28_01

Συνέχεια από το προηγούμενο

Περιέργως, ακόμα και οι αξημέρωτες νύχτες, ξημερώνουν κάποια στιγμή. Ενας υπέροχος ήλιος ανέτειλε στο Μπραχάμι πίσω από τις απλωμένες animal design κουβέρτες της απέναντι ταράτσας, λούζοντας με τις χρυσές ακτίνες του το διαμπερές τρίφατσο τριάρι.
Επίσης περιέργως, Εκείνος ξύπνησε με πολύ καλή διάθεση, παρ’όλη την αξημέρωτη νύχτα.
Ηταν τόσο όμορφο αυτό το πρωϊνό!
Ακόμα και το κυπαρισσί GLS είχε τα κέφια του, και εκείνο το κόκκινο λαμπάκι του πανικού που άναβε κάθε μέρα αλλά έσβηνε μετά, τούτο το πρωί δεν άναψε!
Ακόμα και ο καφές της κοινόχρηστης καφετιέρας στην δουλειά, δεν ήταν νερομπλούκι όπως συνήθως!
Ανεξήγητα εντελώς, είχε ένα καλό προαίσθημα. Αραγες, μήπως ερχόταν καμμιά απάντηση σε κάποιο από τα βιογραφικά που είχε στείλει…;

Ανοιξε τον υπολογιστή, ήπιε δυό γουλιές από τον άψογο καφέ Κολομβίας, και έβαλε το χέρι στην τσέπη να πάρει τα τσιγάρα του. Ενα διπλωμένο χαρτί ήταν εκεί. Ενα ξεχασμένο δελτίο… Το κοίταξε, είχε ήδη κληρώσει. Ποτέ δεν είχε κερδίσει τίποτα.  Αλλά ήταν κι εκείνο το ανεξήγητο καλό προαίσθημα…

Μετά από 10 λεπτά, το ακουστικό του έπεσε στο πάτωμα, του κόπηκε η αναπνοή, και παραλίγο να πάθει ασφυξία.
Βαριανασαίνοντας, ξανατσεκάρισε 7-8 φορές τα νούμερα, αλλά δεν μπορούσε να το πιστέψει… Μόνο την στιγμή της εξαργύρωσης ίσως να τα κατάφερνε…
Πήρε τα τσιγάρα και το κινητό του, και έφυγε χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα.

28_02

Η γραφειοκρατική διαδικασία δεν κράτησε πολύ, και μία ώρα αργότερα, με ένα τεράστιο χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, ξαναμπήκε στο κυπαρισσί GLS και βάλθηκε να μετράει και να ξαναμετράει τα μηδενικά, προσπαθώντας να το συνειδητοποιήσει.
Κρατούσε το κινητό στο χέρι του έτοιμος να πατήσει κλήση, αλλά τελικά αποφάσισε να μην τηλεφωνήσει στην Σούλα. Θα της έκανε έκπληξη, και μάλιστα πολύ χειροπιαστή… Λεφτά δεν είχε ακόμα στην τσέπη του, όμως -όπως όλος ο κόσμος- είχε καμμιά 15αριά πιστωτικές κάρτες.

28_03

Ευτυχώς δεν είχε κίνηση, και δεν άργησε να φθάσει στο Σύνταγμα, κοιτάζοντας τον κόσμο αφ’ υψηλού πίσω από το τιμόνι ενός μαύρου Mercedes ML 320 -δυστυχώς, στο καλό το rent a car, το κυριλέ, δεν είχαν ούτε Ferrari, ούτε καν Porsche…
Φθάνοντας Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου, έκλεισε άγρια στην δεξιά λωρίδα ένα ταξί που ευτυχώς πρόλαβε και φρέναρε, καβάλησε το πεζοδρόμιο και πάρκαρε. Το ML είχε ήδη αρχίσει να επιδρά στην οδηγική συμπεριφορά του… Κατέβηκε, κλείδωσε, και είχε την εντύπωση ότι τον κοίταζαν όλοι…

28_04

Η σπατουλαρισμένη πωλήτρια με τον ξανθό κότσο κοίταξε επιτιμητικά το φθηνό κοστούμι.
Την αγριοκοίταξε.

– Μπορώ να δω αυτό το δαχτυλίδι;

– Αυτό με τα τέσσερα μπριγιάν κύριε…; -χαμογέλασε ειρωνικά, πλην ευγενέστατα.

– Οχι παιδί μου, το διπλανό με τα δώδεκα.

– Βεβαίως κύριε… Να σας πώ και πόσο κάνει…; -ένα αδιόρατο γέλιο υπήρχε στον τόνο της.

– Δεν με απασχολεί παιδί μου, βάλτο -την ξανααγριοκοίταξε. Χμμ… Και αυτό;

– Ριβιέρα κύριε… -ψιθύρισε έκπληκτη.

– Βάλτην κι αυτήν.

– Μοναδικό κλασσικό κομμάτι κύριε, αχ, πώς φαίνεται ότι ξέρετε να επιλέγετε! -είπε γλυψιματικά- Ασφαλώς θα θέλετε να δείτε και σκουλαρίκια! Αχ, θα σας δείξω…

– Οχι, βιάζομαι. -την διέκοψε απότομα.

28_05

Βγαίνοντας, και πλησιάζοντας το ML που είχε κλείσει κάπως τον πεζόδρομο, κοίταξε το ρολόϊ του. Προλάβαινε να πάρει δύο Rolex, και μετά να φροντίσει την αμφίεσή του, που τώρα πιά ήταν ανεπίτρεπτη. Το μάτι του όμως έπεσε στην Louis Vuitton απέναντι. Πολύ της άρεσαν της Σούλας, και μάλιστα είχε πάρει μερικές από τους μαύρους στα πεζοδρόμια. Επρεπε να της πάρει μερικές αυθεντικές.

Η σοβατισμένη πωλήτρια με τις τεράστιες βλεφαρίδες που απέφευγε να χαμογελάει γιά να μην κάνει ρυτίδες, αλλά και γιά να μην προκληθούν ρωγμές στον σοβά, κοίταξε έκπληκτη τον αταίριαστο πελάτη, αλλά πρόσεξε και το τσαντάκι του διάσημου κοσμηματοπωλείου και μπερδεύτηκε.

Μετά από λίγο…
– Κάνε γρήγορα παιδί μου, κούνα τα χέρια σου, βιάζομαι!

– Μάλιστα κύριε, συγγνώμη κύριε, αμέσως κύριε! -χαμογέλασε βεβιασμένα ενώ πακετάριζε πανικόβλητη ένα σωρό τσάντες, τσαντάκια κλπ.

28_06

Ο χρόνος κυλούσε ευχάριστα και εποικοδομητικά τούτη την ηλιόλουστη μέρα. Πλησίαζε η ώρα να κλείσουν τα μαγαζιά γιά μεσημέρι, αλλά είχε προλάβει να διαλέξει δύο Rolex, και ήδη διπλοπάρκαρε στην Σκουφά.

Ο πωλητής με τους ώμους αχθοφόρου που μάλλον χτυπούσε 8ωρο καθημερινά στα γυμναστήρια, απόρησε, τον κοίταξε υπεροπτικά, και γύρισε επιδεικτικά την πλάτη -δεν είχε προσέξει από τί αυτοκίνητο κατέβηκε…

Τον αγνόησε προσωρινά, και άρχισε να τριγυρνάει διαλέγοντας διάφορα μόνος του με την ησυχία του.
Λίγο αργότερα, και έχοντας καταλήξει σε όλα, ο άλλος συνέχιζε να του έχει γυρισμένη την πλάτη τακτοποιώντας κρεμάστρες.
Τον πλησίασε αθόρυβα, και 20 πόντους από τον σβέρκο του, φώναξε δυνατά χτυπώντας ταυτόχρονα το χέρι στον πάγκο:
– Τί θα γίνει, θα περιμένω πολύ;!

– Αααχ!! Καλέ, με λαχταρίιιισατε!!

Μετά από λίγο, και ενώ είχε ήδη σχηματιστεί ένας τεράστιος σωρός σακκούλες στο ταμείο, μανιασμένα κορναρίσματα ακούστηκαν έξω στον δρόμο. Ενα φορτηγό δεν χωρούσε να περάσει -το ML ήταν φαρδύ…

– Πάρτα και πήγαινέ τα στο αυτοκίνητο παιδί μου.

– Μάλιστα κύριε!

Βγήκε έξω, άνοιξε το πορτμπαγκάζ και ανέβηκε στο ML περιμένοντας το φορτίο με τις σακκούλες. Απ’ότι υπολόγισε, το μποτιλιάρισμα πρέπει να έφθανε μέχρι την Ιπποκράτους… Στο μεταξύ τα κορναρίσματα δυνάμωναν ενώ ο πωλητής πηγαινοερχόταν κουβαλώντας σακκούλες.

– Μωρή ντακότα, πάρε τα πόδια σου! Δεν βλέπεις ότι έχουμε κλείσει τον δρόμο;!

– Τρέχω κύριε, τρέχω! -απάντησε λαχανιασμένος καθώς περνούσε απέναντι τον δρόμο με το λικνιστικό του βάδισμα.

28_07

Μετά το μεσημέρι, κατά τις 4.00, στο Μπραχάμι επικρατούσε υστερικός ενθουσιασμός:
– Ναι καλέ μαμά σου λέω! Ναί! Αχ, πού να δεις το Rolex που μου πήρε με την ροζ πλάκα και τα μπριγιαντάκια γύρω-γύρω! Κλείνω όμως, δεν προλαβαίνω, ανοίγουν τα μαγαζιά σε λίγο και θα ανέβω Κολωνάκι γιά ψώνια! Δεν έχω τίποτα που να πηγαίνει με μαύρο Mercedes ML, και το βράδυ θα βγούμε, κλείσαμε τραπέζι στην Δέσποινα Βανδή!

Στο μεταξύ Εκείνος ήταν ήδη στην Βουλιαγμένης, και πήγαινε στην δουλειά να τακτοποιήσει δύο εκκρεμότητες… Στο κινητό του υπήρχαν 34 αναπάντητες. Τον έψαχναν. Επρεπε να τους εξηγήσει τους ανθρώπους…

Δεν πήγε στο γραφείο του, αλλά κατευθείαν στον διευθυντή. Ανοιξε την πόρτα απότομα χωρίς να χτυπήσει, και μπήκε στο γραφείο με σχετικά αργό βήμα, χωρίς να πει καλησπέρα.

– Τάκη πώς μπαίνεις έτσι μέσα;! Και πού είσαι από το πρωί;! Την επόμενη φορά που θα λείψεις έστω και 10 λεπτά χωρίς άδεια, απολύεσαι!! -φώναξε ο κ. Αιμίλιος με την ένρινη φωνή του.

Δεν του απάντησε, πλησίασε στο γραφείο, το έπιασε και άρχισε να το σηκώνει σιγά-σιγά -είναι πάνβαρειες αυτές οι μελαμίνες…
Πρώτο κύλησε ένα ωραίο φλυτζάνι Bodum, καταλήγοντας στο Armani του κ.Αιμίλιου μαζί με τον καπουτσίνο που περιείχε -ευτυχώς δεν έσπασε.
Ακολούθησαν προοδευτικά διάφορα άλλα αντικείμενα σκορπώντας στο πάτωμα.

– Αϊιιιιι! Αϊ! Αϊ! Αϊ! 

Μιά σπαρακτική κραυγή πόνου αντήχησε στο γραφείο καθώς ένα τεράστιο τασάκι Ritzenhoff έπεσε στο πόδι του κ.Αιμίλιου ξενυχιάζοντάς τον, αλλά σχεδόν αμέσως πνίγηκε (η κραυγή) στον τρομακτικό γδούπο του γραφείου που αναποδογύρισε κάνοντας το πάτωμα να σειστεί. Ευτυχώς πρόλαβε να τσουλήσει πίσω την δερμάτινη διευθυντική πολυθρόνα από τον Δελούδη, και έτσι δεν καταπλακώθηκε.

Τρόμος ζωγραφίστηκε στα μάτια του με το συνήθως απλανές βλέμμα, και μιά κιτρινοπράσινη απόχρωση απλώθηκε στο καλοξυρισμένο πρόσωπό του.
Αφωνος, με ανοιχτό το στόμα, κοίταζε εναλλάξ την εικόνα βομβαρδισμού, τους αφρούς του καπουτσίνο στο κοστούμι του, και τον Τάκη που είχε ήδη ανοίξει την πόρτα και έβγαινε αφήνοντάς την ανοιχτή.

Εξω είχαν μαζευτεί μερικοί συνάδελφοι να δουν τί συμβαίνει. Διέκρινε αμέσως κάποια χαμόγελα να σχηματίζονται. Φθάνοντας στο ασανσέρ γιά να ανέβει πάνω στον Πρόεδρο, του φάνηκε ότι άκουσε κάτι πνιχτά γέλια από τον διάδρομο…

28_08

Η Βίκυ, η γραμματέας του Προέδρου, με το λευκό ημιδιαφανές μίνι και το ανάλαφρο τιραντέ μπλουζάκι πίσω από το οποίο δεν υπήρχε σουτιέν, ήταν απασχολημένη με το μανικιούρ της.

– Καλησπέρα σας κύριε Τάκη -χαμογέλασε προκλητικά από συνήθεια- να κοιτάξω αν μπορεί να σας δεχθεί ο κύριος Πρόεδρος.

– Δεν χρειάζεται -της χαμογέλασε. Ανοιξε την πόρτα απότομα, μπήκε, και την έκλεισε δυνατά.

Απόρησε. – Περίεργο… -σκέφτηκε, συνεχίζοντας την λεπτή εργασία της με το ψαλιδάκι.

Σχεδόν αμέσως, κάποιοι περίεργοι ήχοι ακούστηκαν από το γραφείο του Προέδρου, σαν κάτι να έσπασε κιόλας.
Ακολούθησε ένας τρομακτικός γδούπος που έκανε το πάτωμα να σειστεί.
Η Βίκυ κατατρόμαξε. Πετάχτηκε πάνω φωνάζοντας, αλλά ήταν ταυτόχρονα και κραυγή πόνου, γιατί την στιγμή του σεισμού έκοβε μία παρανυχίδα και τρύπησε το δάχτυλό της από την τρομάρα.

– Αααχ! Σεισμός!! Αααχ, το δαχτυλάκι μου!! Αααχ, καλέ τρέχει αίμα!!

Η πόρτα άνοιξε, ο Τάκης βγήκε με αργό βήμα, και την έκλεισε βροντώντας την τόσο δυνατά, που εμφανίστηκαν ρωγμές στην γυψοσανίδα.
Η Βίκυ πήρε και δεύτερη τρομάρα, αν και δεν είχε ακόμα συνέλθει από την προηγούμενη -ευτυχώς αυτήν την φορά δεν κρατούσε ψαλιδάκι.

– Αααχ!! Μετασεισμός!!

– Ωχ! Αμάν! Τί έγινε; Ηρθε η αστυνομία;!

– Αχ, γλυκέ μου σε ξύπνησα, συγγνώμη, άνοιξα να αερίσω και έκανε ρεύμα και βρόντηξε η πόρτα… Καλέ, ποιά αστυνομία; Αχ, έβλεπες όνειρο; Αντε, σήκω, πάω να σου φτιάξω καφέ! 

Το κακό με τα ωραία όνειρα, είναι δυστυχώς ότι κάποια στιγμή ξυπνάς…

28_09

Σε λίγο στην κουζίνα, γύρω από το τραπέζι με τον αχνιστό καφέ, τις φρυγανιές σικάλεως και τον χυμό πορτοκαλιού άνευ σακχάρεως, η διήγηση του ονείρου είχε ολοκληρωθεί και η συζήτηση κατευθυνόταν προς το γνωστό θέμα, το γνωστό πρόβλημα.

– Αχ, γλυκέ μου, νομίζω ότι είναι πολύ καλό αυτό το όνειρο! -θα πάρω και την μαμά να την ρωτήσω- Αλλά να δείς που κάτι καλό θα γίνει!
Καλέ, τί έγινε με εκείνον τον φίλο σου σ’εκείνη την εταιρεία από τον Ασπρόπυργο; Βέβαια είναι μακρυά ο Ασπρόπυργος…

– Τίποτα δεν έγινε… Μακάρι να γινότανε, κι ας είναι μακρυά ο Ασπρόπυργος, κι ας ήταν και στα Κιούρκα!

– Και με την άλλη την εταιρεία στον Αλιμο, που είναι και κοντά;

– Τίποτα… Αγάπη μου, πάει, μας τέλειωσαν οι γνωστοί.

– Μμμ… Οχι!

– Τί όχι;

– Δεν μας τέλειωσαν! Καλέ, πώς δεν το σκέφτηκες τόσο καιρό;!

– Ποιό…;

– Ολα εγώ πρέπει να τα σκέφτομαι;! Τί θα έκανες βρε χωρίς εμένα;!

– Θα μου πείς επιτέλους;!

– Οχι, να μου πεις τί θα έκανες χωρίς εμένα!

– Θα μου πεις, ή θα με σκάσεις;;!

Τί θα έκανε χωρίς Εκείνη ;;

Τί σκέφτηκε το θηλυκό μυαλό ;;

Θα του πεί ;;

Θα τον σκάσει ;; 

…  
Η συνέχεια στο επόμενο…

Advertisements