Image by Dodos, in seconds 

Συνέχεια από το προηγούμενο

  Η νύχτα ήταν ακόμη μαύρη και σκοτεινή, όμως το χάραμα πλησίαζε.   Αν υπήρχαν κοκκόρια εκεί τριγύρω, θα είχαν αρχίσει να λαλούν.
Μέσα στο μισοσκόταδο του parking, με την παγερή υγρασία να περονιάζει μέχρι το κόκκαλο, τέσσερις τραγικές φιγούρες, παραπατώντας πάνω στα χαλίκια, έψαχναν απεγνωσμένα να βρούν μία μαύρη BMW 318iS με μαύρα τζάμια και 5άκτινες χρωμέ OZ.

– Νάτη!   -αναφώνησε ο κύριος Γρηγόρης, ενώ ταυτόχρονα σκόνταφτε σε ένα λίγο μεγαλύτερο χαλίκι, και θα γκρεμοτσακιζόταν άν δεν τον συγκρατούσε η Σβετλάνα.

Ευτυχώς, αυτή η δυναμική γυναίκα, νιώθοντας βαθειά μέσα της ότι πρέπει να πάρει την ζωή -και την κατάσταση γενικότερα- στα χέρια της, είπε αποφασιστικά:
– Γκριγκόρι, είσαι ντίρλα! Θα οδηγήσω εγώ!

– Οτι πείς εσύ νταρντάνα μου!   -είπε πειθήνια ο κύριος Γρηγόρης.

  Η Σβετλάνα έδρασε με ταχύτητα αιλουροειδούς.  Πήρε το κλειδί της BMW από την τσέπη του κυρίου Γρηγόρη, άνοιξε τις κλειδαριές με το τηλεχειριστήριο κρατώντας τον ταυτόχρονα γιά να μή σωριαστεί κάτω, και αποτιμώντας αστραπιαία την κατάσταση είπε δυναμικά με την αισθησιακή φωνή της:
– Σούλα, πέφτει ο Τάκης! Πιάστον!

Και συνέχισε με τόνο αρχηγού αποστολής:
– Ανοιξε την πόρτα και βάλτον στο πίσω κάθισμα, όσο κρατάω τον μπαμπά σου μή πέσει κάτω, και έρχομαι!

– Αχ! Είναι βαρύς!  Τάκη είσαι ντίρλα!  Ντροπή!  Καλέ, σύνελθε, πέφτεις!  Καλέ, μή τραγουδάς, ρεζίλι γίναμε!  Αχ, τί να κάνω;!

Μετά από πέντε λεπτά, σωριασμένος πίσω από το κάθισμα του συνοδηγού, Εκείνος, αισθανόταν λίγο πιό έντονη την ζαλάδα τώρα που κάθισε.  Δίπλα του, Εκείνη, τον κοίταζε με την αγωνία ζωγραφισμένη στα αμυγδαλωτά μάτια της, καθώς φοβόταν τυχόν δυσάρεστες εξελίξεις γιά τις μαύρες μοκέττες της μαύρης BMW.
  Ακριβώς μπροστά του, ο κύριος Γρηγόρης, με το ένα χέρι έψαχνε τα Dunhill και τον imitation Cartier στην τσέπη του, και με το άλλο προσπαθούσε να βρεί το play στο ραδιοCD, αλλά δεν τα κατάφερνε.

  Στο μεταξύ, η Σβετλάνα εγκαταστάθηκε στην θέση του οδηγού, έκανε λίγο πίσω το κάθισμα γιατί της έπεφτε κοντά στο τιμόνι, και γύρισε το κλειδί στην μίζα.
  Ο 6κύλινδρος γουργούρισε ευχαριστημένος μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, ενώ ταυτόχρονα ο κύριος Γρηγόρης είχε καταφέρει να βρεί τόσο το play, όσο και το volume του ραδιοCD:  «Ασ’την να λέει, άσ’την να λέει, εκείνη μόνο ξέρει, και μέσα της θα κλαίει»   -το επικό μπάσο της φωνής του Βασίλη Καρρά κάλυψε το γουργουρητό του 6κύλινδρου…

  Εκείνος, στο πίσω κάθισμα, έβλεπε το παρμπρίζ να κάνει κύκλους μπροστά του, ταυτόχρονα όμως κατάφερνε να παρατηρεί τις μαύρες σουέτ γόβες με τις χρυσές ρίγες να κινούνται αριστοτεχνικά γύρω από τα πεντάλ της BMW   -Η αρχέγονη αίσθηση του κινδύνου…  Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης…   Είχε πάντα την απορία, πώς μπορούν και οδηγούν οι γυναίκες με τις γόβες, αλλά ποτέ δεν βρήκε απάντηση. Ομως, δεν μπορούσε να το σκεφτεί περισσότερο.  Ζαλιζόταν.  Εγειρε πίσω…

– Αχ, καλέ ξέρετε και να οδηγείτε!  Αχ, τί ωραία!  -είπε Εκείνη εντυπωσιασμένη.

– Αχ, ναί!  Εχω και δίπλωμα!  Εμαθα να οδηγώ από 17 χρονών με το Volga του μπαμπά μου στην στέππα!

– Αντε καλέ!  Εχει δρόμους η στέππα;

– Οχι καλέ!  Ούτε και άλλα αυτοκίνητα!  Γι’ αυτό έμαθα να οδηγώ τόσο καλά!

– Αχ, τί ωραία! Κι εγώ όλο λέω να πάρω δίπλωμα, αλλά το αμελώ!   Αχ, τί καλά να είχαμε κι εμείς στέππα στο Μπραχάμι!

Στο μεταξύ η μαύρη ΒΜW είχε βγεί στην λεωφόρο.  Το φανάρι ήταν κόκκινο.

  Εκείνος, είχε μισανοίξει το αριστερό μάτι, και παρ’όλη την ζαλάδα, παρατηρούσε την δεξιά γόβα που ήταν ακουμπισμένη στο πεντάλ του φρένου.
  Το φανάρι των πεζών άναψε κόκκινο.
  Πρόσεξε την δεξιά μαύρη σουέτ γόβα να μετακινείται στο πεντάλ του γκαζιού, και την αριστερή στον συμπλέκτη.
  Εντυπωσιάσθηκε από την ευχέρεια με την οποία κινούνταν οι 12ποντες γόβες γύρω από τα πεντάλ.
  Το υπέροχο λεπτό φροντισμένο χέρι της Σβετλάνας με τα άψογα κόκκινα νύχια έπιασε απαλά τον λεβιέ και έβαλε 1η.
  Το φανάρι άναψε πράσινο, και πρόσεξε την δεξιά γόβα να πατάει το γκάζι μέχρι το τέρμα, αλλά δεν συνειδητοποίησε τί ακριβώς συνέβαινε μέχρι που αισθάνθηκε την πλάτη του να κολλάει στο κάθισμα απότομα, το κεφάλι του να κοπανάει στο προσκέφαλο, ενώ ταυτόχρονα ο βρυχηθμός του 6κύλινδρου και ο ήχος από τα πίσω λάστιχα που άφηναν το πέλμα τους στην άσφαλτο, κάλυψαν απόλυτα τον ήχο των ηχείων στο σαλόνι της BMW.

  Το ήδη μισάνοιχτο αριστερό μάτι του είχε γουρλώσει, ενώ το δεξί άνοιξε απότομα παίρνοντας μιά έκφραση πανικού…

  Η εκτυφλωτικά φωτισμένη λεωφόρος έμοιαζε να εξαφανίζεται κάτω από τις 5άκτινες OZ της μαύρης BMW…

  Και τότε αναρωτήθηκε:  Είναι αεριζόμενοι οι πίσω δίσκοι της BMW?

  H οσμή του φόβου έφθασε στα ρουθούνια του, τόσο έντονη…

– Θα ειναι πράσινο το επόμενο φανάρι ;;

– Μήπως είναι κόκκινο ;;

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements