Συνέχεια από το προηγούμενο

Εκείνο το μούδιασμα εξαφανίσθηκε σχεδόν αμέσως. Η σκοτοδίνη υποχώρησε γρήγορα. Αισθάνθηκε καλύτερα.
Μία ακατανίκητη επιθυμία ήταν αυτή που τον έκανε να συνέλθει αμέσως στέλνοντας τόνους αδρεναλίνης…
Δεν ήταν μία στιγμιαία παρόρμηση, αλλά κάτι πολύ πιό δυνατό. Ηταν μιά βαθειά εσωτερική ανάγκη να πάρει το γραφείο και να του το φέρει στο κεφάλι.
Ομως, αλλοίμονο, δεν μπορούσε… Αυτές οι μελαμίνες είναι πάνβαρειες.
Μπορούσε όμως να αναποδογυρίσει το γραφείο, να τα κάνει όλα λίμπα εκεί μέσα, και να το βουτήξει το αφεντικό από τον γιακά. Ναί, αυτό θα έκανε.

Σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε τον Πρόεδρο, κοίταξε και τον Αιμίλιο. Αν το βλέμμα μπορούσε να σκοτώσει, θα ήταν και οι δύο νεκροί.
Επιασε τα μπράτσα της δερμάτινης πολυθρόνας και τα έσφιξε κάνοντας μία κίνηση να σηκωθεί.
Το αριστερό του χέρι είχε ήδη πιάσει την άκρη του γραφείου και την έσφιγγε, όταν επενέβη η φωνή της λογικής, αγενέστατη ως συνήθως:

-Πού πάς ρέεεεεε…!!

Την αγνόησε επιδεικτικά, όμως ευτυχώς, η φωνή της λογικής κατάφερε και του ανέπτυξε τα επιχειρήματά της μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, πείθοντάς τον έγκαιρα.  Ατιμη φτώχεια…
Αφησε την άκρη του γραφείου, και έγειρε πάλι πίσω στην πολυθρόνα, ενώ άρχιζε να αισθάνεται μιά τρεμούλα να απλώνεται σιγά-σιγά.

Η σιωπή στο γραφείο ήταν τόσο συμπαγής, που μπορούσες να την κόψεις φέτες με το κουζινομάχαιρο. Δεν ήταν όμως απόλυτη:  Το κλιτς – κλιτς της τσίχλας του Αιμίλιου έκανε στα τεντωμένα νεύρα του ότι κάνει το νυχάκι του κιθαρίστα στις χορδές της κιθάρας.  Ηθελε απεγνωσμένα να τον βουτήξει από το αυτί και να τον πλακώσει στις κλωτσιές…

Ο Πρόεδρος, σαν γάτος που ήταν, έπιασε στον αέρα την δυσαρέσκεια που πλανιόταν μέσα στην ησυχία -άλλωστε, την περίμενε.  Γύρισε λοιπόν την κουβέντα σε πολύ συγκεκριμένα θέματα της δουλειάς.  Σχεδόν αμέσως ανακατώθηκε στην κουβέντα και ο γαμπρός του ο Αιμίλιος, αρχίζοντας να τσαμπουνάει διάφορα κλισέ από αυτά που είχε αποστηθίσει στο ρημαδοκολλέγιο, μισά Ελληνικά, μισά Αγγλικά. Μάλιστα, ανέπτυξε και τις ριζοσπαστικά πρωτοποριακές απόψεις του σχετικά με την αναδιάρθρωση του τμήματος που αναλάμβανε ως διευθυντής.
Εκείνος, τον άκουγε προσεκτικά με ανοιχτό το στόμα, εντυπωσιασμένος από τον καταιγιστικό ρυθμό με τον οποίο οι ανοησίες διαδέχονταν η μία την άλλη.
Παρά λίγο να αρχίσει να γελάει, και θα του έβγαινε κάτι σαν κλαυσίγελως στην κατάσταση που ήταν.
Ααα, το παιδί είναι εντελώς στόκος, και μάλιστα πολυεστερικός! -σκέφτηκε.

Είχε πάει ήδη 3.30 όταν έληξε αυτή η τραγική γιά την καριέρα του συνάντηση. Εφυγε χτυπώντας την πόρτα λίγο πιό δυνατά από ότι θα έπρεπε, τρομάζοντας την γραμματέα η οποία είχε τελειώσει το μανικιούρ, και ήταν αφοσιωμένη στην πασιέντζα της στην οθόνη.
Σε λίγη ώρα, ο Πρόεδρος θα κατέβαινε κάτω να τους δεί όλους, και να τους γνωρίσει τον καινούργιο τους Διευθυντή…

Φθάνοντας στον 2ο αισθανόταν έτοιμος να σκάσει.  Μπαίνοντας μέσα, κοίταξε την ανοιχτή πόρτα στο άδειο γραφείο του Διευθυντή…
Πριν μερικές μέρες, σκεφτόταν ήδη τις αλλαγές που θα έκανε. Γέλασε πικρά…
Θα έβαζε το γραφείο από την άλλη μεριά γιά να βλέπει έξω από το παράθυρο, θα ζητούσε καινούργια οθόνη TFT, θα άλλαζε τα στόρια που είχαν στραβώσει, θα έβαζε καινούργιο σουμαίν…   Στάχτες κι αποκαϊδια…
Είχε ήδη αγοράσει και μία ωραία νικελέ κορνίζα γιά να βάλει φωτογραφία της Σούλας στο ερμάριο από πίσω.  Πίκρα…

Προχωρώντας, πέρασε μπροστά από το γραφείο του συναδέλφου που εδώ και μία εβδομάδα τον φώναζε «κύριε Διευθυντά» χαμογελώντας με νόημα. 
– Α! Πού είστε κύριε Διευθυντά; Σας ψάχναμε!   -είχε διαλέξει πολύ ακατάλληλη στιγμή…

Γύρισε, έπιασε το γραφείο, το σήκωσε λίγο, τον κοίταξε με μάτι που γυάλιζε και του είπε φτύνοντας μία-μία τις λέξεις:
– Πρόσεξε, θα σου φέρω το γραφείο στο κεφάλι, τώρα!  -ήταν προφανές, ότι του είχε μείνει απωθημένο από πρίν…
Ο άλλος, εμβρόντητος, δεν έκανε ούτε κιχ…

Πήγε στο γραφείο του. Ενα σωρό δουλειές περίμεναν, όμως δεν θα έκανε τίποτα: Ο παλιός, καλός Τάκης που καθόταν μέχρι αργά να τα προλάβει όλα, είχε πεθάνει πριν λίγο. Τέλος.
Σε λίγο θα κατέβαινε ο Πρόεδρος με τον καινούργιο τους Διευθυντή. Αυτό δεν άντεχε να το ζήσει…  Θα έφευγε, θα κατέβαινε στο λογιστήριο. Ηταν φίλοι με τον προϊστάμενο εδώ και χρόνια, έκαναν παρέα και εκτός δουλειάς, ήταν ο μόνος άνθρωπος στην εταιρεία που μπορούσε να μιλήσει άνετα.
Πλησίασε πάλι αυτόν με το «Κύριε Διευθυντά» και τον αγριοκοίταξε. Εκείνος, καλού κακού, τσούλησε λίγο πίσω την καρέκλα.
– Μα δεν είπα τίποτα…! Δεν μίλησα καθόλου!
– Θα είμαι στο λογιστήριο.
– Α… Ούφ…

– Σπέρα…

– Σπέρα! Ωχ… Τάκη, τί συμβαίνει; Δεν σε βλέπω καλά…

– Δεν είμαι. Ημουν πάνω…

– Στον Πρόεδρο; Σε ήθελε γιά το θέμα; Ωχ… Καλά, άσε, μή μου λές, ξέρω… Γνώρισες και τον Αιμίλιο, τον καινούργιο σας Διευθυντή;  Ωχ, ωχ, ωχ…

– Ρέ;!  Το ήξερες και δεν μου είπες τίποτα;;!!

– Σσσστ! Μή φωνάζεις! Προχθές το έμαθα!

– Ωχ, θα σκάσω… Θα πάθω τίποτα… Τί θα κάνω τώρα; Πώς θα τον αντέξω αυτόν πάνω απ’το κεφάλι μου από αύριο; Ρε, τον είδες; Αυτός είναι να του δώσεις ένα γουρούνι να το βοσκάει, άμα του δώσεις δυό θα τα μπλέξει!

– Τον γνώρισα προχθές, άστα να πάνε, έμπλεξες μεγάλε… Κοίτα, Τάκη, είναι λίγο χειρότερα τα πράγματα…

– Τί χειρότερα;! Γίνεται χειρότερα απ’αυτό;!

– Γίνεται, γίνεται… Μιά κι ήρθες, κάτσε να τα πούμε, κλείσε και την πόρτα να μη μας ακούνε. Τί να σε κεράσουμε; Ενα λεξοτανίλ; Ενα βάλιουμ;
Λοιπόοοον… Μου φαίνεται πρέπει να αρχίσεις να ψάχνεις γιά δουλειά σιγά-σιγά…

– Τί;;

– Ναι.  Οπως ξέρεις Τάκη, η εταιρεία δεν είναι και στα καλύτερά της.

– Το ξέρω, αλλά το παλεύουμε…

– Ναι, δόξα τω Θεώ, νά’ναι καλά η τράπεζα… Το παλεύουμε Τάκη, αλλά πρέπει να περιορίσουμε τα έξοδα. Και συγκεκριμένα την μισθοδοσία.

– Και λοιπόν;  -άναψε ένα τσιγάρο με ελαφρώς τρεμάμενο χέρι.

– Λοιπόν, έχουμε ένα σωρό παλιούς που παίρνουν ένα σωρό λεφτά. Ξέρεις πόσα παίρνει η κυρα Θοδώρα η καθαρίστρια με το ΙΚΑ της, τόσα χρόνια που είναι εδώ; Πολλά!  Ε, θα φύγει λοιπόν η κυρα Θοδώρα, και θα πάρουμε μιά αλλοδαπή με τα μισά λεφτά.

– Και τί θα κάνει η κυρα Θοδώρα η κακομοίρα στην ηλικία που είναι;

– Δεν νομίζω ότι τον απασχολεί αυτό τον Πρόεδρο, έχει άλλα σοβαρότερα προβλήματα. Ούτε κι εσένα πρέπει να σε απασχολεί. Να ασχοληθείς να δείς τί θα κάνεις εσύ, γιατί μάλλον θα πάθεις το ίδιο με την κυρα Θοδώρα!

– Τί;; Θα με απολύσει;; Ξέρει κανείς τη δουλειά όπως εγώ;;

– Οχι, κανείς, αλλά αυτό δεν έχει απολύτως καμμία σημασία.
Ρε αφελέστατε, τί να σε κάνει εσένα που παίρνεις έναν σκασμό λεφτά τόσα χρόνια που είσαι εδώ; Επειδή έχεις πείρα; Σιγά!  Θα πάρει έναν πιτσιρικά, θα του δίνει τα μισά από όσα παίρνεις εσύ, θα είναι και ορεξάτος γιά δουλειά, δεν θα ζητάει υπερωρίες, δεν θα παίρνει bonus, όλα τέλεια. Και θα μάθει κιόλας κάποια στιγμή.
Οσο γιά τον Αιμίλιο, όσο στόκος κι άν είναι, θα την μάθει την δουλειά κουτσά – στραβά. Θα του την μάθεις εσύ…

Τάκη, ο πρόεδρος έχει αποφασίσει να κόψει απ’ όπου μπορεί.
Να σε ξαποστείλει τώρα σύντομα, αποκλείεται. Αλλά θα σε ξαποστείλει, κι εσένα και κάμποσους ακόμα. Το θέμα είναι άν θα καθίσεις να πάρεις αποζημίωση, ή αν θα βρείς κάτι άλλο και θα φύγεις μόνος σου.
Υπάρχει κι άλλο ενδεχόμενο: Να σου σπάσει τα νεύρα ο Αιμίλιος, και να τα βροντήξεις. Αυτό λέγεται «Εξαναγκασμός σε παραίτηση», είναι ωραιότατη μέθοδος και λειτουργεί πάντα.

Η συζήτηση κράτησε αρκετά, το μικρό γραφείο γέμισε καπνούς, το πάτωμα στάχτες λόγω της τρεμούλας που αυξανόταν προοδευτικά, όμως η ανταλλαγή απόψεων ήταν εποικοδομητική, και έτσι υπήρξε σαφές συμπέρασμα: Απελπισία.

Η ώρα είχε περάσει, και η εθιμοτυπική επίσκεψη του Προέδρου μετά του νέου Διευθυντού, μάλλον είχε λήξει.
Ανέβηκε στον 2ο, και πρόσεξε όλους να τον κοιτάζουν με κάποια αμηχανία. Δεν μίλησε σε κανέναν, ούτε του μίλησε κανείς.
Κάθισε στο γραφείο του, αλλά δεν επρόκειτο να δουλέψει. Κόντευε να σκάσει.
Θα έφευγε, αλλά δεν ήθελε να πάει σπίτι. Θα έπαιρνε την Σούλα να βγούνε έξω, να της πεί τον πόνο του, και να πάνε κάπου να κλάψουνε μαζί. Σήκωσε το ακουστικό…

– Ναίαιαιαι;

– Εγώ είμαι…

– Ελα γλυκέ μου! Καλέ, πώς και πήρες τόσο νωρίς; Τελείωσες; Ελα, σε περιμένουμε, είναι εδώ και η μαμά! … Πώς; … Οχι, δεν ξέρω τί ώρα θα φύγει, γιατί; … Α, έχεις πολλή δουλειά. … Α, μπορεί να αργήσεις. … Καλά, γλυκέ μου, φιλιά!

Το μόνο που του έλειπε αυτήν την άθλια μέρα, ήταν να γυρίσει σπίτι και να είναι εκεί Αυτή!
Δεν άντεχε, ήθελε να βγεί έξω…
Σήκωσε το τηλέφωνο και πήρε κάποιους φίλους του. Κανείς δεν μπορούσε, όλοι θα σχόλαζαν αργά.  Δυστυχώς, δεν είχε κανέναν φίλο δημόσιο υπάλληλο…

Αποφάσισε να βγεί μόνος με το αυτοκίνητο, να οδηγήσει, να ηρεμήσει, να σκεφτεί. Να περάσει και η ώρα, να φύγει Αυτή…
Κατέβηκε στο parking, και πρόσεξε μία μαύρη Porsche Boxster παρκαρισμένη πίσω από το Range Rover του Πρόεδρου. Δεν την είχε ξαναδεί. Δεν είχε καμμία αμφιβολία, θα ήταν σίγουρα του Αιμίλιου…
Αααααχ, άτιμη κοινωνία, που άλλους τους ανεβάζεις, και άλλους τους κατεβάζεις!!

Λίγο αργότερα, οδηγούσε αργά στην δεξιά λωρίδα της παραλιακής, καπνίζοντας ασταμάτητα. Ο καιρός ήταν χάλια, φυσούσε δυνατά, ψιλόβρεχε, ερχόταν καταιγίδα.
Μαύρες σκέψεις κυκλοφορούσαν στο κεφάλι του, πιό μαύρες κι από τα σύννεφα. Κόντευε να νυχτώσει όταν βλέποντας μία πινακίδα συνειδητοποίησε ότι είχε φθάσει στην Ανάβυσσο. Εκανε επί τόπου γιά να γυρίσει πίσω. Ο αέρας δυνάμωνε, ριπές βροχής έπεφταν στο παρμπρίζ, ο ουρανός ήταν μαύρος σαν απελπισία…

Οσο οδηγούσε με τον δυνατό αέρα να ταρακουνάει το κυπαρισσί GLS, ένα φρικτό δίλημμα τον βασάνιζε σε όλη την διαδρομή από το Λαγονήσι μέχρι την Βάρκιζα.
Μήπως δεν έπρεπε να μιλήσει γιά όλα αυτά στην Σούλα; Nα κερδίσει λίγο χρόνο, να δεί τί θα γίνει;
Ομως, Εκείνη μάλλον θα καταλάβαινε ότι κάτι δεν πάει καλά. Οι γυναίκες τα πιάνουν κάτι τέτοια…

Φθάνοντας στην Βουλιαγμένη, είχε ήδη νυχτώσει από ώρα, και δεν είχε αποφασίσει ακόμη άν θα της τα ξεφούρνιζε τα μαύρα μαντάτα… Κοίταξε το ρολόϊ στο ταμπλώ. Είχε περάσει η ώρα, μπορεί και να είχε φύγει Αυτή.. Σκέφθηκε να το ρισκάρει, να γυρίσει σπίτι.
Εκείνο το φρικτό δίλημμα ήταν ακόμη εκεί, αλλά ο δρόμος του γυρισμού ήταν ακόμη μακρύς. Είχε μπροστά του όλη την Λεωφόρο Βουλιαγμένης γιά να σκεφθεί και να αποφασίσει τί θα κάνει…


Θα της τα ξεφουρνίσει τα μαύρα μαντάτα ;;

Μήπως τα αφήσει γιά αργότερα ;;


Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements