Συνέχεια από το προηγούμενο

Αθήνα, Σούρμενα, 26 Νοεμβρίου 2001

Ηταν ένα κρύο, υγρό βράδυ, και στο ρετιρέ με την ανεμπόδιστη θέα επικρατούσε παγετός. Το καλοριφέρ δεν είχε ανάψει ακόμα.
Ομως η Πίτσα δεν ένοιωθε το κρύο να την περονιάζει. Αναψοκοκκινισμένη από τις τσιρίδες, βρόντηξε απαλά το τηλέφωνο και μονολόγησε ικανοποιημένη:
– Νόμιζες ότι θα μου ξεφύγεις άχρηστε, Εεε;   Αμ δεν με ξέρεις καλά εμένα!   Σε χλωρό κλαρί δεν θα σε αφήσω!   Αχαϊρευτε!

Λίγο νοτιοανατολικότερα, στο σαλόνι του νεόδμητου οροφοδιαμερίσματος της μικρής πολυκατοικίας στην Τερψιθέα, ο κύριος Γρηγόρης προσπαθούσε να συνέλθει από την σύγχιση.
Αναψοκοκκινισμένος και αυτός, σωριασμένος στον μπέζ καναπέ, παρακολουθούσε με αγωνία την οθονίτσα του ψηφιακού πιεσόμετρου.  Επρεπε να πάρει χάπι…

Δεν πέρασαν ούτε 10 λεπτά, και ενώ έπαιρνε βαθειές εισπνοές, άκουσε το κλειδί να γυρίζει στην εξώπορτα: η Σβετλάνα είχε έλθει.   Τον είδε ξαπλωμένο στον καναπέ, πρόσεξε το πιεσόμετρο δίπλα του, και μιά σκιά ανησυχίας απλώθηκε στα υπέροχα γαλανά μάτια της πίσω από την άψογη μάσκαρα.

– Γκριγκόρι, τί έπαθες; Αχ, να πάρω το 166!

– Οχι, όχι, καλά είμαι, πήρα χάπι!

– Καλέ, εσύ έχεις βραχνιάσει, κρυολόγησες! Αχ, πάω να σου φτιάξω τήλιο!

– Οχι, δεν κρυολόγησα, φώναζα και βράχνιασα…

– Πού φώναζες καλέ; Τί έγινε;

– Θα σου εξηγήσω, άσε να συνέλθω λίγο…

– Καλά, πάω να φτιάξω χαμομήλι που είναι και ηρεμιστικό.

Σε λίγο η Σβετλάνα επέστρεψε με μία φλυτζάνα χαμομήλι και με τις παντόφλες του.

– Τί έγινε καλέ; Ποιός σε σύγχισε γουρουνάκι μου;

– Ηταν Αυτή…

– Ποιά είναι «Αυτή»…;;  -ρώτησε καχύποπτα η Σβετλάνα.

– Η Πίτσα… Η μάνα της κόρης μου…

– Τίιιι;;;  Θα την ξεμαλλιάσω!!

Αφού την ηρέμησε, και ήπιε και μισή φλυτζάνα χαμομήλι, της περιέγραψε την κατάσταση λεπτομερώς. Της είπε γιά τις δυσκολίες, γιά το κυπαρισσί GLS, γιά τις δόσεις, τις φακές, τα γυφτοφάσουλα και την αιματηρή οικονομία που έκαναν τα παιδιά τούτους τους δύσκολους καιρούς. Και το παιδί, -μα, τί καλό παιδί έκανα!- ποτέ δεν ζήτησε τίποτα το καημένο. Αλλά αυτός έπρεπε να βοηθήσει κάπως, δεν γινόταν αλλιώς. Μή του πάθει και αβιταμίνωση από την πείνα… Ε, να αποκτήσει και κανα εγγονάκι κάποια στιγμή… Της είπε και γιά την Πίτσα, που άν συνέχιζε να του τηλεφωνεί, θα έπρεπε να ξεκινήσει καινούργια αγωγή γιά την πίεση.

Ευτυχώς η Σβετλάνα που είχε ήδη συμπαθήσει πολύ την Σούλα, ξεχείλιζε από κατανόηση:
– Γκριγκόρι, θα κάνεις οικονομία!  Τέρμα το Chivas, τέρμα τα Dunhill, τέρμα και οι πίστες!  Και να σου λείπει η Mercedes η CLK η Kompressor, που θέλεις να την κάνεις και AMG!  Ωραία είναι η BMW!  Που έχω μάθει και να την πηγαίνω μιά χαρά…

Αλλά, ο κύριος Γρηγόρης είχε ήδη αποφασίσει να μείνει με την BMW, και να περιορίσει τις νύχτες και τις πίστες…
Το συζήτησαν αρκετά το θέμα, μέχρι που η Σβετλάνα πήγε στην κουζίνα γιά το βραδυνό.
Και όσο εκείνη ετοίμαζε πιροσκί με κιμά και ρωσσική σαλάτα, ο κύριος Γρηγόρης σωριασμένος και προβληματισμένος στον καναπέ, σκεφτόταν…

Δεν είχε συνειδητοποιήσει την σοβαρότητα της κατάστασης. Νόμιζε ότι είναι υπερβολές της Πίτσας.  Καλά του είχε φανεί ότι είχαν ψιλοαδυνατίσει τα παιδιά, ειδικά ο Τάκης, αλλά νόμισε ότι έκαναν δίαιτα.
Μα, ήταν δυνατόν να τρώνε μόνο φακές και γυφτοφάσουλα;
Μα, ήταν δυνατόν να μην έχει ρούχο να βάλει το παιδί;
Η κόρη η δικιά του, που την είχε πριγκήπισσα όσα χρόνια ανεχόταν την Πίτσα γιά το χατήρι της, να είναι με περσινά παλιόρουχα;
Η κόρη του Γρηγόρη με τ’όνομα, του κιμπάρη και του καραμπουζουκλή, που είχαν να λένε σε όλη την Τερψιθέα, να κυκλοφορεί με τις περσινές γόβες;
Η κόρη του Γρηγόρη του χουβαρντά, που είχαν να λένε όλες οι λουλουδούδες της Αθήνας τί ανοιχτοχέρης ήτανε;  Τί θα έλεγε ο κόσμος;
Επρεπε να βάλει το χέρι στην τσέπη…

Τέσσερις ημέρες αργότερα, νωρίς το απόγευμα της Παρασκευής, η ατμόσφαιρα στην σαλοτραπεζαρία του διαμπερούς τρίφατσου τριαριού στο Μπραχάμι ήταν πολύ ευχάριστη.  Η πιατελίτσα με τα κουλουράκια είχε αδειάσει, τα φλυτζάνια του καφέ είχαν στεγνώσει, και το ακατάσχετο κουβεντολόϊ είχε κοπάσει.

– Αχ, ναί, να πηγαίνουμε Σβετλάνα μου, όπου νάναι ανοίγουν τα μαγαζιά.  Α, να ειδοποιήσω τον Τάκη ότι θα λείπω!

– Ελα γλυκέ μου, τί ώρα θα έλθεις; … Α, θα αργήσεις; … Α, καλά, κι εγώ θα λείπω. Είναι εδώ η Σβετλάνα και θα βγούμε, θα πάω μαζί της στα μαγαζιά!

– Πώς;! Με την BMW του μπαμπά σου θα πάτε;; Ωχ, αμάν! Να βάλεις ζώνη!

Είχε πάει 9.00 ενώ χάζευε εδώ και ώρα στην τηλεόραση περιμένοντας την να γυρίσει, όταν άκουσε το κλειδί στην εξώπορτα. Σηκώθηκε χαμογελαστός, και έμεινε έκπληκτος βλέποντάς την φορτωμένη με ένα σωρό πολύχρωμες χάρτινες σακκούλες…

Εκείνη, του χαμογέλασε με ένα τεράστιο, ευτυχισμένο χαμόγελο.
Εκείνος, προσπαθούσε να μετρήσει πόσες ήταν οι σακκούλες, αλλά έχανε τον λογαριασμό.

– Τί… Τί είναι όλα αυτά αγάπη μου…;

– Ρούχα και παπούτσια!  -του απάντησε λάμποντας από χαρά.

Αισθάνθηκε μία σκοτοδίνη, ακούμπησε στον τοίχο, και τελικά κατάφερε να ρωτήσει βραχνά:
– Εεε, εεε, πή… πή… πήρες την πιστωτική κά… κά… κάρτα…;

– Οχι καλέ!  Μου τα πήρε όλα ο μπαμπάς!

Ξεφύσηξε με ανακούφιση, αλλά η σκοτοδίνη άργησε λίγο να περάσει…  Εκείνη τον αγκάλιασε, τον φίλησε, και είπε χαρούμενα:
– Αχ, ψώνισα υπέροχα πράγματα! Θα ενθουσιασθείς! Αλλά θα σου τα δείξω μετά. Τώρα θα ετοιμάσω να φάμε.   Εκπληξη!   Ακου: Γιά ορεκτικά σου έχω παστουρμά, σαλάμι Θάσου και χωριάτικα λουκάνικα με πράσσο! Γιά φαγητό, θα ψήσω μοσχαρίσιες μπριζόλες! Τα έφερε όλα η Σβετλάνα το μεσημέρι, τα στείλανε λέει του μπαμπά, και ήταν πολλά, και μας έστειλε κι εμάς!

Και λέγοντας αυτά, κατευθύνθηκε προς την κουζίνα με το γνωστό λικνιστικό της βάδισμα, αφήνοντάς τον έκπληκτο στο χώλ να κοιτάζει πότε τον σωρό με τις σακκούλες και πότε την πόρτα της κουζίνας…

Το δείπνο ήταν υπέροχο… Ο παστουρμάς ήταν όσο πικάντικος έπρεπε, το σαλάμι Θάσου όσο λιπαρό χρειαζόταν όποιος έχει έλλειψη χοληστερίνης, τα λουκάνικα με το πράσσο σκόρπισαν το απαλό αρωμά τους μέχρι την Βουλιαγμένη και την Καστέλλα, και οι μοσχαρίσιες μπριζόλες ήταν τόσο τρυφερές, που μπορούσαν να κοπούν ακόμη και με ένα ατρόχιστο δισκοπρίονο.

– Χόρτασες γλυκέ μου;

– Αααα… Ναί… Μπερεκέτι, μπερεκέτι…!  -είπε, και έγειρε πίσω ανάβοντας ένα τσιγάρο.

– Αχ, πρέπει να σου δείξω τί πήρα!  Αλλά, είναι πολλά και θα μας πάρει το πρωί… 
Α, πάω να φορέσω ένα σετ που θα σε ενθουσιάσει!  Αχ, θα ξετρελλαθείς!

Μετά από λίγο, καθισμένος στον ασπριδερό σατέν καναπέ, αισθανόταν να του έχει φύγει ένα τεράστιο άγχος.  Πλησίαζαν σιγά σιγά οι γιορτές, και το περίμενε μέρα με τη μέρα να του πεί ότι θέλει καινούργια ρούχα… Πώς τη γλύτωσε έτσι απρόσμενα; Τί ανέλπιστη τύχη ήταν αυτή;

Στο μεταξύ, Εκείνη αργούσε. Καλά, πόση ώρα ήθελε να φορέσει ένα φόρεμα…;
Ακουσε όμως αμέσως τακούνια να κροταλίζουν στον διάδρομο.
Γύρισε να κοιτάξει, και έμεινε εμβρόντητος…
Ηταν ακουμπισμένη στην πόρτα, σε μία πόζα που θύμιζε εξώφυλλο της Vogue.
Πρόσεξε πρώτα στις ψηλοτάκουνες λουστρινένιες μπότες που έφθαναν μέχρι το γόνατο, και το δικτυωτό καλσόν που κάλυπτε σχεδόν το σύνολο των ούτως ή άλλως εντυπωσιακών μηρών της.
Το λεοπαρδαλέ μίνι που φορούσε από εκεί και πάνω, δεν έκρυβε σχεδόν τίποτα…
Η μαύρη λουστρινέ ζώνη με την μεγάλη χρυσή εγκράφα, τόνιζε την λεπτή μέση της, και η λεοπαρδαλέ απόλυτα εφαρμοστή μπλούζα με το τεράστιο ντεκολτέ έκλεινε το σύνολο τέλεια, ισορροπώντας θαυμάσια ανάμεσα στην αρμονία και την πρόκληση. Φυσικά, δεν φορούσε σουτιέν, δεν χρειαζόταν άλλωστε.

– Ωχ…!

Εκείνη έκανε μερικά χαριτωμένα βήματα, και μία στροφή…

– Αχ, γλυκέ μου το ήξερα ότι θα ενθουσιασθείς! Δεν είναι υπέροχο σετ;  Το πήρα και σε τιγρέ!  Πήγαμε σε καταπληκτικά μαγαζιά, αχ, δεν ήξερα τί να πάρω, ήταν όλα τέλεια! Ευτυχώς με βοήθησε η Σβετλάνα να διαλέξω!

– Η Σβετλάνα τα διάλεξε αυτά;!  Επρεπε να το φαντασθώ!

Ξαφνικά ξύπνησε μέσα του η συντηρητική ανατροφή του.  Ωραία όλα αυτά, αλλά όχι να τα φοράει και η γυναίκα μας…

– Δεν φαντάζομαι να βγείς έξω έτσι;;!!

– Ελα τώρα γλυκέ μου, μή γίνεσαι συντηρητικός…

Εκανε μερικές στροφές ακόμη γελαστή και απόλυτα ικανοποιημένη με την εμφάνισή της, τον πλησίασε, του έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι, και απομακρύνθηκε με το γνωστό λικνιστικό βάδισμά της, ταλαντεύοντας τους εντυπωσιακούς γλουτούς της πίσω από το λεοπαρδαλέ μίνι…
Φθάνοντας στην στροφή του διαδρόμου γύρισε χαριτωμένα, και του είπε τσαχπίνικα:

– Πήρα και εσώρουχα…

Εκείνος είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα…

Μετά από λίγο, την άκουσε να τον φωνάζει…

– Τάκη; Ελα μέσα να δείς κάτι γλυκέ μου…

Πήγε μέσα, και ανοίγοντας την πόρτα έμεινε εμβρόντητος γιά άλλη μία φορά εκείνο το βράδυ…
Ηταν ακουμπισμένη στην πολυθρόνα σε μία πόζα που θύμιζε εξώφυλλο του Playboy αυτή τη φορά.
Είχε αντικαταστήσει τις μαύρες λουστρινένιες μπότες με μαύρες σουέτ 12ποντες γόβες, και το δικτυωτό καλσόν με μαύρες κάλτσες με ραφή που κατέληγαν σε ζαρτιέρες. Το σύνολο συμπλήρωναν το μαύρο μικροσκοπικό στρίνγκ, και το διαφανές μαύρο σουτιέν…

Εμεινε και πάλι με ανοιχτό το στόμα, που όμως γύρισε προς χαμόγελο σχεδόν αμέσως. Η συντηρητική ανατροφή του δεν κατάφερε να ξυπνήσει αυτή τη φορά…

Την πλησίασε, και τον τύλιξε αμέσως ένα αρωματισμένο σύννεφο.

– Αχ, πήρα και καινούργιο άρωμα! Σου αρέσει γλυκέ μου…;

– Ναι…


Θα ξυπνήσει ξανά η συντηρητική ανατροφή του ;;

Θα της επιτρέψει να κυκλοφορεί στο Μπραχάμι με λεοπαρδαλέ μίνι ;;

Θα συνεχισθούν οι παροχές του ταμείου αρωγής ;;

Θα καθιερωθεί η παροχή έκτακτης ενίσχυσης ;;

Τί θα γίνει με το εφάπαξ ;;


Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements