκτίμηση…

– Τάκη, να μιλάς με περισσότερο σεβασμό γιά τον Διευθυντή σου! Ορίστε μας!

Ενώ Εκείνος ζούσε καθημερινά τα δύο του δράματα, το πρωινό στο γραφείο παλεύοντας με τεράστια κύματα στο φουρτουνιασμένο αρχιπέλαγος της βλακείας, και το βραδυνό στην σαλοτραπεζαρία βυθισμένος στην πυκνή ομίχλη των ατελείωτων σελίδων πυκνοτυπωμένων με την ψιλή την γραμματοσειρά αγγελιών, όλη η οικογένεια περίμενε…

Εκείνη, περίμενε κάθε μέρα τον ταχυδρόμο, μήπως φέρει καμμιά απαντητική επιστολή σε κάποιο από τα βιογραφικά που είχε στείλει Εκείνος. Ο ταχυδρόμος ερχόταν κάθε μέρα και χτυπούσε πάντα δύο φορές, όμως το μόνο που έφερνε ήταν λογαριασμοί.

Ο μπαμπάς του ο κύριος Αποστόλης περίμενε χαμπέρι από τον ξάδερφο, μήπως έγινε τίποτα με εκείνους τους βουλευτές, τον έναν από την Λάρισα, και τον άλλον από τα Τρίκαλα. Ομως το τηλέφωνο έμενε σιωπηλό, γιατί και ο ξάδερφος δεν είχε νεότερα από τον μπατζανάκη του, τον κουνιάδο της κουμπάρας του βουλευτή Α’, ούτε και από την ανηψιά του, την συννυφάδα της αδελφής του κουμπάρου του βουλευτή Β’.

Η μαμά του η κυρία Ανθούλα, περίμενε χαμπέρι από την Τήνο, όμως η Μεγαλόχαρη -Μεγάλη η Χάρη Της!- μάλλον ήταν πολύ απασχολημένη με τόσες αιτήσεις, και δεν είχε φθάσει ακόμη στον φάκελλο με τα εισερχόμενα από την Λάρισα.

Η Πίτσα περίμενε να μάθει άν έπιασαν οι κατάρες. Βαθειά απογοητευμένη που μετά σχεδόν δύο μήνες ήταν ακόμη όλοι μιά χαρά, έριξε μερικές συμπληρωματικές (κατάρες), και συνέχισε να περιμένει με την ελπίδα στην καρδιά.

Ο κύριος Γρηγόρης το μόνο που περίμενε, ήταν την Σβετλάνα κάθε βράδυ, να του ζεστάνει την ψυχή. Δεν περίμενε τίποτα άλλο…

Νύχτα ζοφώδης τε και ασέληνος, οίστρος απελπισίας πλανάται στο Μπραχάμι…

Ηταν περασμένα μεσάνυχτα, και είχε πιαστεί η πλάτη του καθισμένος από τις 9.00 στην άβολη καρέκλα της τραπεζαρίας. Πάνω στην ροτόντα ήταν απλωμένες οι εφημερίδες αγγελιών, δίπλα ένα μισογεμάτο τασάκι, το μπουκάλι με το ουίσκυ και ένα κόκκινο μαρκαδοράκι.
Χιλιάδες αγγελίες, τις ξεσκόνιζε μία-μία, κι όμως τίποτα. Τα μάτια του είχαν γίνει κόκκινα σαν το μαρκαδοράκι.

Είχε χρόνια να ψάξει γιά δουλειά, πολλά χρόνια. Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι πέρασε τόσος καιρός…
Τώρα το καταλάβαινε, διαβάζοντας τις αγγελίες:   «…έως 28 ετών»,  «…έως 30 ετών»,    «…έως 32 ετών» -το πολύ.  Αρχιζε να βλέπει με τρόμο ότι το «38» είναι μιά πολύ προχωρημένη ηλικία. Δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό του κάτι τέτοιο.
Απελπιστία.  Και αυτή η απελπισία γινόταν χειρότερη κάθε φορά που πετύχαινε κάποιες λίγες αγγελίες με μεγαλύτερο όριο ηλικίας, γιατί εκεί δεν πληρούσε τα προσόντα.

Ξαφνικά θυμήθηκε κάτι που έκανε το στομάχι του να σφιχτεί:  Πρίν πολύ καιρό, του είχε κάνει εντύπωση που το παιδί που έφερνε τις πίτσες, δεν ήταν και πολύ παιδί… Στην ηλικία του ήταν, ίσως και μεγαλύτερος ο φουκαράς. Φαντάστηκε τον εαυτό του πάνω σε ένα παπί να τρέχει νύχτα μέσα στο κρύο και στη βροχή, και ανατρίχιασε. Εβαλε ένα δάχτυλο ουίσκυ ακόμη και άναψε κι άλλο τσιγάρο.

Καθώς γύριζε σελίδα, στην πόρτα εμφανίσθηκε Εκείνη, εκθαμβωτική ως συνήθως, και στην συγκεκριμένη περίπτωση λίγο περισσότερο, μιά και φορούσε εκείνα τα λεοπαρδαλέ εσώρουχα, σε μιά απελπισμένη προσπάθεια να τον κάνει να παρατήσει επιτέλους τις αγγελίες γιά σήμερα. Το έβλεπε πόσο αγχωμένος ήταν, δεν σήκωνε κεφάλι πιά. Το ίδιο αγχωμένη ήταν κι εκείνη, προσπαθούσε όμως να μη το δείχνει.

– Ελα γλυκέ μου, πέρασε η ώρα, πάμε να ξαπλώσουμε, αύριο πάλι με τις αγγελίες…

Εκείνος δεν της έδωσε καμμία σημασία. Κάπως σαν να αντίκρυζε ταλαίπωρη αναμαλλιασμένη παχουλή νοικοκυρά με κυτταρίτιδα, ρόμπα και στραβοπατημένες παντόφλες…

– Εχω άλλες 34 σελίδες αγάπη μου, θα έρθω αργότερα, ξάπλωσε εσύ…

Του έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι, και έφυγε απογοητευμένη με εκείνο το γνωστό λικνιστικό βάδισμα, ταλαντεύοντας προκλητικά τους εντυπωσιακούς γλουτούς της.

Τους αγνόησε. Ζούσε στον κόσμο του. Εναν οδυνηρό κόσμο…

Πώς θα περάσει αυτή η νύχτα ;;

Τί ώρα θα τελειώσει αυτές τις 34 σελίδες ;;

Μήπως ο από μηχανής Θεός βρίσκεται στην τελευταία σελίδα ;;


Η συνέχεια στο επόμενο

Συνέχεια από το προηγούμενο

Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε, κάπνισε και 5-6 τσιγάρα ακόμη γιατί είχε κίνηση στην Βουλιαγμένης, και τελικά αποφάσισε να τα αφήσει γιά αργότερα τα μαύρα μαντάτα.
Ομως δεν τα κατάφερε…

Ανεβαίνοντας με το ασανσέρ προσπάθησε να φορέσει το ωραίο το χαμόγελο, όμως δεν του βγήκε καλό. Κάπως πικραμένο έδειχνε, κάπως έμοιαζε με γκριμάτσα, Εκείνη το κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά…

– Τί έχεις γλυκέ μου…;

– Τίποτα, τίποτα, λίγο κουρασμένος είμαι…

Λίγο αργότερα, βλέποντάς τον στον καναπέ να ξεφυσσάει με το μπουκάλι το ουίσκυ δίπλα, το τσιγάρο στο χέρι, και την απελπισία στο πρόσωπο, βεβαιώθηκε…
Ηταν αποφασισμένη να μάθει.

– Οχι, θα μου πείς!

Εκείνος προσπάθησε πολύ, πάλεψε όσο μπορούσε, όμως ήταν μάταιο.  Κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στην επιμονή μιάς γυναίκας…  -αυτό πιά, το ξέρουν όλοι.
Τελικά της τα είπε όλα με το νί και με το σίγμα…

Θρήνος και οδυρμός στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι…

Ολο το υπόλοιπο βράδυ το πέρασαν αγκαλιασμένοι στον καναπέ συζητώντας  -η τηλεόραση ήταν κλειστή, ίσως γιά πρώτη φορά στην ζωή τους.
Το ραδιόφωνο, συντονισμένο στον Picra FM, έπαιζε το soundtrack αυτής της φρικτής νύχτας.
Εκείνος ξεφυσσούσε καπνίζοντας ασταμάτητα, ενώ η στάθμη στο μπουκάλι με το ουίσκυ κατέβαινε αμείλικτα.
Εκείνη αναστέναζε πικραμένα, πίνοντας λικέρ πικραμύγδαλο.
Αρκετά μετά τα μεσάνυχτα, η ανταλλαγή απόψεων και αναστεναγμών έληξε χωρίς συμπέρασμα, και έπεσαν γιά ύπνο μέσα στην μαύρη στενοχώρια.
Εκείνος είδε όνειρο ότι ήλθε ο δικαστικός κλητήρας να κάνει κατάσχεση το κυπαρισσί GLS, γιατί είχε 6 μήνες να πληρώσει δόση.
Εκείνη είδε όνειρο ότι έσπασε το τακούνι της αριστερής γόβας, και δεν είχε να πληρώσει τον παπουτσή να το κολλήσει.

Την επομένη το πρωί, ενώ Εκείνος ανέβαινε τον Γολγοθά του στην ράμπα του parking της εταιρείας, Εκείνη άρχιζε να συνειδητοποιεί πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα. Δεν άντεχε, θα έσκαζε, έπρεπε κάπου να τα πεί.
Επλυνε στα γρήγορα τα φλυτζάνια και τα πιάτα, ντύθηκε, βάφτηκε, και…

Θρήνος και οδυρμός στα Σούρμενα…

Η Πίτσα ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Δεν άντεχε να βλέπει την κόρη της τόσο απελπισμένη, όμως έπρεπε να δείξει ψυχραιμία τούτη την δύσκολη ώρα, έπρεπε να την στηρίξει…
– Ααχχχ, κοριτσάκι μου, τί θα κάνουμε τώρα;;!!  Αχ, εγώ που ετοιμαζόμουν να σε καμαρώσω κυρία Διευθυντού, και τώρα θα σε καμαρώσω κυρία Ανεργου!  Αχ, τί θα κάνω τώρα η καψερή που πήγα και είπα σε όλες ότι ο γαμπρός μου έγινε Γενικός Διευθυντής Ανώνυμης Εταιρείας;;!!  Ααχχχ, ν’ανοίξει η γή να με καταπιεί!!  Αχ, θα πεθάνω!!

Ευτυχώς, συναισθανόμενη την σοβαρότητα της κατάστασης, δεν απήγγειλε ούτε μία φορά το γνωστό ρεφραίν: «Αχ, που δεν τον ήθελες τον κύριο Λάζαρο τον κρεοπώλη, τον προκομένο τον άνθρωπο, τον νοικοκύρη! Εσύ εκεί! Αυτόν τον άχρηστο! Αγύριστο κεφάλι, ίδια ο πατέρας σου!»…
Θέλησε μάλιστα να βοηθήσει κιόλας, και άρχισε να ρίχνει κατάρες στον Πρόεδρο, στον Αιμίλιο και στην εταιρεία γενικότερα. Τις πιό βαρειές τις έριξε στον Πρόεδρο, φυσικά…

– Και να ξέρεις, εμένα οι κατάρες μου πιάνουν!  Θα δείς!  Κακοχρονονάχουνε! -τσίριξε αποφασιστικά.

Και ενώ οι κατάρες είχαν ήδη πάει στους προορισμούς τους, τα άσχημα νέα, που ως γνωστόν ταξιδεύουν γρήγορα, δεν άργησαν να φθάσουν εκεί κοντά, λίγο νοτιοανατολικότερα…

Θρήνος και οδυρμός στην Τερψιθέα…

Ο καημένος ο κύριος Γρηγόρης ψυχομαράθηκε…  Πριν μία εβδομάδα, καταχαρούμενος που ο ρόλος του ταμείου αρωγής τελείωσε τόσο γρήγορα, είχε αρχίσει να τα βλέπει όλα ρόδινα σε αυτήν την άπονη ζωή.
Αρχισε να ξανασκέφτεται την Mercedes την CLK που την είχε μεγάλο μεράκι, και τις νύχτες και τις πίστες και όλα. Μάλιστα, έβαλε κιόλας αγγελία την BMW να την πουλήσει, και έψαχνε ήδη στην αγορά γιά το επόμενο όχημα, το ωραίο, το χλιδάτο. Και μέσα στην μεγάλη του χαρά που η κόρη του έγινε κυρία Διευθυντού, έκλεισε και τραπεζάκι στην Αντζελα το Σάββατο, να το γιορτάσει με την Σβετλάνα.
Και ξαφνικά, όλα γκρεμίστηκαν…
Πήρε τηλέφωνο, και ακύρωσε το τραπέζι. Την αγγελία της BMW την άφησε.  Με πόνο ψυχής σκέφτηκε ότι άν έμενε άνεργος γιά καιρό ο γαμπρός του, θα έπρεπε να την πουλήσει έτσι κι αλλιώς, και να μείνει να κυκλοφορεί με το Hyundai Atos της Σβετλάνας.  Αυτό δεν θα το άντεχε…

– Σβετλάνα…! -φώναξε ξεψυχισμένα- Βάλε ένα ουισκάκι… Θα σκάσω… 

Και ενώ η Σβετλάνα έβαζε σε έναν δίσκο το ποτήρι με το ουίσκυ, το μπωλάκι με τα αμυγδαλάκια, και το πιεσόμετρο -καλού-κακού-, ο απόηχος των λυγμών από τα Σούρμενα και το Μπραχάμι, διάβηκε κάμπους και βουνά, και έφθασε μέχρι την Θεσσαλία…

Θρήνος και οδυρμός στην Λάρισα…

Ο μπαμπάς του ο κύριος Αποστόλης, το αντιμετώπισε σχετικά ψύχραιμα. Πήρε το καραφάκι με εκείνο το ωραίο το τσίπουρο που του έφεραν από την Καρδίτσα, πήρε και ένα ποτηράκι, σωριάστηκε στην πολυθρόνα και άρχισε να ξεφυσσάει απελπισμένος.
Η μαμά του η κυρία Ανθούλα, έπαθε μία μικρή υστερική κρίση…

– Ααχχχ, λαχτάρα που με βρήκε!!  Αχ, Αποστόλη, τί θα κάνουμε τώρα;;!!  Τί θα κάνει το παιδί;  Αχ, που δεν την ήθελε την Βαΐτσα που μας έκανε προξενειό η ξαδέρφη μου η Θωμαή!  Αχ, που είχε 1600 στρέμματα προίκα η Βαΐτσα, και τρία διαμερίσματα, και σπίτι στον Αγιόκαμπο!  Αχ, και είχε και μπάρμπα αντιδήμαρχο, και θα τον διόριζε στον Δήμο!  Αυτός εκεί, την Σούλα!  Ορίστε τώρα!

Αργησε κάπως να ηρεμήσει, όμως κατόπιν, ψύχραιμα πλέον, αποφάσισε να δράσει.
Εκανε τάμα στην Μεγαλόχαρη στην Τήνο, και μάλιστα να ανέβει στα γόνατα όλη την ανηφόρα από το λιμάνι μέχρι την Εκκλησία, ακριβώς όπως προστάζει η παράδοση εκεί. Και να ανάψει και μία λαμπάδα ίσα με το μπόϊ του, εννοείται.

– Ρε γυναίκα, αφού σε πονάνε τα γόνατα!

– Θα πάρω επιγονατίδες από αυτές που φοράνε οι μαρμαράδες και οι πλακάδες!

– Επιτρέπεται…;

– Ολες δένουν τα γόνατά τους με πατσαβούρια! Γιατί να απαγορεύονται οι επιγονατίδες; Ε;  Κι έπειτα, μου είπε η κυρα Γιαννούλα απέναντι, που πήγε τον Αύγουστο, ότι έχουν στρώσει μοκέττα σε όλη την ανηφόρα!

– Μοκέττα…;;!!

– Ναί, ναί! Μία λωρίδα δεξιά στον δρόμο, μέχρι πάνω.

– Μα, στην Τήνο ρε γυναίκα; Είναι μακρυά!  Καλά, δεν μπορούσες να το κάνεις το τάμα στην Παναγία την Κορώνα εδώ δίπλα στην Καρδίτσα;

– Αααα, Αποστόλη η Μεγαλόχαρη είναι Θαυματουργή! -Μεγάλη η Χάρη Της!

– Δηλαδή, η Παναγία η Κορώνα είναι παρακατιανή;

– Τί λές καλέ! Ορίστε, τον γυιό της κυρα Γιαννούλας τον διόρισε στην ΔΕΗ!

– Η Μεγαλόχαρη;

– Βέεεεβαια! -Μεγάλη η Χάρη Της!

– Εγώ άκουσα ότι τον διόρισε εκείνος ο βουλευτής από τα Τρίκαλα…

– Εσύ είσαι άπιστος!!  -Παναγιά μου, συγχώρεσέ τον!!

Η συζήτηση διακόπηκε απότομα, γιατί κάτι της μύρισε της κυρίας Ανθούλας από την κουζίνα.  Μάλλον είχε αρχίσει να καίγεται η πρασσόπιττα που είχε στον φούρνο…

Ο κύριος Αποστόλης, έβαλε λίγο τσίπουρο ακόμη και ξαναάρχισε να ξεφυσσάει,
βαθειά προβληματισμένος. Δυστυχώς, την σήμερον ημέραν, το μέσον είναι το άπαν -σκέφτηκε πολύ σοφά. Επρεπε να κάνει κάτι, να δράσει…
Μετά από λίγο, το αποφάσισε: Θα πήγαινε την επομένη, πρωί-πρωί κιόλας, να βρεί τον πρώτο του ξάδελφο, που είχε μπατζανάκη τον κουνιάδο της κουμπάρας εκείνου του βουλευτή, που όλοι έλεγαν στην Λάρισα ότι πάει γιά υπουργός.
Και δεν ήταν μόνο αυτό, ο πρώτος του ξάδελφος, είχε και μία ανηψιά από την γυναίκα του, που ήταν συννυφάδα με την αδελφή του κουμπάρου του άλλου του βουλευτή από τα Τρίκαλα, αυτουνού που διόρισε και τον γυιό της κυρα Γιαννούλας στην ΔΕΗ.
Θα βοηθούσε όμως ο ξάδελφος…; Αγχωμένος, έβαλε ακόμη λίγο τσίπουρο. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι κάτι του μύριζε τόση ώρα.

– Τί έγινε γυναίκα, τί μυρίζει; Κάηκε η πρασσόπιττα; -φώναξε ξεψυχισμένα προς την κουζίνα.

– Αχχχχ… Μαύρισε η ψυχή μου…

– Τί; Μαύρισε; Γκαργκάνιασε; Τί θα φάμε τώρα;

– Οχι η πρασσόπιττα! Η ψυχή μου μαύρισε!

– Α… Καλά…

Λίγο αργότερα, ενώ ο μπαμπάς του και η μαμά του, μέσα στην μαύρη πίκρα, έτρωγαν ανόρεχτα την πρασσόπιττα που είχε μαυρίσει κάπως και πίκριζε, Εκείνος στην Αθήνα, μέσα στην μαύρη μελαγχολία…

Τί έκανε Εκείνος ;;

Πώς ήταν η πρώτη μέρα με τον καινούργιο του Διευθυντή ;;

Επιασαν οι κατάρες της Πίτσας ;;


Η συνέχεια στο επόμενο

Συνέχεια από το προηγούμενο

Εκείνο το μούδιασμα εξαφανίσθηκε σχεδόν αμέσως. Η σκοτοδίνη υποχώρησε γρήγορα. Αισθάνθηκε καλύτερα.
Μία ακατανίκητη επιθυμία ήταν αυτή που τον έκανε να συνέλθει αμέσως στέλνοντας τόνους αδρεναλίνης…
Δεν ήταν μία στιγμιαία παρόρμηση, αλλά κάτι πολύ πιό δυνατό. Ηταν μιά βαθειά εσωτερική ανάγκη να πάρει το γραφείο και να του το φέρει στο κεφάλι.
Ομως, αλλοίμονο, δεν μπορούσε… Αυτές οι μελαμίνες είναι πάνβαρειες.
Μπορούσε όμως να αναποδογυρίσει το γραφείο, να τα κάνει όλα λίμπα εκεί μέσα, και να το βουτήξει το αφεντικό από τον γιακά. Ναί, αυτό θα έκανε.

Σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε τον Πρόεδρο, κοίταξε και τον Αιμίλιο. Αν το βλέμμα μπορούσε να σκοτώσει, θα ήταν και οι δύο νεκροί.
Επιασε τα μπράτσα της δερμάτινης πολυθρόνας και τα έσφιξε κάνοντας μία κίνηση να σηκωθεί.
Το αριστερό του χέρι είχε ήδη πιάσει την άκρη του γραφείου και την έσφιγγε, όταν επενέβη η φωνή της λογικής, αγενέστατη ως συνήθως:

-Πού πάς ρέεεεεε…!!

Την αγνόησε επιδεικτικά, όμως ευτυχώς, η φωνή της λογικής κατάφερε και του ανέπτυξε τα επιχειρήματά της μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, πείθοντάς τον έγκαιρα.  Ατιμη φτώχεια…
Αφησε την άκρη του γραφείου, και έγειρε πάλι πίσω στην πολυθρόνα, ενώ άρχιζε να αισθάνεται μιά τρεμούλα να απλώνεται σιγά-σιγά.

Η σιωπή στο γραφείο ήταν τόσο συμπαγής, που μπορούσες να την κόψεις φέτες με το κουζινομάχαιρο. Δεν ήταν όμως απόλυτη:  Το κλιτς – κλιτς της τσίχλας του Αιμίλιου έκανε στα τεντωμένα νεύρα του ότι κάνει το νυχάκι του κιθαρίστα στις χορδές της κιθάρας.  Ηθελε απεγνωσμένα να τον βουτήξει από το αυτί και να τον πλακώσει στις κλωτσιές…

Ο Πρόεδρος, σαν γάτος που ήταν, έπιασε στον αέρα την δυσαρέσκεια που πλανιόταν μέσα στην ησυχία -άλλωστε, την περίμενε.  Γύρισε λοιπόν την κουβέντα σε πολύ συγκεκριμένα θέματα της δουλειάς.  Σχεδόν αμέσως ανακατώθηκε στην κουβέντα και ο γαμπρός του ο Αιμίλιος, αρχίζοντας να τσαμπουνάει διάφορα κλισέ από αυτά που είχε αποστηθίσει στο ρημαδοκολλέγιο, μισά Ελληνικά, μισά Αγγλικά. Μάλιστα, ανέπτυξε και τις ριζοσπαστικά πρωτοποριακές απόψεις του σχετικά με την αναδιάρθρωση του τμήματος που αναλάμβανε ως διευθυντής.
Εκείνος, τον άκουγε προσεκτικά με ανοιχτό το στόμα, εντυπωσιασμένος από τον καταιγιστικό ρυθμό με τον οποίο οι ανοησίες διαδέχονταν η μία την άλλη.
Παρά λίγο να αρχίσει να γελάει, και θα του έβγαινε κάτι σαν κλαυσίγελως στην κατάσταση που ήταν.
Ααα, το παιδί είναι εντελώς στόκος, και μάλιστα πολυεστερικός! -σκέφτηκε.

Είχε πάει ήδη 3.30 όταν έληξε αυτή η τραγική γιά την καριέρα του συνάντηση. Εφυγε χτυπώντας την πόρτα λίγο πιό δυνατά από ότι θα έπρεπε, τρομάζοντας την γραμματέα η οποία είχε τελειώσει το μανικιούρ, και ήταν αφοσιωμένη στην πασιέντζα της στην οθόνη.
Σε λίγη ώρα, ο Πρόεδρος θα κατέβαινε κάτω να τους δεί όλους, και να τους γνωρίσει τον καινούργιο τους Διευθυντή…

Φθάνοντας στον 2ο αισθανόταν έτοιμος να σκάσει.  Μπαίνοντας μέσα, κοίταξε την ανοιχτή πόρτα στο άδειο γραφείο του Διευθυντή…
Πριν μερικές μέρες, σκεφτόταν ήδη τις αλλαγές που θα έκανε. Γέλασε πικρά…
Θα έβαζε το γραφείο από την άλλη μεριά γιά να βλέπει έξω από το παράθυρο, θα ζητούσε καινούργια οθόνη TFT, θα άλλαζε τα στόρια που είχαν στραβώσει, θα έβαζε καινούργιο σουμαίν…   Στάχτες κι αποκαϊδια…
Είχε ήδη αγοράσει και μία ωραία νικελέ κορνίζα γιά να βάλει φωτογραφία της Σούλας στο ερμάριο από πίσω.  Πίκρα…

Προχωρώντας, πέρασε μπροστά από το γραφείο του συναδέλφου που εδώ και μία εβδομάδα τον φώναζε «κύριε Διευθυντά» χαμογελώντας με νόημα. 
– Α! Πού είστε κύριε Διευθυντά; Σας ψάχναμε!   -είχε διαλέξει πολύ ακατάλληλη στιγμή…

Γύρισε, έπιασε το γραφείο, το σήκωσε λίγο, τον κοίταξε με μάτι που γυάλιζε και του είπε φτύνοντας μία-μία τις λέξεις:
– Πρόσεξε, θα σου φέρω το γραφείο στο κεφάλι, τώρα!  -ήταν προφανές, ότι του είχε μείνει απωθημένο από πρίν…
Ο άλλος, εμβρόντητος, δεν έκανε ούτε κιχ…

Πήγε στο γραφείο του. Ενα σωρό δουλειές περίμεναν, όμως δεν θα έκανε τίποτα: Ο παλιός, καλός Τάκης που καθόταν μέχρι αργά να τα προλάβει όλα, είχε πεθάνει πριν λίγο. Τέλος.
Σε λίγο θα κατέβαινε ο Πρόεδρος με τον καινούργιο τους Διευθυντή. Αυτό δεν άντεχε να το ζήσει…  Θα έφευγε, θα κατέβαινε στο λογιστήριο. Ηταν φίλοι με τον προϊστάμενο εδώ και χρόνια, έκαναν παρέα και εκτός δουλειάς, ήταν ο μόνος άνθρωπος στην εταιρεία που μπορούσε να μιλήσει άνετα.
Πλησίασε πάλι αυτόν με το «Κύριε Διευθυντά» και τον αγριοκοίταξε. Εκείνος, καλού κακού, τσούλησε λίγο πίσω την καρέκλα.
– Μα δεν είπα τίποτα…! Δεν μίλησα καθόλου!
– Θα είμαι στο λογιστήριο.
– Α… Ούφ…

– Σπέρα…

– Σπέρα! Ωχ… Τάκη, τί συμβαίνει; Δεν σε βλέπω καλά…

– Δεν είμαι. Ημουν πάνω…

– Στον Πρόεδρο; Σε ήθελε γιά το θέμα; Ωχ… Καλά, άσε, μή μου λές, ξέρω… Γνώρισες και τον Αιμίλιο, τον καινούργιο σας Διευθυντή;  Ωχ, ωχ, ωχ…

– Ρέ;!  Το ήξερες και δεν μου είπες τίποτα;;!!

– Σσσστ! Μή φωνάζεις! Προχθές το έμαθα!

– Ωχ, θα σκάσω… Θα πάθω τίποτα… Τί θα κάνω τώρα; Πώς θα τον αντέξω αυτόν πάνω απ’το κεφάλι μου από αύριο; Ρε, τον είδες; Αυτός είναι να του δώσεις ένα γουρούνι να το βοσκάει, άμα του δώσεις δυό θα τα μπλέξει!

– Τον γνώρισα προχθές, άστα να πάνε, έμπλεξες μεγάλε… Κοίτα, Τάκη, είναι λίγο χειρότερα τα πράγματα…

– Τί χειρότερα;! Γίνεται χειρότερα απ’αυτό;!

– Γίνεται, γίνεται… Μιά κι ήρθες, κάτσε να τα πούμε, κλείσε και την πόρτα να μη μας ακούνε. Τί να σε κεράσουμε; Ενα λεξοτανίλ; Ενα βάλιουμ;
Λοιπόοοον… Μου φαίνεται πρέπει να αρχίσεις να ψάχνεις γιά δουλειά σιγά-σιγά…

– Τί;;

– Ναι.  Οπως ξέρεις Τάκη, η εταιρεία δεν είναι και στα καλύτερά της.

– Το ξέρω, αλλά το παλεύουμε…

– Ναι, δόξα τω Θεώ, νά’ναι καλά η τράπεζα… Το παλεύουμε Τάκη, αλλά πρέπει να περιορίσουμε τα έξοδα. Και συγκεκριμένα την μισθοδοσία.

– Και λοιπόν;  -άναψε ένα τσιγάρο με ελαφρώς τρεμάμενο χέρι.

– Λοιπόν, έχουμε ένα σωρό παλιούς που παίρνουν ένα σωρό λεφτά. Ξέρεις πόσα παίρνει η κυρα Θοδώρα η καθαρίστρια με το ΙΚΑ της, τόσα χρόνια που είναι εδώ; Πολλά!  Ε, θα φύγει λοιπόν η κυρα Θοδώρα, και θα πάρουμε μιά αλλοδαπή με τα μισά λεφτά.

– Και τί θα κάνει η κυρα Θοδώρα η κακομοίρα στην ηλικία που είναι;

– Δεν νομίζω ότι τον απασχολεί αυτό τον Πρόεδρο, έχει άλλα σοβαρότερα προβλήματα. Ούτε κι εσένα πρέπει να σε απασχολεί. Να ασχοληθείς να δείς τί θα κάνεις εσύ, γιατί μάλλον θα πάθεις το ίδιο με την κυρα Θοδώρα!

– Τί;; Θα με απολύσει;; Ξέρει κανείς τη δουλειά όπως εγώ;;

– Οχι, κανείς, αλλά αυτό δεν έχει απολύτως καμμία σημασία.
Ρε αφελέστατε, τί να σε κάνει εσένα που παίρνεις έναν σκασμό λεφτά τόσα χρόνια που είσαι εδώ; Επειδή έχεις πείρα; Σιγά!  Θα πάρει έναν πιτσιρικά, θα του δίνει τα μισά από όσα παίρνεις εσύ, θα είναι και ορεξάτος γιά δουλειά, δεν θα ζητάει υπερωρίες, δεν θα παίρνει bonus, όλα τέλεια. Και θα μάθει κιόλας κάποια στιγμή.
Οσο γιά τον Αιμίλιο, όσο στόκος κι άν είναι, θα την μάθει την δουλειά κουτσά – στραβά. Θα του την μάθεις εσύ…

Τάκη, ο πρόεδρος έχει αποφασίσει να κόψει απ’ όπου μπορεί.
Να σε ξαποστείλει τώρα σύντομα, αποκλείεται. Αλλά θα σε ξαποστείλει, κι εσένα και κάμποσους ακόμα. Το θέμα είναι άν θα καθίσεις να πάρεις αποζημίωση, ή αν θα βρείς κάτι άλλο και θα φύγεις μόνος σου.
Υπάρχει κι άλλο ενδεχόμενο: Να σου σπάσει τα νεύρα ο Αιμίλιος, και να τα βροντήξεις. Αυτό λέγεται «Εξαναγκασμός σε παραίτηση», είναι ωραιότατη μέθοδος και λειτουργεί πάντα.

Η συζήτηση κράτησε αρκετά, το μικρό γραφείο γέμισε καπνούς, το πάτωμα στάχτες λόγω της τρεμούλας που αυξανόταν προοδευτικά, όμως η ανταλλαγή απόψεων ήταν εποικοδομητική, και έτσι υπήρξε σαφές συμπέρασμα: Απελπισία.

Η ώρα είχε περάσει, και η εθιμοτυπική επίσκεψη του Προέδρου μετά του νέου Διευθυντού, μάλλον είχε λήξει.
Ανέβηκε στον 2ο, και πρόσεξε όλους να τον κοιτάζουν με κάποια αμηχανία. Δεν μίλησε σε κανέναν, ούτε του μίλησε κανείς.
Κάθισε στο γραφείο του, αλλά δεν επρόκειτο να δουλέψει. Κόντευε να σκάσει.
Θα έφευγε, αλλά δεν ήθελε να πάει σπίτι. Θα έπαιρνε την Σούλα να βγούνε έξω, να της πεί τον πόνο του, και να πάνε κάπου να κλάψουνε μαζί. Σήκωσε το ακουστικό…

– Ναίαιαιαι;

– Εγώ είμαι…

– Ελα γλυκέ μου! Καλέ, πώς και πήρες τόσο νωρίς; Τελείωσες; Ελα, σε περιμένουμε, είναι εδώ και η μαμά! … Πώς; … Οχι, δεν ξέρω τί ώρα θα φύγει, γιατί; … Α, έχεις πολλή δουλειά. … Α, μπορεί να αργήσεις. … Καλά, γλυκέ μου, φιλιά!

Το μόνο που του έλειπε αυτήν την άθλια μέρα, ήταν να γυρίσει σπίτι και να είναι εκεί Αυτή!
Δεν άντεχε, ήθελε να βγεί έξω…
Σήκωσε το τηλέφωνο και πήρε κάποιους φίλους του. Κανείς δεν μπορούσε, όλοι θα σχόλαζαν αργά.  Δυστυχώς, δεν είχε κανέναν φίλο δημόσιο υπάλληλο…

Αποφάσισε να βγεί μόνος με το αυτοκίνητο, να οδηγήσει, να ηρεμήσει, να σκεφτεί. Να περάσει και η ώρα, να φύγει Αυτή…
Κατέβηκε στο parking, και πρόσεξε μία μαύρη Porsche Boxster παρκαρισμένη πίσω από το Range Rover του Πρόεδρου. Δεν την είχε ξαναδεί. Δεν είχε καμμία αμφιβολία, θα ήταν σίγουρα του Αιμίλιου…
Αααααχ, άτιμη κοινωνία, που άλλους τους ανεβάζεις, και άλλους τους κατεβάζεις!!

Λίγο αργότερα, οδηγούσε αργά στην δεξιά λωρίδα της παραλιακής, καπνίζοντας ασταμάτητα. Ο καιρός ήταν χάλια, φυσούσε δυνατά, ψιλόβρεχε, ερχόταν καταιγίδα.
Μαύρες σκέψεις κυκλοφορούσαν στο κεφάλι του, πιό μαύρες κι από τα σύννεφα. Κόντευε να νυχτώσει όταν βλέποντας μία πινακίδα συνειδητοποίησε ότι είχε φθάσει στην Ανάβυσσο. Εκανε επί τόπου γιά να γυρίσει πίσω. Ο αέρας δυνάμωνε, ριπές βροχής έπεφταν στο παρμπρίζ, ο ουρανός ήταν μαύρος σαν απελπισία…

Οσο οδηγούσε με τον δυνατό αέρα να ταρακουνάει το κυπαρισσί GLS, ένα φρικτό δίλημμα τον βασάνιζε σε όλη την διαδρομή από το Λαγονήσι μέχρι την Βάρκιζα.
Μήπως δεν έπρεπε να μιλήσει γιά όλα αυτά στην Σούλα; Nα κερδίσει λίγο χρόνο, να δεί τί θα γίνει;
Ομως, Εκείνη μάλλον θα καταλάβαινε ότι κάτι δεν πάει καλά. Οι γυναίκες τα πιάνουν κάτι τέτοια…

Φθάνοντας στην Βουλιαγμένη, είχε ήδη νυχτώσει από ώρα, και δεν είχε αποφασίσει ακόμη άν θα της τα ξεφούρνιζε τα μαύρα μαντάτα… Κοίταξε το ρολόϊ στο ταμπλώ. Είχε περάσει η ώρα, μπορεί και να είχε φύγει Αυτή.. Σκέφθηκε να το ρισκάρει, να γυρίσει σπίτι.
Εκείνο το φρικτό δίλημμα ήταν ακόμη εκεί, αλλά ο δρόμος του γυρισμού ήταν ακόμη μακρύς. Είχε μπροστά του όλη την Λεωφόρο Βουλιαγμένης γιά να σκεφθεί και να αποφασίσει τί θα κάνει…


Θα της τα ξεφουρνίσει τα μαύρα μαντάτα ;;

Μήπως τα αφήσει γιά αργότερα ;;


Η συνέχεια στο επόμενο

ΕΚΕΙΝΟΣ, ΕΚΕΙΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ GLS

Μία αισθηματική αυτοκινητική νουβέλα με φόντο το μαγευτικό Μπραχάμι.
Ενα διαμπερές τριάρι, ένα κυπαρισσί GLS, και δύο τραγικές φιγούρες.
Ο οδυνηρός κόσμος μιάς ψευδαίσθησης.
Μία αγωνιώδης πορεία προς την αυτοκαταστροφή...
smoking
Copyright © H.Constantinos
gilda1

Αρχείο

Driving and Shooting

Σελίδες