Συνέχεια από το προηγούμενο

Αθήνα, Μπραχάμι, Μάϊος 2002

Η ζωή κυλούσε αργά και βασανιστικά στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι.
Τα σύννεφα της αγωνίας και η ομίχλη της απελπισίας είχαν απλωθεί πάνω από το Μπραχάμι, σχεδόν ταυτόχρονα με πυκνά σύννεφα καπνού, μιά και λόγω άγχους Εκείνος είχε αυξήσει το τσιγάρο θεαματικά.

Ο θολός ορίζοντας ενός ζοφερού πεπρωμένου δέσποζε απειλητικός πίσω από τις μπαλκονόπορτες της σαλοτραπεζαρίας.
Τίποτα ευχάριστο δεν συνέβαινε, τίποτα ελπιδοφόρο. Κι όμως είχε προσπαθήσει…
Από την πρώτη κιόλας εβδομάδα μετά τις τραγικές γιά την καριέρα του εξελίξεις, έκανε κάποιες κινήσεις ψάχνοντας σιγά-σιγά γιά δουλειά. Το είχε δεί από την αρχή ότι το κλίμα δεν τον σήκωνε πλέον.   Και εκείνη την δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης, σαν να του φαινόταν ότι την έβλεπε κάθε μέρα πάνω από την είσοδο έτοιμη να τού’ρθει στον σβέρκο. Ηδη, είχαν γίνει κάποιες απολύσεις, και έβλεπε μερικές καινούργιες φάτσες στην εταιρεία.  Ισως ήταν ο επόμενος «προς αντικατάστασιν»…

Αρχισε να παίρνει κάποια τηλέφωνα, μίλησε με μερικούς γνωστούς από άλλες εταιρείες του χώρου γιά να βολιδοσκοπήσει καταστάσεις, συζητώντας μάλιστα ανοιχτά με κάποιους.  Και άκουγε πάντα το ίδιο: «Δυστυχώς προς το παρόν…». Το κάθε τηλεφώνημα τελείωνε πάντα με την ίδια επωδό: «Μήν ανησυχείς Τάκη, μόλις ακούσω κάτι θα σου τηλεφωνήσω!».  Τα ήξερε αυτά…
Πολύ σύντομα, άρχισε τις εφημερίδες αγγελιών. Εφτιαξε και ένα ωραίο βιογραφικό, το έβγαλε φωτοτυπίες, και τα βράδυα καθόταν και έψαχνε στις ατελείωτες πυκνοτυπωμένες σελίδες. Μέχρι που μπήκε ο Μάϊος, είχε στείλει μόνον οκτώ αντίτυπα από την ντάνα με τα βιογραφικά σε κάποιες ταχυδρομικές θυρίδες, αλλά δεν περίμενε πολλά πράγματα.

Αυτό το καθημερινό άγχος της αναμονής δεν αντέχεται εύκολα ως γνωστόν, αλλά γιά την περίπτωση που δεν είναι αρκετό γιά να σκάσει ένας άνθρωπος, Εκείνος δεν είχε πρόβλημα, δόξα τω Θεώ, είχε και έξτρα άγχος κάθε μέρα στη δουλειά, ένα απερίγραπτο αδιάκοπο σπάσιμο νεύρων.
Από την πρώτη κιόλας εβδομάδα που ανέλαβε ο καινούργιος τους Διευθυντής, ο κύριος Αιμίλιος, κατάλαβε πόσο δίκιο είχε στην πρώτη του εντύπωση: «Ρε, τον είδες; Αυτός είναι να του δώσεις ένα γουρούνι να το βοσκάει, άμα του δώσεις δυό θα τα μπλέξει!» -είχε πεί στον φίλο του στο λογιστήριο, και ο άνθρωπος συμφώνησε, πώς θα μπορούσε να διαφωνήσει άλλωστε…

Δυστυχώς, το χειρότερο ελάττωμα των ανθρώπων που δεν παίρνουν και πολλές στροφές δεν είναι ακριβώς αυτό, το αργόστροφον δηλαδή, που στο κάτω κάτω είναι εκ γενετής, και πρέπει να αντιμετωπίζεται με στοργή και κατανόηση.  Το χειρότερο ελάττωμα είναι ότι πιστεύουν ακράδαντα πως παίρνουν (στροφές), και μάλιστα περισσότερες από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Η πεποίθηση αυτή βασίζεται πάντα σε απόλυτα τεκμηριωμένα επιχειρήματα, και σε αντικειμενικά δεδομένα:  «Είμαι πανέξυπνος. Το έχει πεί και η μαμά.».
Ενα άλλο ελάττωμα, επακόλουθο του προαναφερθέντος, είναι ότι έχουν πάντα άποψη, η οποία μάλιστα είναι αξιοθαύμαστα σταθερή, σε επίπεδο μουλαρώματος.

Ακριβώς λόγω αυτών των μικρών ελαττωμάτων του καινούργιου τους Διευθυντή, Εκείνος ζούσε ένα καθημερινό τραγελαφικό δράμα:   Ηταν υπεύθυνος γιά όλα, μιά και δεν υπήρχε κανείς πιό έμπειρος στο τμήμα, αλλά δεν μπορούσε να αποφασίσει γιά τίποτα.
Συχνά πυκνά, το αφεντικό τον φώναζε στο γραφείο του, και άρχιζε τις φωνές.

– Τάκη, είναι απαράδεκτο αυτό που συνέβη! Ρεζίλι γίναμε! Και θα χάσουμε ένα σωρό λεφτά!

– Ναί κύριε Πρόεδρε, συμφωνώ, του το εξήγησα του κυρίου Αιμίλιου τί επρόκειτο να συμβεί.

– Ε, δεν θα κατάλαβε το παιδί, καινούργιος είναι, δεν την έχει μάθει ακόμα τη δουλειά!

– Του το εξήγησα 7 φορές κύριε Πρόεδρε!

– Τί δικαιολογίες είναι αυτές Τάκη; Γιατί δεν του το εξήγησες και 8η φορά;

– Πιστεύετε ότι θα καταλάβαινε;

– Με την 8η; Ναί, νομίζω ότι θα καταλάβαινε με την 8η!   -ήταν φανερό ότι του είχε μεγάλη εκτίμηση…

– Εγώ αμφιβάλλω…   -ήταν φανερό ότι δεν του είχε καμμία εκτίμηση…

– Τάκη, να μιλάς με περισσότερο σεβασμό γιά τον Διευθυντή σου! Ορίστε μας!

Ενώ Εκείνος ζούσε καθημερινά τα δύο του δράματα, το πρωινό στο γραφείο παλεύοντας με τεράστια κύματα στο φουρτουνιασμένο αρχιπέλαγος της βλακείας, και το βραδυνό στην σαλοτραπεζαρία βυθισμένος στην πυκνή ομίχλη των ατελείωτων σελίδων πυκνοτυπωμένων με την ψιλή την γραμματοσειρά αγγελιών, όλη η οικογένεια περίμενε…

Εκείνη, περίμενε κάθε μέρα τον ταχυδρόμο, μήπως φέρει καμμιά απαντητική επιστολή σε κάποιο από τα βιογραφικά που είχε στείλει Εκείνος. Ο ταχυδρόμος ερχόταν κάθε μέρα και χτυπούσε πάντα δύο φορές, όμως το μόνο που έφερνε ήταν λογαριασμοί.

Ο μπαμπάς του ο κύριος Αποστόλης περίμενε χαμπέρι από τον ξάδερφο, μήπως έγινε τίποτα με εκείνους τους βουλευτές, τον έναν από την Λάρισα, και τον άλλον από τα Τρίκαλα. Ομως το τηλέφωνο έμενε σιωπηλό, γιατί και ο ξάδερφος δεν είχε νεότερα από τον μπατζανάκη του, τον κουνιάδο της κουμπάρας του βουλευτή Α’, ούτε και από την ανηψιά του, την συννυφάδα της αδελφής του κουμπάρου του βουλευτή Β’.

Η μαμά του η κυρία Ανθούλα, περίμενε χαμπέρι από την Τήνο, όμως η Μεγαλόχαρη -Μεγάλη η Χάρη Της!- μάλλον ήταν πολύ απασχολημένη με τόσες αιτήσεις, και δεν είχε φθάσει ακόμη στον φάκελλο με τα εισερχόμενα από την Λάρισα.

Η Πίτσα περίμενε να μάθει άν έπιασαν οι κατάρες. Βαθειά απογοητευμένη που μετά σχεδόν δύο μήνες ήταν ακόμη όλοι μιά χαρά, έριξε μερικές συμπληρωματικές (κατάρες), και συνέχισε να περιμένει με την ελπίδα στην καρδιά.

Ο κύριος Γρηγόρης το μόνο που περίμενε, ήταν την Σβετλάνα κάθε βράδυ, να του ζεστάνει την ψυχή. Δεν περίμενε τίποτα άλλο…

Νύχτα ζοφώδης τε και ασέληνος, οίστρος απελπισίας πλανάται στο Μπραχάμι…

Ηταν περασμένα μεσάνυχτα, και είχε πιαστεί η πλάτη του καθισμένος από τις 9.00 στην άβολη καρέκλα της τραπεζαρίας. Πάνω στην ροτόντα ήταν απλωμένες οι εφημερίδες αγγελιών, δίπλα ένα μισογεμάτο τασάκι, το μπουκάλι με το ουίσκυ και ένα κόκκινο μαρκαδοράκι.
Χιλιάδες αγγελίες, τις ξεσκόνιζε μία-μία, κι όμως τίποτα. Τα μάτια του είχαν γίνει κόκκινα σαν το μαρκαδοράκι.

Είχε χρόνια να ψάξει γιά δουλειά, πολλά χρόνια. Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι πέρασε τόσος καιρός…
Τώρα το καταλάβαινε, διαβάζοντας τις αγγελίες:   «…έως 28 ετών»,  «…έως 30 ετών»,    «…έως 32 ετών» -το πολύ.  Αρχιζε να βλέπει με τρόμο ότι το «38» είναι μιά πολύ προχωρημένη ηλικία. Δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό του κάτι τέτοιο.
Απελπιστία.  Και αυτή η απελπισία γινόταν χειρότερη κάθε φορά που πετύχαινε κάποιες λίγες αγγελίες με μεγαλύτερο όριο ηλικίας, γιατί εκεί δεν πληρούσε τα προσόντα.

Ξαφνικά θυμήθηκε κάτι που έκανε το στομάχι του να σφιχτεί:  Πρίν πολύ καιρό, του είχε κάνει εντύπωση που το παιδί που έφερνε τις πίτσες, δεν ήταν και πολύ παιδί… Στην ηλικία του ήταν, ίσως και μεγαλύτερος ο φουκαράς. Φαντάστηκε τον εαυτό του πάνω σε ένα παπί να τρέχει νύχτα μέσα στο κρύο και στη βροχή, και ανατρίχιασε. Εβαλε ένα δάχτυλο ουίσκυ ακόμη και άναψε κι άλλο τσιγάρο.

Καθώς γύριζε σελίδα, στην πόρτα εμφανίσθηκε Εκείνη, εκθαμβωτική ως συνήθως, και στην συγκεκριμένη περίπτωση λίγο περισσότερο, μιά και φορούσε εκείνα τα λεοπαρδαλέ εσώρουχα, σε μιά απελπισμένη προσπάθεια να τον κάνει να παρατήσει επιτέλους τις αγγελίες γιά σήμερα. Το έβλεπε πόσο αγχωμένος ήταν, δεν σήκωνε κεφάλι πιά. Το ίδιο αγχωμένη ήταν κι εκείνη, προσπαθούσε όμως να μη το δείχνει.

– Ελα γλυκέ μου, πέρασε η ώρα, πάμε να ξαπλώσουμε, αύριο πάλι με τις αγγελίες…

Εκείνος δεν της έδωσε καμμία σημασία. Κάπως σαν να αντίκρυζε ταλαίπωρη αναμαλλιασμένη παχουλή νοικοκυρά με κυτταρίτιδα, ρόμπα και στραβοπατημένες παντόφλες…

– Εχω άλλες 34 σελίδες αγάπη μου, θα έρθω αργότερα, ξάπλωσε εσύ…

Του έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι, και έφυγε απογοητευμένη με εκείνο το γνωστό λικνιστικό βάδισμα, ταλαντεύοντας προκλητικά τους εντυπωσιακούς γλουτούς της.

Τους αγνόησε. Ζούσε στον κόσμο του. Εναν οδυνηρό κόσμο…

Πώς θα περάσει αυτή η νύχτα ;;

Τί ώρα θα τελειώσει αυτές τις 34 σελίδες ;;

Μήπως ο από μηχανής Θεός βρίσκεται στην τελευταία σελίδα ;;


Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements