27_01

Συνέχεια από το προηγούμενο

Η νύχτα κυλούσε ανελέητα αργά. Είχε πάει 2.30 όταν έφθασε στην τελευταία σελίδα, χωρίς να βρει τίποτα. Η κούραση είχε γίνει υπερένταση. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί…

Σωριάστηκε στην πολυθρόνα και άνοιξε την τηλεόραση γιά να χαλαρώσει, αλλά έπεσε στην περίπτωση: Στην επανάληψη μεσημεριανής εκπομπής, 5-6 εξειδικευμένοι άσχετοι ανέλυαν διεξοδικά και εντελώς επιστημονικά το πρόβλημα της ανεργίας, των χαμηλών μισθών, αλλά και της ολοένα αυξανόμενης τάσης των νέων να ονειρεύονται μόνο τον διορισμό στο δημόσιο, και τίποτα άλλο.

Αυτό το θέμα με την «ολοένα αυξανόμενη τάση των νέων» πολύ του άρεσε… Ειδικά ο τρόπος με τον οποίο το προσέγγιζε μία χοντρή εμπριμέ ξανθιά, η οποία εντόπιζε στην συρρίκνωση των ονείρων, τα οποία απογυμνωμένα πλέον από κάθε ιδεαλιστική θεώρηση, εντοπίζουν μόνον στην επιβίωση και την ασφάλεια.

– Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω (πετάχτηκε ένας νεάζων μεσήλικας με γκρίζα αλογουρά και γιλέκο), δεν θέλω να πιστέψω ότι η συρρίκνωση των ονείρων είναι ολοκληρωτική, νομίζω ότι εκτός από την επιβίωση και την ασφάλεια, εντοπίζουν επίσης και στην αργομισθία, πράγμα που εμπεριέχει στοιχεία ιδεαλισμού, δεδομένου ότι αυτή (η αργομισθία) δεν είναι εφικτή γιά το μεγαλύτερο ποσοστιαία τμήμα του πληθυσμού. Θα έλεγα, λοιπόν…

Τα μάτια της εμπριμέ χοντρής πέταξαν σπίθες πίσω από τις δίπλες που τα κάλυπταν, αλλά δεν χρειάστηκε να τον διακόψει, γιατί πρόλαβε μία καλοδιατηρημένη σαραντάρα με γκρι ταγέρ, κοινωνιολόγος από κάποιο υπουργείο, η οποία το πήρε προσωπικά…

– Είναι γνωστές οι ισοπεδωτικές απόψεις σας! -είπε επιθετικά με φωνή λολίτας, κραδαίνοντας απειλητικά μία χρυσή πέννα Mont Blanc.

Κατόπιν, άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί, όπως γίνεται συνήθως, να μην ακούει κανείς κανέναν, και οι τηλεθεατές τίποτα, με αποτέλεσμα να επέμβει η μελαχροινή συντονίστρια με τις μπορντώ μπούκλες…

– Σααααας παρακαλώ! Σααααας παρακαλώ! -αλλά η φωνή της χάθηκε στην οχλοβοή…

Παραλίγο να αρχίσει να γελάει θεατρικά, και το γέλιο θα κατέληγε σε ένα κρεσέντο κλαυσίγελου πριν πέσει η αυλαία, αλλά η Σούλα κοιμόταν και δεν ήθελε να την ξυπνήσει.

Θυμήθηκε ότι και ο ίδιος είχε προσπαθήσει γιά μιά θέση στον ήλιο, αλλά δεν τα είχε καταφέρει…

Θα μπορούσε όμως και να είχε πετύχει. Και μάλιστα η επιτυχία σε αυτή την δουλειά έρχεται με έναν δικό της όμορφο τρόπο: Δεν είναι απαραίτητοι οι κόποι μιάς ζωής γιά να αράξεις κάποια στιγμή σε κάποια ηλικία και να απολαύσεις το αποτέλεσμά τους (των κόπων). Εκεί, στην εύφορη κοιλάδα της απέναντι όχθης, αράζεις με το «καλημέρα σας», πριν την έναρξη εργασιών της επιχείρησης.

27_02

Φαντάστηκε τον εαυτό του να ζει στα λουλουδιασμένα λειβάδια, εκεί που δεν χρειάζεται να δουλεύεις σκληρά, να προσπαθείς / σκέφτεσαι / ανησυχείς / αγχώνεσαι.

Εκεί, στους ανθισμένους αγρούς του παραδείσου που η ανεργία, η ανασφάλεια, η σκέψη, η ανησυχία, το άγχος, η αγωνία, ο κόπος, δεν είναι λέξεις με σημασία, αλλά αφηρημένες έννοιες που αφορούν άλλους.

Εκεί, στους ηλιόλουστους κήπους της αιώνιας άνοιξης, που οι έννοιες ικανότητα / ανικανότητα, βλακεία / σπιρτάδα, μόρφωση / αγραμματοσύνη, υπευθυνότητα / αφασία, καθήκον / αργομισθία, δεν έχουν απολύτως καμμία σημασία.

Αχχχ… Πόσο θα ήθελε να είναι πολίτης της χώρας του αιώνιου χασμουρητού…

Πόσο θα ήθελε να ζει με τους δικούς της κανόνες, τους δικούς της νόμους…

Στην χώρα, όπου η ανικανότητα και η βλακεία είναι τα σημαντικότερα προσόντα που σου εξασφαλίζουν ζωή χαρισάμενη (Δεν σου αναθέτει κανείς τίποτα γιά να μην τα κάνεις μαντάρα, και κάααθεσαι…).

Στην χώρα, όπου η ικανότητα και η προθυμία είναι σοβαρά ελαττώματα (Σου φορτώνουν τα πάντα γιατί κάπως πρέπει να βγαίνει και η δουλειά, και τρέχεις πανικόβλητος…).

Αχχχ… Πόσο θα ήθελε να χασμουριέται κάτω από τις ανθισμένες μυγδαλιές…

Είχε πάει 3.30, και η υπερένταση δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Σηκώθηκε να βάλει λίγο ουίσκυ μήπως ηρεμήσει και μπορέσει να κοιμηθεί. Η ανοιχτή εφημερίδα μικρών αγγελιών που κείτονταν μαδημένη από το ξεφύλλισμα πάνω στη ροτόντα, τον επανέφερε στην τραγική πραγματικότητα μετά το ονειρικό ταξίδι στα περβόλια της ευδαιμονίας.

Ξανασωριάστηκε στην πολυθρόνα, ήπιε δυό γουλιές ουίσκυ, άναψε άλλο ένα τσιγάρο, και αναλογίστηκε την ζωή του.

Ηταν 3.45. Οι μαύρες σκέψεις άρχισαν να διαδέχονται η μία την άλλη με ρυθμό slide show. Σχεδόν δεν το πίστευε αυτό που του συνέβαινε…

Σκέφτηκε ότι εδώ και χρόνια έκανε το ίδιο λάθος που κάνουν όλοι στην από ‘δώ λασπερή όχθη: Η συνήθεια και η ρουτίνα αρχίζουν να μοιάζουν με σιγουριά. Το αναπάντεχο μοιάζει απίθανο. Μέχρι να έρθει…

Ηταν αστείο.

Κι εκείνος προχώρησε ένα βήμα παραπέρα: Εκτός από σιγουριά, νόμισε κιόλας ότι με προσπάθεια και σκληρή δουλειά θα μπορούσε να ανέβει και 2-3 σκαλιά παραπάνω…

Θέλησε και πάλι να αρχίσει να γελάει θεατρικά, αλλά ήταν πολύ κουρασμένος γιά να αντέξει έναν κλαυσίγελω. Αρκέστηκε να χαμογελάσει πικρά.

Ηταν 4.30. Στην ανοιχτή τηλεόραση, οι τηλεπωλήσεις είχαν διαδεχθεί εδώ και ώρα την οχλοβοή της προηγούμενης εκπομπής, δημιουργώντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα υπνηλίας.

Αρχισε να νυστάζει. Ισως να κατάφερνε να κοιμηθεί τελικά…

Θα μπορέσει να κοιμηθεί ;;

 

Θα κοιμηθεί καλά ;;

 

Μήπως ξυπνήσει στραβά μετά από αυτή την φρικτή νύχτα ;;

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements