Συνέχεια από το προηγούμενο

Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε, κάπνισε και 5-6 τσιγάρα ακόμη γιατί είχε κίνηση στην Βουλιαγμένης, και τελικά αποφάσισε να τα αφήσει γιά αργότερα τα μαύρα μαντάτα.
Ομως δεν τα κατάφερε…

Ανεβαίνοντας με το ασανσέρ προσπάθησε να φορέσει το ωραίο το χαμόγελο, όμως δεν του βγήκε καλό. Κάπως πικραμένο έδειχνε, κάπως έμοιαζε με γκριμάτσα, Εκείνη το κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά…

– Τί έχεις γλυκέ μου…;

– Τίποτα, τίποτα, λίγο κουρασμένος είμαι…

Λίγο αργότερα, βλέποντάς τον στον καναπέ να ξεφυσσάει με το μπουκάλι το ουίσκυ δίπλα, το τσιγάρο στο χέρι, και την απελπισία στο πρόσωπο, βεβαιώθηκε…
Ηταν αποφασισμένη να μάθει.

– Οχι, θα μου πείς!

Εκείνος προσπάθησε πολύ, πάλεψε όσο μπορούσε, όμως ήταν μάταιο.  Κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στην επιμονή μιάς γυναίκας…  -αυτό πιά, το ξέρουν όλοι.
Τελικά της τα είπε όλα με το νί και με το σίγμα…

Θρήνος και οδυρμός στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι…

Ολο το υπόλοιπο βράδυ το πέρασαν αγκαλιασμένοι στον καναπέ συζητώντας  -η τηλεόραση ήταν κλειστή, ίσως γιά πρώτη φορά στην ζωή τους.
Το ραδιόφωνο, συντονισμένο στον Picra FM, έπαιζε το soundtrack αυτής της φρικτής νύχτας.
Εκείνος ξεφυσσούσε καπνίζοντας ασταμάτητα, ενώ η στάθμη στο μπουκάλι με το ουίσκυ κατέβαινε αμείλικτα.
Εκείνη αναστέναζε πικραμένα, πίνοντας λικέρ πικραμύγδαλο.
Αρκετά μετά τα μεσάνυχτα, η ανταλλαγή απόψεων και αναστεναγμών έληξε χωρίς συμπέρασμα, και έπεσαν γιά ύπνο μέσα στην μαύρη στενοχώρια.
Εκείνος είδε όνειρο ότι ήλθε ο δικαστικός κλητήρας να κάνει κατάσχεση το κυπαρισσί GLS, γιατί είχε 6 μήνες να πληρώσει δόση.
Εκείνη είδε όνειρο ότι έσπασε το τακούνι της αριστερής γόβας, και δεν είχε να πληρώσει τον παπουτσή να το κολλήσει.

Την επομένη το πρωί, ενώ Εκείνος ανέβαινε τον Γολγοθά του στην ράμπα του parking της εταιρείας, Εκείνη άρχιζε να συνειδητοποιεί πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα. Δεν άντεχε, θα έσκαζε, έπρεπε κάπου να τα πεί.
Επλυνε στα γρήγορα τα φλυτζάνια και τα πιάτα, ντύθηκε, βάφτηκε, και…

Θρήνος και οδυρμός στα Σούρμενα…

Η Πίτσα ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Δεν άντεχε να βλέπει την κόρη της τόσο απελπισμένη, όμως έπρεπε να δείξει ψυχραιμία τούτη την δύσκολη ώρα, έπρεπε να την στηρίξει…
– Ααχχχ, κοριτσάκι μου, τί θα κάνουμε τώρα;;!!  Αχ, εγώ που ετοιμαζόμουν να σε καμαρώσω κυρία Διευθυντού, και τώρα θα σε καμαρώσω κυρία Ανεργου!  Αχ, τί θα κάνω τώρα η καψερή που πήγα και είπα σε όλες ότι ο γαμπρός μου έγινε Γενικός Διευθυντής Ανώνυμης Εταιρείας;;!!  Ααχχχ, ν’ανοίξει η γή να με καταπιεί!!  Αχ, θα πεθάνω!!

Ευτυχώς, συναισθανόμενη την σοβαρότητα της κατάστασης, δεν απήγγειλε ούτε μία φορά το γνωστό ρεφραίν: «Αχ, που δεν τον ήθελες τον κύριο Λάζαρο τον κρεοπώλη, τον προκομένο τον άνθρωπο, τον νοικοκύρη! Εσύ εκεί! Αυτόν τον άχρηστο! Αγύριστο κεφάλι, ίδια ο πατέρας σου!»…
Θέλησε μάλιστα να βοηθήσει κιόλας, και άρχισε να ρίχνει κατάρες στον Πρόεδρο, στον Αιμίλιο και στην εταιρεία γενικότερα. Τις πιό βαρειές τις έριξε στον Πρόεδρο, φυσικά…

– Και να ξέρεις, εμένα οι κατάρες μου πιάνουν!  Θα δείς!  Κακοχρονονάχουνε! -τσίριξε αποφασιστικά.

Και ενώ οι κατάρες είχαν ήδη πάει στους προορισμούς τους, τα άσχημα νέα, που ως γνωστόν ταξιδεύουν γρήγορα, δεν άργησαν να φθάσουν εκεί κοντά, λίγο νοτιοανατολικότερα…

Θρήνος και οδυρμός στην Τερψιθέα…

Ο καημένος ο κύριος Γρηγόρης ψυχομαράθηκε…  Πριν μία εβδομάδα, καταχαρούμενος που ο ρόλος του ταμείου αρωγής τελείωσε τόσο γρήγορα, είχε αρχίσει να τα βλέπει όλα ρόδινα σε αυτήν την άπονη ζωή.
Αρχισε να ξανασκέφτεται την Mercedes την CLK που την είχε μεγάλο μεράκι, και τις νύχτες και τις πίστες και όλα. Μάλιστα, έβαλε κιόλας αγγελία την BMW να την πουλήσει, και έψαχνε ήδη στην αγορά γιά το επόμενο όχημα, το ωραίο, το χλιδάτο. Και μέσα στην μεγάλη του χαρά που η κόρη του έγινε κυρία Διευθυντού, έκλεισε και τραπεζάκι στην Αντζελα το Σάββατο, να το γιορτάσει με την Σβετλάνα.
Και ξαφνικά, όλα γκρεμίστηκαν…
Πήρε τηλέφωνο, και ακύρωσε το τραπέζι. Την αγγελία της BMW την άφησε.  Με πόνο ψυχής σκέφτηκε ότι άν έμενε άνεργος γιά καιρό ο γαμπρός του, θα έπρεπε να την πουλήσει έτσι κι αλλιώς, και να μείνει να κυκλοφορεί με το Hyundai Atos της Σβετλάνας.  Αυτό δεν θα το άντεχε…

– Σβετλάνα…! -φώναξε ξεψυχισμένα- Βάλε ένα ουισκάκι… Θα σκάσω… 

Και ενώ η Σβετλάνα έβαζε σε έναν δίσκο το ποτήρι με το ουίσκυ, το μπωλάκι με τα αμυγδαλάκια, και το πιεσόμετρο -καλού-κακού-, ο απόηχος των λυγμών από τα Σούρμενα και το Μπραχάμι, διάβηκε κάμπους και βουνά, και έφθασε μέχρι την Θεσσαλία…

Θρήνος και οδυρμός στην Λάρισα…

Ο μπαμπάς του ο κύριος Αποστόλης, το αντιμετώπισε σχετικά ψύχραιμα. Πήρε το καραφάκι με εκείνο το ωραίο το τσίπουρο που του έφεραν από την Καρδίτσα, πήρε και ένα ποτηράκι, σωριάστηκε στην πολυθρόνα και άρχισε να ξεφυσσάει απελπισμένος.
Η μαμά του η κυρία Ανθούλα, έπαθε μία μικρή υστερική κρίση…

– Ααχχχ, λαχτάρα που με βρήκε!!  Αχ, Αποστόλη, τί θα κάνουμε τώρα;;!!  Τί θα κάνει το παιδί;  Αχ, που δεν την ήθελε την Βαΐτσα που μας έκανε προξενειό η ξαδέρφη μου η Θωμαή!  Αχ, που είχε 1600 στρέμματα προίκα η Βαΐτσα, και τρία διαμερίσματα, και σπίτι στον Αγιόκαμπο!  Αχ, και είχε και μπάρμπα αντιδήμαρχο, και θα τον διόριζε στον Δήμο!  Αυτός εκεί, την Σούλα!  Ορίστε τώρα!

Αργησε κάπως να ηρεμήσει, όμως κατόπιν, ψύχραιμα πλέον, αποφάσισε να δράσει.
Εκανε τάμα στην Μεγαλόχαρη στην Τήνο, και μάλιστα να ανέβει στα γόνατα όλη την ανηφόρα από το λιμάνι μέχρι την Εκκλησία, ακριβώς όπως προστάζει η παράδοση εκεί. Και να ανάψει και μία λαμπάδα ίσα με το μπόϊ του, εννοείται.

– Ρε γυναίκα, αφού σε πονάνε τα γόνατα!

– Θα πάρω επιγονατίδες από αυτές που φοράνε οι μαρμαράδες και οι πλακάδες!

– Επιτρέπεται…;

– Ολες δένουν τα γόνατά τους με πατσαβούρια! Γιατί να απαγορεύονται οι επιγονατίδες; Ε;  Κι έπειτα, μου είπε η κυρα Γιαννούλα απέναντι, που πήγε τον Αύγουστο, ότι έχουν στρώσει μοκέττα σε όλη την ανηφόρα!

– Μοκέττα…;;!!

– Ναί, ναί! Μία λωρίδα δεξιά στον δρόμο, μέχρι πάνω.

– Μα, στην Τήνο ρε γυναίκα; Είναι μακρυά!  Καλά, δεν μπορούσες να το κάνεις το τάμα στην Παναγία την Κορώνα εδώ δίπλα στην Καρδίτσα;

– Αααα, Αποστόλη η Μεγαλόχαρη είναι Θαυματουργή! -Μεγάλη η Χάρη Της!

– Δηλαδή, η Παναγία η Κορώνα είναι παρακατιανή;

– Τί λές καλέ! Ορίστε, τον γυιό της κυρα Γιαννούλας τον διόρισε στην ΔΕΗ!

– Η Μεγαλόχαρη;

– Βέεεεβαια! -Μεγάλη η Χάρη Της!

– Εγώ άκουσα ότι τον διόρισε εκείνος ο βουλευτής από τα Τρίκαλα…

– Εσύ είσαι άπιστος!!  -Παναγιά μου, συγχώρεσέ τον!!

Η συζήτηση διακόπηκε απότομα, γιατί κάτι της μύρισε της κυρίας Ανθούλας από την κουζίνα.  Μάλλον είχε αρχίσει να καίγεται η πρασσόπιττα που είχε στον φούρνο…

Ο κύριος Αποστόλης, έβαλε λίγο τσίπουρο ακόμη και ξαναάρχισε να ξεφυσσάει,
βαθειά προβληματισμένος. Δυστυχώς, την σήμερον ημέραν, το μέσον είναι το άπαν -σκέφτηκε πολύ σοφά. Επρεπε να κάνει κάτι, να δράσει…
Μετά από λίγο, το αποφάσισε: Θα πήγαινε την επομένη, πρωί-πρωί κιόλας, να βρεί τον πρώτο του ξάδελφο, που είχε μπατζανάκη τον κουνιάδο της κουμπάρας εκείνου του βουλευτή, που όλοι έλεγαν στην Λάρισα ότι πάει γιά υπουργός.
Και δεν ήταν μόνο αυτό, ο πρώτος του ξάδελφος, είχε και μία ανηψιά από την γυναίκα του, που ήταν συννυφάδα με την αδελφή του κουμπάρου του άλλου του βουλευτή από τα Τρίκαλα, αυτουνού που διόρισε και τον γυιό της κυρα Γιαννούλας στην ΔΕΗ.
Θα βοηθούσε όμως ο ξάδελφος…; Αγχωμένος, έβαλε ακόμη λίγο τσίπουρο. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι κάτι του μύριζε τόση ώρα.

– Τί έγινε γυναίκα, τί μυρίζει; Κάηκε η πρασσόπιττα; -φώναξε ξεψυχισμένα προς την κουζίνα.

– Αχχχχ… Μαύρισε η ψυχή μου…

– Τί; Μαύρισε; Γκαργκάνιασε; Τί θα φάμε τώρα;

– Οχι η πρασσόπιττα! Η ψυχή μου μαύρισε!

– Α… Καλά…

Λίγο αργότερα, ενώ ο μπαμπάς του και η μαμά του, μέσα στην μαύρη πίκρα, έτρωγαν ανόρεχτα την πρασσόπιττα που είχε μαυρίσει κάπως και πίκριζε, Εκείνος στην Αθήνα, μέσα στην μαύρη μελαγχολία…

Τί έκανε Εκείνος ;;

Πώς ήταν η πρώτη μέρα με τον καινούργιο του Διευθυντή ;;

Επιασαν οι κατάρες της Πίτσας ;;


Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements