Συνέχεια από το προηγούμενο 

Με την πλάτη κολλημένη στο μαύρο δέρμα του καθίσματος, τον σβέρκο ακινητοποιημένο στο προσκέφαλο, και την οσμή του φόβου στην μύτη του, παρακολουθούσε τις κολώνες στην νησίδα να διαδέχονται η μία την άλλη. Το παρμπρίζ γύριζε.  Προσπαθούσε να δεί το κοντέρ, αλλά γύριζε κι αυτό. Ζαλιζόταν. Ο ήχος του 6κύλινδρου που ανέβαζε ξέφρενα στροφές αντηχούσε στα αυτιά του εκκωφαντικός.

Ευτυχώς, το επόμενο φανάρι ήταν κόκκινο…
Η πίεση στην πλάτη του μειώθηκε και ο σβέρκος του επανήλθε σε όρθια θέση καθώς η BMW φρενάριζε σχετικά απαλά στο φανάρι.   Αισθάνθηκε ανακούφιση…

Ομως, η οσμή του φόβου ήταν πάντα εκεί:  Η Σβετλάνα είχε ανάψει το καλοριφέρ, και το βεντιλατέρ έφερνε πίσω το άρωμά της από τους αεραγωγούς…  Ενα άρωμα μεθυστικό, επικίνδυνο, θανατηφόρο…
Το γουργουρητό του 6κύλινδρου που δούλευε στο ρελαντί αντηχούσε στα αυτιά του απειλητικό…

Ξαφνικά το γουργουρητό αντικαταστάθηκε από έναν τρομακτικό βρυχηθμό καθώς το φανάρι άναβε πράσινο και η μαύρη BMW ορμούσε στην λεωφόρο.  Το κεφάλι του ξανακοπάνησε στο προσκέφαλο, και η πλάτη του ξανακόλλησε στο κάθισμα καθώς η Σβετλάνα άλλαζε τις ταχύτητες λίγο πριν τον κόφτη. 
Δεν είχε προλάβει να γεμίσει η 4η, όταν είδε έναν τοίχο από καφάσια γεμάτα λάχανα να πλησιάζει στο παρμπρίζ της BMW με ιλιγγιώδη ταχύτητα.  Ανοιξε το στόμα του να φωνάξει «Φρένο, φρένο!», αλλά δεν πρόλαβε.   Η Σβετλάνα με μιά απαλή τιμονιά πέρασε το φορτωμένο Toyota Hilux από δεξιά, έβαλε 5η, πάτησε τέρμα το γκάζι, απέφυγε στο χιλιοστό έναν κάδο σκουπιδιών, πετάχτηκε διαγώνια στην αριστερή λωρίδα τρομοκρατώντας την κοπελίτσα με το κόκκινο Hyundai Atos που ήταν ήδη εκεί, και κόλλησε στον προφυλακτήρα ενός κίτρινου Fiat Punto GT ανάβοντάς του φώτα.

Στο μεταξύ, ο κύριος Γρηγόρης στο μπροστινό κάθισμα σιγοτραγουδούσε συνοδεύοντας τον Βασίλη Καρρά, ενώ η Σούλα δίπλα του χάζευε αμέριμνη την λεωφόρο από το πλαϊνό τζάμι.
Εκείνος, αισθανόταν την ζάλη να υποχωρεί και να αντικαθίσταται από ανείπωτο τρόμο…   Ξαφνικά θυμήθηκε ότι δεν είχε βάλει ζώνη. Ούτε και η Σούλα. Επρεπε να την σώσει.

– Σούλα βάλε ζώνη!  -της φώναξε, όμως η φωνή του πνίγηκε στο μπάσο των ηχείων.
Εγειρε δίπλα γιά να της φορέσει την ζώνη τη στιγμή που η Σβετλάνα κατέβαζε 4η πατώντας τέρμα γκάζι και με μιά απότομη τιμονιά έμπαινε στην μεσαία λωρίδα γιά να περάσει το Punto.  Επεσε απότομα πάνω της χτυπώντας το κεφάλι του στο τζάμι καθώς προσπαθούσε απελπισμένα να πιάσει το άγκιστρο της ζώνης.

– Καλέ;!  Δεν ντρέπεσαι;  Εδώ, μπροστά στον μπαμπά;;!!  Ντίρλα είσαι!

Μόλις κατάφερε να βάλει και την δική του ζώνη, κοίταξε πάλι εμπρός, και είδε με τρόμο την μούρη της BMW να έχει χωθεί στο ελάχιστο κενό ανάμεσα σε ένα Nissan Primera και ένα Opel Vectra.   Η Σβετλάνα κορνάριζε μανιασμένα.
Ανοιξε πάλι το στόμα του να φωνάξει, και τότε πρόσεξε τα εκτυφλωτικά φώτα που έπεφταν στο πίσω παρμπρίζ…
Γύρισε, και είδε την μούρη ενός κίτρινου Punto κολλημένη στον πίσω προφυλακτήρα της BMW.   Αναρθροι ακαθόριστοι ήχοι έβγαιναν από το στόμα του καθώς προσπαθούσε να φωνάξει.  Του είχε κοπεί η λαλιά.
Στο μεταξύ εμπρός, ο οδηγός του Vectra έκανε πανικόβλητος δεξιά, έφθασε στο πεζοδρόμιο και ανέβηκε πάνω, ενώ αριστερά φρικιαστικοί ήχοι αντηχούσαν καθώς τα τάσια του Primera διαλύονταν πάνω στο κράσπεδο της νησίδας.

Η BMW όρμηξε επιτέλους ελεύθερη στον ανοιχτό δρόμο με το κίτρινο Punto πάντα κολλημένο πίσω της.

Κοίταξε με αγωνία τον δείκτη του στροφόμετρου που ανέβαινε αργά λόγω 5ης, αλλά αμείλικτα…
Ευτυχώς ο δρόμος ήταν άδειος και το φανάρι πέρα μακριά πράσινο.
Πήρε μιά βαθειά ανάσα.  Ομως δεν πρόλαβε να πάρει και δεύτερη…
Είδε το φανάρι να γίνεται πορτοκαλί, και λίγο μετά κόκκινο.
Είδε τον δείκτη του στροφόμετρου να συνεχίζει την αμείλικτη πορεία του.
Είδε μία νταλίκα να ξεκινάει αργά και απειλητικά από τον κάθετο δρόμο.
Είδε το λεπτό χέρι με τα κόκκινα νύχια να κατεβάζει τετάρτη, και την 12ποντη γόβα να πατάει γκάζι αντί φρένο.
Τα είδε όλα…

Δεν μπορούσε να φωνάξει, δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει.
Εσκυψε μπροστά βάζοντας το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα και τα χέρια στον σβέρκο, όπως είχε δει να κάνουν λίγο πριν την αναγκαστική προσθαλάσσωση σε κάτι ταινίες αεροπορικής τραγωδίας.

Και περίμενε…
Και τότε όλη του η ζωή ξετυλίχτηκε μπροστά στα μάτια του.   Είδε την μορφή της μαμάς του, της κυρίας Ανθούλας.  Είδε το γλυκό πρόσωπο της Σούλας του -τουλάχιστον, δεν θα τον άφηνε μόνο του, θα πήγαινε κι εκείνη μαζί του…

Αρχισε να λέει το «Πάτερ ημών»…

Τα δευτερόλεπτα έμοιαζαν αιώνες…

«…αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού, Αμήν.»

Ομως, τίποτα δεν συνέβη…    Περίεργο…

Σήκωσε επιφυλακτικά το κεφάλι και κοίταξε εμπρός.

Η BMW πλησίαζε ιλιγγιωδώς στο επόμενο φανάρι, που ήταν πράσινο, και στο οποίο θα έστριβαν δεξιά.
Ω, ναί…   Δεν αντάμωσαν τον Χάρο στο προηγούμενο φανάρι, γιατί μάλλον περίμενε στο παρακάτω…

Η Σβετλάνα είχε αργήσει να κόψει…   Ούτε και τοποθετήθηκε σωστά στην είσοδο της στροφής απασχολημένη όπως ήταν να παρακολουθεί στον καθρέφτη το κίτρινο Punto που ακολουθούσε πίσω δεξιά… 

Ομως την τελευταία στιγμή φρενάρισε όσο έπρεπε, κατέβασε τρίτη, πάτησε γκάζι, και με μιά τέλεια ελεγχόμενη πλαγιολίσθηση, διορθώνοντας άψογα, η πίσω αριστερή OZ πέρασε δύο εκατοστά από το κράσπεδο της νησίδας ενώ η μούρη της BMW βρέθηκε να σημαδεύει ένα Mitsubishi Pajero που ξεπάρκαρε εκείνη τη στιγμή στην δεξιά λωρίδα.

Ο Χάρος είχε χρώμα μπορντώ μεταλλικό, και νικελωτά bull bars…

Ευτυχώς, η Σβετλάνα τον απέφυγε αριστοτεχνικά, πράγμα στο οποίο βοήθησε και ο ίδιος ο Χάρος, ο οποίος φρενάρισε πανικόβλητος ακριβώς την στιγμή που έπρεπε.
Η BMW ίσιωσε άψογα μετά το θεαματικό drift, και συνέχισε.
Ομως, κανείς στο σαλόνι της δεν αντιλήφθηκε το δράμα που παίχτηκε στο προηγούμενο φανάρι…
Κανείς δεν άκουσε τις πανικόβλητες κραυγές του συνοδηγού του κίτρινου Punto: Κόβε! Κόβε ρέεεε! Κατέβασε! Κατέβασε ρέεεε! Ωχ, ωχ, ωχ…
Κανείς δεν άκουσε τους φρικτούς ήχους όταν το Punto καβάλησε την νησίδα…
Μόνο η Σβετλάνα είδε στον καθρέφτη τί συνέβη, και άρχισε να γελάει προς μεγάλη απορία όλων…

Μερικά λεπτά αργότερα, συνάντησαν κίνηση και η BMW ακινητοποιήθηκε στην μεσαία λωρίδα.
Εκείνος, σκέφτηκε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να κατέβει, να κατεβάσει και την Σούλα, και να φύγουν τρέχοντας με τα πόδια γιά το Μπραχάμι.   Ομως, αλλοίμονο, η BMW ήταν δίπορτη…
Εγειρε πίσω, και άρχισε να παίρνει βαθειές εισπνοές προσπαθώντας να ελέγξει την ακατάσχετη τρεμούλα που τον είχε πιάσει.   Με τρεμάμενα χέρια κατάφερε με δυσκολία να ανάψει ένα τσιγάρο σκορπώντας στάχτες παντού.

Ο κύριος Γρηγόρης, άναψε και εκείνος ένα Dunhill, άνοιξε το παράθυρο, χαμήλωσε την ένταση στο ραδιοCD, και γύρισε πίσω χαμογελαστός:

– Γρήγορα φτάσαμε, Ε;   Νωρίς είναι, πάμε γιά πατσά;

– Μπαμπά, δεν το τρώω εγώ αυτό το πράγμα!

– Ούτε κι εγώ Γκριγκόρι!

– Α, έχει και ωραιότατη γίδα βραστή!    Ε, Τάκη;

– Αγκχ… Κχ…

– Ωραία, φύγαμε!

Μετά από λίγο, στο μικρό μαρμάρινο τραπέζι είχαν ήδη σερβιριστεί ένας χοντροκομμένος, ένας ψιλοκομμένος και δύο γίδες βραστές.

Εκείνη φλυαρούσε ευχάριστα με την Σβετλάνα, η οποία της περιέγραφε τις κυκλοφοριακές συνθήκες της στέππας, αλλά και πόσο εύκολο θα ήταν να μάθει επιτέλους και εκείνη να οδηγεί το κυπαρισσί GLS. 

Ο κύριος Γρηγόρης ρουφούσε ελαφρώς θορυβωδώς τον χοντροκομμένο του, απολαμβάνοντάς τον.   Α, βάλσαμο μετά από τόσο Chivas…

Εκείνος είχε αφοσιωθεί στον ψιλοκομμένο του, φροντίζοντας να μή του πέφτουν τριγύρω οι κουταλιές λόγω της τρεμούλας, η οποία ευτυχώς είχε μειωθεί κάπως.
Παρέμενε όμως σιωπηλός, παρ’ότι είχε ξαναβρεί την λαλιά του.  Και σκεπτικός…

Ποτέ ξανά δεν είχε αντικρίσει τον Χάρο…
Ποτέ ξανά δεν είχε αισθανθεί έτσι…
Ενοιωθε ευτυχισμένος μόνο επειδή ζούσε.  Και επειδή ζούσε και η Σούλα του.

Και ενώ το μπούκοβο του έκαιγε ευχάριστα τον λαιμό με κάθε κουταλιά, αναλογιζόταν την παροδικότητα της ζωής.  Το εφήμερο της ύπαρξης…
Τί θα απέμενε εδώ κάτω, άν…
Μήπως είχε δίκιο η Σούλα…; Μήπως έπρεπε να κάνουν ένα παιδί…; Τώρα;

Μιά πνοή από το άρωμα της Σβετλάνας κάλυψε την έντονη μυρωδιά του πατσά…
Η οσμή του φόβου έφθασε πάλι στην μύτη του.
Και τότε επέστρεψε από τις φιλοσοφικές αναζητήσεις στην τρομακτική πραγματικότητα:  Αλλοίμονο, έπρεπε να ξαναμπούν στην μαύρη BMW!

Αισθάνθηκε την τρεμούλα να επιστρέφει.
Επρεπε να σκεφτεί κάτι.
Δεν ήθελε να αντικρίσει ξανά τον Χάρο… 

… 

Θα ξαναμπούν στην μαύρη BMW ;;

Θα αντικρίσουν ξανά τον Χάρο ;;

Μήπως γυρίσουν με τα πόδια στο Μπραχάμι ;;

… 

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements