Συνέχεια από το προηγούμενο

Αθήνα, Μπραχάμι, 15 Νοεμβρίου 2001, νωρίς το μεσημέρι.

Ο απόηχος του χθεσινοβραδυνού καυγά ήταν ολόφρεσκος, και στα όμορφα λεπτά αυτιά της ακόμα αντηχούσαν οι αγριοφωνάρες Εκείνου.
Αυτό ήταν και το θέμα της συζήτησης στην κουζίνα του διαμπερούς τρίφατσου τριαριού, στο τραπέζι της οποίας άχνιζαν οι δύο καφέδες στα λουλουδάτα φλυτζάνια.
Εκείνη, καθισμένη στην μία καρέκλα σε ένα εντυπωσιακό σταυροπόδι, κουνούσε νευρικά την παντόφλα του δεξιού πανέμορφου ποδιού της.
Αυτή, καθισμένη στην άλλη καρέκλα σε ένα λιγότερο εντυπωσιακό σταυροπόδι, κουνούσε νευρικά την καφέ χαμηλή γόβα του αριστερού μετριότατου ποδιού της.

– Ναι, καλέ, σου λέω! Μου έβαλε τις φωνές! Αχ, μαμά, φοβήθηκα!

– Α, τον κακούργο!

– Κατέβασα κι εγώ προβοσκίδα! Αλλά μου ζήτησε συγγνώμη το πρωί ο γλυκός μου. Καλέ, είδες σύμπτωση; Μα, να πάρει η μαμά του εκείνη την ώρα;

– Αχ, την καημένη την συμπεθέρα! Καλέ, καημό το έχει κι αυτή, τί νόμισες, μόνο εγώ; Δηλαδή αυτή η καημένη δεν θέλει δει εγγόνι; Μα, τί σύμπτωση όμως κι αυτή, Ε;

Οσο συνεχιζόταν η συζήτηση, εστιάζοντας σε ουσιαστικές λεπτομέρειες, Εκείνη έδειχνε όλο και πιό προβληματισμένη, ενώ αντίστοιχα Αυτή, όλο και πιό σκεπτική.

– Αχ, δεν ξέρω, δεν ξέρω… Δεν βγαίνουμε καλέ μαμά, έχουμε και τις δόσεις του κυπαρισσί GLS!

– Αμ, σας τά ‘λεγα εγώ! Τί το θέλατε; Ε; Δεν μπορούσατε να πάρετε ένα μικρό; Ορίστε τώρα!

Περιέργως δεν συνέχισε καταιγιστικά όπως θα ήταν φυσικό… Αντιθέτως σηκώθηκε, ίσιωσε την φούστα της και είπε: -Φεύγω, έχω να βάψω τα νύχια μου.

Μία ώρα αργότερα, κανείς στο Μπραχάμι δεν φανταζόταν το δράμα που παιζόταν λίγο μακρύτερα, στην Λ.Βουλιαγμένης. Ούτε και Εκείνη, που τίναζε τις κουβέρτες στο μπαλκόνι αμέριμνη…

– Αφεντικό! Εεε, αφεντικοοό! Τηλέφωνο!

– Ποιός είναι ρε;

– Μιά κοπέλα αφεντικό.

– Κοπέλα; Εφτασα! … – Λέγετε, παρακαλώ;

– Γρηγόρη; Εγώ είμαι!

– Ωωωωχχχ!!! Ε, ρε, τί έπαθα μεσημεριάτικα… Τί θές πάλι Πίτσα;; Πρόπερσυ που με ξαναπήρες τηλέφωνο μου ανέβασες την πίεση!! Δεν φαντάζομαι να έπαθε τίποτα το παιδί…;

– Χά! Ας γελάσω! Πότε βρε νοιάστηκες εσύ γιά το παιδί; Ε; … Α, γιά να σου πώ! Μή μου φωνάζεις εμένα! … Τί λές βρέ άχρηστε, που χαράμισα τα νιάτα μου και την ομορφιά μου μ’ εσένα! Που μου τό ‘λεγε η μάνα μου, αλλά πού να την ακούσω εγώ η χαζή! … Πώς; … Ενας Θεός ξέρει τί τράβηξα εγώ! Που γυρνούσες από ‘δώ κι από ‘κει με τις παρδαλές! Τί θα γινόταν το παιδί βρε, άν δεν ήμουνα εγώ; … Μή μου λές εμένα «σκάσε»! … Τί έκανες εσύ βρε, γιά την κόρη σου; Ε;

– 20 χρόνια νωρίτερα θα την είχα κάνει, άν δεν ήταν το παιδί, μωρή γκιόσα! Λίγο το λές;; … Τί λές μωρή;; … Εγώ;!

– Ναι, εσύ! … Τί έκανες, Ε; … Μμμμ! Σιγά τ’αυγά, που της έγραψες το τριάρι στο Μπραχάμι! Αυτό θα σού ‘λειπε, να την αφήσεις άπροικη! … Στο νοίκι, εμ βέβαια! Πού να σου μείνουν λεφτά γιά σπίτι εσένα! Αφού σ’τα τρώνε οι τσούλες! … Γρηγόρη μή φωνάζεις, θα σου ξανανέβει η πίεση και μετά θα λές ότι φταίω εγώ! … Σταμάτα καλέ, θα πάθεις εγκεφαλικό! … Καλέ, σταμάτα και άκου με, έχω λόγο που πήρα!

– Λέγε Πίτσα, και τέλειωνε, πρέπει να πάρω χάπι! … Πώς; … Να βοηθήσω; Τί να κάνω δηλαδή; … Ναι, το ξέρω ότι έχουν τις δόσεις από το κυπαρισσί GLS. … Τί λές ρε Πίτσα, δεν έχω! … Ρε, δεν βγαίνω σου λέω, δεν πάει το μαγαζί! … Τί; … Δεν ξέρω, θα δώ. … Καλά, κατάλαβα, θα την πάρω αύριο! … Πίτσα, κόφ’το, θα σ’το κλείσω το τηλέφωνο! Θα δώ σου είπα! … Καλά, άντε, χαιρέτα μας τώρα! … Οχι, να μή με πάρεις, θα λείπω!!

– Ελα ‘δώ ρε χαμένε, έλα ‘δώ!!

– Ωχ! Τί έπαθες αφεντικό; Κοκκίνισες! Δεν είσαι καλά; Να φέρω νερό;

– Ρε, δεν έχω πεί εγώ να ρωτάς ποιός είναι στο τηλέφωνο;;

– Ρώτησα αφεντικό! Και μου είπε «Μία φίλη του». Μου φάνηκε μικρή, είχε ψιλή φωνίτσα, μίλαγε και τσαχπίνικα, Ε, νόμισα κι εγώ…

– Α, την πανούργα…! Θα με φάει εμένα αυτή…

– Ωχ! Η κυρία Πίτσα ήταν αφεντικό;

– Αυτή…

– Να φέρω νερό;

– Να τσακιστείς να πάς στο μέσα γραφείο, και να φέρεις το πιεσόμετρο από το ντουλάπι! Και τα χάπια που είναι στο πάνω αριστερά συρτάρι! Ωχ, θα πάθω… Τσακίσου!

– Πάω, πάω!

Πόσο θα δείξει το πιεσόμετρο ;;

Θα πάρει και δεύτερο χάπι ;;

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements