Συνέχεια από το προηγούμενο… 

Ηταν αργά, και στην πολυτελή αίθουσα της κοσμικής ψησταριάς ο εκκωφαντικός θόρυβος από τα μαχαιροπήρουνα, τα πιατικά και το ακατάσχετο κουβεντολόϊ είχε κάπως καταλαγιάσει. Ομως, η ένταση που πλανιόταν στον γεμάτο καπνούς και τσίκνα αέρα πάνω από το τραπέζι Νο 44 ήταν τόσο συμπαγής, που μπορούσες να την κόψεις με το μαχαίρι.
Εκείνος την αγριοκοιτούσε, Εκείνη τον κοίταζε φοβισμένα, ενώ ταυτόχρονα η Σβετλάνα που αφ’ ενός είχε άγνοια της κατάστασης, αφ’ ετέρου είχε ενθουσιαστεί με την προοπτική να αποκτήσει εγγόνια ο Γρηγόρης της, επιδιδόταν σε έναν non stop μονόλογο, απαριθμώντας με τα σχεδόν άψογα ελληνικά της τις χαρές της ζωής των πολύτεκνων.

Το σπινθηροβόλο μάτι του κυρίου Γρηγόρη, και συγκεκριμένα το αριστερό που είχε καλύτερη οπτική γωνία, αντιλήφθηκε τον ηλεκτρισμό που απλώθηκε στην ατμόσφαιρα πιό γρήγορα και από αμπερόμετρο. Κάτι δεν πήγαινε καλά… Αποφάσισε να αλλάξει κουβέντα. Εριξε μία ελαφριά κλωτσιά κάτω από το τραπέζι στην Σβετλάνα, η οποία όμως δεν κατάλαβε, και συνέχισε…

Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να κάνει τίποτα περισσότερο, γιατί ο μονόλογος κόπηκε απότομα: Ακριβώς πάνω στην φράση «5-6 παιδιά», Εκείνος πνίγηκε στραβοκαταπίνοντας μία γουλιά σόδα, και ούτε που πρόλαβε να απαντήσει: «Και τί θα τρώνε τα 6 παιδιά; Πίτουρο;».
Αμέσως, βάλθηκαν να τον χτυπάνε στην πλάτη όλοι μαζί γιά να συνέλθει, με την βοήθεια κιόλας ενός σερβιτόρου, ο οποίος δυστυχώς είχε πολύ βαρύ χέρι -αποτελεσματικό όμως…

Λίγο μετά το αναπάντεχο, σωτήριο, και ευτυχώς όχι μοιραίο πνίξιμο, η ατμόσφαιρα χαλάρωσε κάπως, όμως Εκείνη ήταν απολύτως σίγουρη ότι έτσι και βρισκόταν μόνοι τους στο κυπαρισσί GLS πηγαίνοντας στο επόμενο μαγαζί, που ήταν και μακρυά, θα γινόταν χαμός… Επρεπε να σκεφτεί επειγόντως κάτι…
Ευτυχώς, την έβγαλε από την δύσκολη θέση ο μπαμπάς της, που στο μεταξύ τακτοποίησε και τον λογαριασμό:
– Αντε, να πηγαίνουμε σιγά σιγά, θα αρχίσει το πρόγραμμα. Τάκη, πάμε με το δικό μου, ο δρόμος μας είναι μετά να σας αφήσουμε εδώ.

Εκείνος, σκέφτηκε πόση βενζίνη θα γλύτωνε, και αισθάνθηκε ανακούφιση, που την εξέφρασε με ένα ευγενικό «Οπως νομίζετε, Πατέρα.».
Εκείνη, σκέφτηκε ότι την γλύτωσε προς το παρόν, και αισθάνθηκε επίσης ανακούφιση, που την εξέφρασε με ένα ελαφρύ χαριτωμένο «Ούφφφ…».

Μετά από λίγο, στο σαλόνι της μαύρης BMW το κλίμα ήταν πολύ πιό ευχάριστο, και η μνημειώδης φωνή της Νατάσσας Θεοδωρίδου συνόδευε απαλά τις ανέμελλες συζητήσεις που διεξάγονταν χαμογελαστά στο μαύρο δερμάτινο σαλόνι, πίσω από τα μαύρα τζάμια.

Εκείνη, είχε φροντίσει (γιά κάθε ενδεχόμενο…), να καθίσει πίσω μαζί με την Σβετλάνα, η οποία της ανέλυε εκτενώς την αυθεντική ρωσσική συνταγή της σούπας Μπόρς.
Εκείνος, καθισμένος αναπαυτικά στο κάθισμα του συνοδηγού, αισθανόταν σαν βόας που έχει καταπιεί ολόκληρο βουβάλι και έχει καθίσει να χωνέψει. Παρ’ όλο το βάρος, άκουγε προσεκτικά τον κύριο Γρηγόρη να του αναλύει εκτενώς όλη την διαδικασία αγοράς και τοποθέτησης του 6κύλινδρου από 323i του `97 στην BMW 318iS του `95, και κατόπιν το επόμενο ονειρικό project: να πουλήσει την ΒΜW, να βρεί Mercedes CLK 200 Kompressor του `99-`00, και σιγά σιγά να την κάνει AMG, αρχίζοντας από το body kit.

Και ενώ περιέγραφε τις ζάντες της μελλοντικής CLK, ο κύριος Γρηγόρης συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι είχε ξεχαστεί… Η CLK AMG ήταν όνειρο, και θα παρέμενε όνειρο… Είχε σκεφτεί πολύ αυτές τις μέρες, και είχε αποφασίσει να βοηθήσει την κατάσταση, παρ’ ότι το μαγαζί δεν πήγαινε πολύ καλά.
Τα είχε βάλει κάτω, και τα είχε ζυγίσει: Από την μιά μεριά, μία CLK AMG, και από την άλλη, ένα εγγόνι. Ομως η ζυγαριά αγνοώντας τους νόμους της φυσικής και το γεγονός ότι μία CLK είναι πολύ πιό βαρειά από ένα μωρό, έγειρε προς το μωρό, και μάλιστα απότομα, κάνοντας ένα δυνατό γκάπ.
Δε βαριέσαι, και η BMW του `95 καλή είναι… Ανέβασε την ένταση στο ραδιοCD, κατέβασε 3η, πάτησε το γκάζι τέρμα και βγήκε στην αριστερή απολαμβάνοντας τον ήχο του 6κύλινδρου.

Κατά την 1:30 είχαν ήδη εγκατασταθεί στο στριμωγμένο τραπέζι με τις εκτός προδιαγραφών στενές καρέκλες, και σχεδόν αμέσως κατέφθασε μία φιάλη Chivas κομπλέ.

Κατά τις 2:00 που βγήκε στην πίστα η Κατερίνα Στανίση, η φιάλη είχε ήδη μείνει μισή, και η διάθεση στο στριμωγμένο τραπέζι ήταν εξαιρετική: Ο κύριος Γρηγόρης ετοιμαζόταν να φωνάξει την λουλουδού αλλά συγκρατήθηκε, Εκείνος αγνοούσε τα παγάκια και τα αμυγδαλάκια προτιμώντας το Chivas σκέτο, η Σβετλάνα αποδείκνυε πόσο εκτιμούσε το εθνικό μας ποτό, και Εκείνη είχε ήδη έλθει στο κέφι με τα δύο δάχτυλα ουίσκυ που είχε προσθέσει στην σόδα της.

Κατά τις 3:00 η κατάσταση ήταν ανεξέλεγκτη, η δεύτερη φιάλη Chivas είχε καταφθάσει, η Κατερίνα Στανίση έκανε το μαγαζί να παραληρεί γιά άλλη μία φορά, και η Σβετλάνα, που είχε αφομοιώσει απόλυτα την Ελληνική κουλτούρα ανέβηκε στο τραπέζι ξεκινώντας ένα εκπληκτικό τσιφτετέλι.
Σχεδόν αμέσως την ακολούθησε Εκείνη, που στο μεταξύ είχε πιεί άλλα δύο δάχτυλα Chivas με την σόδα της, και ήταν στο τσακίρ κέφι.

– Οπα!!!

Ο κύριος Γρηγόρης είχε ενθουσιασθεί, και χτυπούσε παλαμάκια όπως και Εκείνος, που στο μεταξύ είχε διαπιστώσει έκπληκτος ότι το μαύρο καλσόν της Σβετλάνας, αυτό με την ραφή, δεν ήταν καλσόν αφού κατάληγε σε ζαρτιέρες.
Το ίδιο διαπίστωσαν και οι διπλανοί θαμώνες, που άρχισαν να χτυπάνε παλαμάκια και αυτοί.
Και ενώ τα τραπέζια αγκομαχούσαν κάτω από αυτά τα τέσσερα εντυπωσιακά πόδια, σχεδόν όλο το μαγαζί είχε καρφωθεί πάνω τους, και οι λουλουδούδες έτρεχαν και δεν έφταναν.

Κατά τις 4:30, η στάθμη της δεύτερης φιάλης Chivas κατέβαινε αμείλικτα, ενώ η Κατερίνα Στανίση είχε πιάσει το ανεπανάληπτο «Μυστικέ μου έρωτα» σκορπίζοντας συγκίνηση στο κοινό.
Εκείνη, χασμουριόταν διακριτικά και χαριτωμένα, προσέχοντας ταυτόχρονα μή τυχόν και προσθέσει άλλο ουίσκυ στο ποτήρι του Εκείνος.
Η Σβετλάνα, είχε ήδη απομακρύνει διακριτικά την φιάλη, γιά να μήν την φθάνει ο Γρηγόρης της.

Κατά τις 5:00, τα δύο ζεύγη κατευθύνονταν προς την παρκαρισμένη BMW, μή μπορώντας όμως να διατηρήσουν ευθεία πορεία…

– Τάκη, μή πέσεις κάτω, θα γίνουμε ρεζίλι!

– …

– Γκριγκόρι, παραπατάς! Θα πέσεις!

– …

Θα καταφέρουν να φθάσουν στην BMW ;;

Θα συναντήσουν στον δρόμο alcotest ;;

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements