Takis and Soula, in seconds, by Dodos

Συνέχεια από το προηγούμενο

Αθήνα, Σούρμενα, 14 Νοεμβρίου 2001, νωρίς το μεσημέρι.

Στο σαλόνι με την ανεμπόδιστη θέα οι καφέδες διαδέχονταν ο ένας τον άλλον… Η συζήτηση ήταν στο φόρτε της, και μάλιστα, ίσως γιά πρώτη φορά, είχε συγκεκριμένο θέμα. Αλλωστε, το ζήτημα ήταν φλέγον…

– Δεν ξερω άν θα του μιλήσω σημερα. Εχω κατεβάσει προβοσκίδα. -είπε Εκείνη αφήνοντας το φλυτζάνι στο πιατάκι με ένα δυνατό τσάκ, που αποδείκνυε τον εκνευρισμό της.

– Τί να του πείς καλέ; Αφού κάνει ότι δεν καταλαβαίνει! Να ακούσεις επιτέλους τη μάνα σου! Και να την κόψεις την προβοσκίδα! Αυτό που σου λέω δεν γίνεται με προβοσκίδες! -είπε Αυτή σε αυστηρό τόνο.

-Επιμένεις! Σου είπα, στ’αλήθεια δεν κατάλαβε! Αφού σήμερα το πρωί με ρωτούσε τρυφερά – τρυφερά γιατί κατέβασα προβοσκίδα!

-Α, τον πανούργο! Αχ, εγώ δεν θα δώ ποτέ εγγόνι με τον άχρηστο και με το αγύριστο κεφάλι σου! Αχ, με τον καημό θα πεθάνω!   Αχ, και θα με φάει πολλά χρόνια ο καημός, τόσο νέα που είμαι! -ξαναάρχισε Αυτή…

Ομως, Εκείνη διέκοψε το επερχόμενο σφυροκόπημα, λέγοντας αποφασιστικά:
-Φεύγω. Εχω να βάλω πλυντήριο και να σιδερώσω.

Μόλις έμεινε μόνη, αισθάνθηκε ξαφνικά ανήμπορη μπροστά στην απίστευτη ξεροκεφαλιά της κόρης της.  Οχι όμως και ανήμπορη γενικώς…

-Αμ, θα σε φτιάξω εγώ, αχαϊρευτε, που μου κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις! Αμ, δεν με ξέρεις καλά εμένα! -μονολόγησε σιωπηλά, ενώ μία πονηρή λάμψη φώτιζε τα βαμμένα τυρκουάζ μάτια της.

Πήρε το τηλέφωνο, και κάθισε αναπαυτικά στον κοκκινωπό καναπέ.

– Ναί; Αποστόλη; Συμπέθερε; Εγώ είμαι! … Η Πίτσα είμαι καλέ, η συμπεθέρα! … Τί κάνετε καλέ; Τί κάνει η ωραία Λάρισα; Καλέ χαθήκατε, ούτε ένα τηλέφωνο! … Πώς; Ε, όχι δα! Εγώ πάντα σας σκέφτομαι! … Οχι καλέ, δεν έπαθαν τίποτα τα παιδιά, εγώ πήρα να δώ τί κάνετε! … Καλέ, δώσ’ μου και την συμπεθέρα να της μιλήσω!

– Ελα καλέ Πίτσα μου! … Ναι, έχω κατσαρόλα στη φωτιά. … Πώς; … Χοιρινό -πρασοσέλινο, το άφησα να σιγοβράζει, θέλει κάμποσο ακόμα.

– Καλέ, πόσο καιρό έχουμε να τα πούμε Ανθούλα μου! … Ναι, ναι, καλά είναι! … Τον γυιό σου, βέβαια, δεν τον βλέπω ποτέ, αλλά μαθαίνω από την κόρη μου. … Οχι καλέ, ποτέ! Αφού όταν πάω από ‘κεί φεύγει! … Ναι, μεγάλη αγάπη μού ‘χει! … Πώς; Εγώ καλέ, που στόμα έχω και μιλιά δεν έχω;;! … Αχ, Ανθούλα μου έχω μεγάλη στενοχώρια! … Πώς; … Οχι επειδή δεν θέλει να με βλέπει καλέ! … Αχ, μεγάλη στενοχώρια! Αχχχ! Τί θα γίνει καλέ με τα παιδιά μας που δεν έχουν μυαλό στο κεφάλι τους; Εμείς πότε θα δούμε εγγόνι; Αχ, θα με φάει ο καημός! … Ναι, ναι, ο γυιός σου Ανθούλα μου! … Οχι, όχι, κάνει ότι δεν καταλαβαίνει! … Αχ, τί θα κάνουμε Ανθούλα μου;!

– Αχ, Πίτσα μου, εγώ να δείς στενοχώρια που έχω! Κι ο Αποστόλης μου το ίδιο! … Ναι, ναι! … Αχ, κι αυτός ο καημένος, καημό τό ‘χει να δει έναν εγγονό, να ακούσει και το όνομά του! … Πώς; … Οχι καλέ, και εγγονούλα, δεν μας πειράζει, να ακούσω κι εγώ το όνομά μου!

– Τί λές καλέ!! Που θα την πούμε «Ανθούλα» την εγγονή μου! Ακου ‘κεί!

– Τί λές καλέ!! «Πίτσα» θα την πούμε;; Την κόρη του γυιού μου; Ας γελάσω!

— Ρε γυναίκα!!! Ανθούλα! Ανθούλα!!  Κάτι καμμένο μυρίζει στην κουζίνα!

– Αχ! Ερχομαι Αποστόλη μου!   -Πώ, πώ, πάει το φαγητό! Αχ, Πίτσα μου σε αφήνω, τρέχω, αλλά έννοια σου, ξέρω εγώ!

Αθήνα, Μπραχάμι, 14 Νοεμβρίου 2001, αργά το απόγευμα.

Μερικές ώρες αργότερα, στο Μπραχάμι, είχε ήδη νυχτώσει όταν Εκείνος γύρισε σπίτι, εντελώς μπουρινιασμένος. Κόντευε να σκάσει.  Η προαγωγή που περίμενε εδώ και μερικούς μήνες πώς και πώς, φαινόταν ότι θα αργούσε πολύ. Απογοητευμένος, αποφάσισε το μεσημέρι, να ζητήσει αύξηση.
Ομως… – Αύξηση; Ααααύξηση;; Τί λές παιδί μου; Είσαι καλά; Ααααύξηση; Δεν βλέπεις πώς πάνε οι δουλειές; Εγώ σκέφτομαι να σας κάνω μείωση!
Και τα έξοδα έτρεχαν, αμείλικτα. Και οι δόσεις του κυπαρισσί GLS, ανελέητες. Και πλησίαζε το πρώτο service. Και έπρεπε να του βάλει καινούργια λάστιχα, γιατί με αυτά τα κορεάτικα έκανε patinage στην άσφαλτο.

Απελπισία… Χρειαζόταν επειγόντως ένα ουίσκυ. Με το ποτήρι στο χέρι πήγε προς την κλειστή πόρτα της κουζίνας, και τότε θυμήθηκε ότι Εκείνη είχε κατεβάσει προβοσκίδα από χθές: Αυτό έλειπε τώρα!
Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε.

– Ηλθες καλέ; Καλά άκουσα. -του έδωσε ένα φιλάκι, χαμογελαστά.
– Καλέ; Από τώρα άρχισες το ουίσκυ;!

– Είχα δύσκολη μέρα αγάπη μου…

– Καλά, θα βάλω κι εγώ λίγο κουμ-κουάτ, γιατί θέλω να μιλήσουμε, Γλυκέ μου.

– Συμβαίνει τίποτα μωρό μου; -ρώτησε ανύποπτος, καθώς Εκείνη καθόταν χαμογελαστή δίπλα του στον καναπέ, με το ποτηράκι με το κουμ-κουάτ στο λεπτό της χέρι.

– Εγώ, Τάκη, πότε θα γίνω μάνα;

– Πώς…;! -ευτυχώς εκείνη τη στιγμή δεν έπινε γουλιά, γιατί μπορεί και να πνιγόταν.

– Σε ρώτησα, πότε θα γίνω μάνα!

– Εεεε… -το μυαλό του δούλευε στις 8500 στροφές. Επρεπε να σκεφθεί κάτι, επειγόντως.

– Τάκη, έχω κλείσει τα 30! Το ξέρεις; Το ξέρεις! Και μπήκα στα 31!

– Σούλα μου, εσύ 30; Το είχα ξεχάσει! Εσύ μοιάζεις 22! Είσαι μικρή ακόμα!

– Με κοροϊδεύεις; Πρώτα – πρώτα, δεν μοιάζω 22! Μοιάζω 18 το πολύ!

– Ναι, ναι, σωστά!

– Ναι, αλλά είμαι 30! Τί θα γίνει; Ολες έχουν μωρά! Μέχρι και η κοντόχοντρη η Λίτσα με τα σπυριά!

Η απρόσμενη συζήτηση κράτησε αρκετά, τόσο που χρειάστηκε άλλο ένα ουίσκυ, και άλλο ένα ποτηράκι κουμ-κουάτ. Ατράνταχτα επιχειρήματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, και απόλυτα τεκμηριωμένες δικαιολογίες σε εντυπωσιακά λογική αλληλουχία δημιουργούσαν έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα διάλογο.

– Βρε αγάπη μου, δεν βγαίνουμε, έχουμε και τις δόσεις του κυπαρισσί GLS!

– Τί λές βρέ! Μέχρι να τελειώσουν οι δόσεις, εγώ θα μπώ στην κλιμακτήριο!

– Σούλα μου, λατρεία μου, να πάρω τουλάχιστον την προαγωγή πρώτα!

– Εγώ θέλω τώρα!

Ξαφνικά, χτύπησε το τηλέφωνο.

– Πάρ’ το εσύ, η μάνα σου θα είναι πάλι, είναι η ώρα της. -της είπε γλυκά, και σωριάστηκε πίσω στον καναπέ, ανακουφισμένος. Θα κρατούσε τουλάχιστον μία ώρα το τηλεφώνημα…

– Ναιαιαιαί;

– Σούλα μου; Τί κάνεις κόρη μου; Εγώ είμαι!

– Αχ, καλησπέρα σας μητέρα! … Τί κάνετε; … Ο πατέρας, καλά; … Κι εμείς καλά. … Πώς, βέβαια, θα έλθουμε! … Ναι, κι εμείς σας πεθυμήσαμε! … Ε, θα δούμε, είναι λίγο μακριά η Λάρισα. … Ναι, εδώ είναι ο Τάκης. … Να τον φωνάξω, ναι, καληνύχτα σας, φιλιά.

– Πήγαινε στο τηλέφωνο, δεν ήταν η μαμά μου, είναι η δικιά σου!

– Ελα μάνα, τί κάνετε; … Κι εμείς καλά. … Πώς; Δεν μ’ακούς καλά; … Τίποτα μωρέ, κάτι φασαρίες στη δουλειά. … Τί; Νά ‘ρθουμε στη Λάρισα να κουβεντιάσουμε; Τί να πούμε; … Στενοχώρια έχετε; Τί στενοχώρια; … Καημό; … Τί καημό ρε μάνα; … Πώς;! … Τί;! … Πώς σού ‘ρθε τώρα αυτό; … Θα πεθάνεις απ’τον καημό; … Δε μου λές; Συνεννοημένες είσαστε; … Εμένα ρωτάς με ποιά είσαι συνεννοημένη; Με τη Σούλα! … Μή μου λές εμένα «Να πέσει φωτιά να σε κάψει»!! … Ρε μάνα, με δουλεύεις;; … Ρε, δεν μου φτάνει η άλλη, έχω κι εσένα τώρα! … Οχι, να μήν έλθεις στην Αθήνα! Δεν θα με τρελλάνετε όλες σας! … Μή μου λές εμένα να μή φωνάζω! … Καλά, καληνύχτα.

– Τί έγινε καλέ; Γιατί φώναζες την καημένη τη μαμά σου;

– Πήρες τηλέφωνο τη μάνα μου; Λέγε! Τώρα μόλις, μού ‘λεγε τα ίδια! -της φώναξε, καθώς κατευθυνόταν προς το ντουλάπι γιά να προσθέσει ουίσκυ. Είχε αγριέψει κάπως.

– Εγώ;;

– Εσύ!! -της φώναξε ακόμα πιό δυνατά. Είχε ήδη αγριέψει λίγο περισσότερο…
 

Θα συνεχίσει να φωνάζει ;;

Μήπως βραχνιάσει ;;

Θα αρχίσει να τσιρίζει Εκείνη ;;
 

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements