Συνέχεια από το προηγούμενο

  Δεν είχε περάσει ούτε μία ώρα που επέστρεψε από την επίσκεψη στο διάσημο μαιευτήριο, και βρισκόταν στην κουζίνα πλένοντας κάτι φλυτζάνια που είχαν μείνει άπλυτα από το πρωί. Τα αμυγδαλωτά μάτια της είχαν μία σκεπτική έκφραση καθώς ξέπλενε τα κουταλάκια.  Ε, όχι τώρα, να της πετάει μπηχτές η κοντόχοντρη η Λίτσα με τα σπυριά! Και να καμαρώνει η κακίστρω, κοίτα τί κορίτσαρο που έκανα εγώ, κι εσύ τίποτα… Είχε δίκιο η μαμά… Πώ, πώ! Καλέ πώς περνάνε τα χρόνια! Επρεπε να δράσει… Σήμερα κιόλας!
Ξαφνικά, χτύπησε το τηλέφωνο. Εβγαλε βιαστικά τα κίτρινα γάντια, και πήγε στο χώλ.

– Ναιαιαιαί;

– Εγώ είμαι!

– Τί θές πάλι μαμά;; Τώρα με άφησες! Ακόμα δεν έχω συνέλθει από την πλύση εγκεφάλου που μου έκανες!

– Αχ! Πότε βρέ άκουσες αυτά που σου λέω; Ε; Από το ένα αυτί μπαίνουν, από το άλλο βγαίνουν! Ααχ! Θα με φάει ο καημός εμένα!  Αχ! Αμα γίνεις μάνα, βρέ, τότε θα με καταλάβεις!
Λοιπόν, άκου! Αυτά που μου έλεγες, να τα αφήσεις! Θα ακούσεις αυτό που σου λέει η μάνα σου! Ξέρω εγώ! Τί θα πεί βρέ, θα του το φέρεις απαλά – απαλά;; Ε; Νομίζεις θα καταλάβει; Δεν θα καταλάβει, στο λέω εγώ! Θα κάνεις αυτό που σου λέει η μάνα σου!

– Αποκλείεται!!

– Αχ, βρέ, δεν τους ξέρεις τους άντρες, βρεεεεεέ! Ακου την βρέ τη μάνα σου που ξέρει! Που μόνο το καλό σου θέλει! Αχ, δεν θα κλείσω μάτι πάλι σήμερα! Αχ, βρέ, πότε θα αποκτήσω εγώ εγγόνι με το μυαλό που έχεις στο κεφάλι σου! Ξεροκέφαλη! Ιδια ο πατέρας σου! Αχ, θα με φάει η στενοχώρια! Ακου με βρέ, που νομίζεις ότι τους ξέρεις τους άντρες! Που νομίζεις ότι θα καταλάβει ο άχρηστος, απαλά – απαλά!!

– Σου είπα, αποκλείεται!!

– Αχ, με τον καημό θα πεθάνω η καψερή!! Αγύριστο κεφάλι! Ιδια ο πατέρας σου!

– Ασε με τώρα, θέλω να μαγειρέψω! Οπου νά’ναι θάρθει. Θα σε πάρω αύριο να σου πώ τί έγινε. Σταμάτα!  Σταμάτα καλέ!

  Μερικές ώρες αργότερα, Εκείνος καθόταν στον ασπριδερό σατέν καναπέ, και χάζευε τις ειδήσεις. Ακουσε τακούνια να κροταλίζουν στο παρκέ και γύρισε. Εκείνη πλησίαζε με το γνωστό λυκνιστικό της βάδισμα, χαμογελαστή.

– Γλυκέ μου, να σου βάλω ένα ουισκάκι πρίν το φαγητό; Θα βάλω κι εγώ λίγο λικέρ βύσσινο της μαμάς.

Κάθισε δίπλα του στον καναπέ, σταύρωσε τα εντυπωσιακά πόδια της και του χαμογέλασε γλυκά με την χολυγουντιανή οδοντοστοιχία της. Το άρωμά της τον τύλιξε, και τον έκανε να πάρει μιά δυνατή ανάσα. Το υπέροχο λεπτό χέρι της με τα περιποιημένα ρόζ σικλαμέν νύχια του χάιδεψε τον σβέρκο.

– Κουράστηκες γλυκέ μου σήμερα;

– Ναί μωρέ… Είχαμε πολλή δουλειά από το πρωί…

– Καλέ, ήθελα να σε ρωτήσω κάτι γιά το αυτοκίνητο! Να σου πώ, το κυπαρισσί GLS παίρνει παιδικό κάθισμα Isofix;

– Πώς;;

– Λέω, άν παίρνει παιδικό κάθισμα Isofix, ξέρεις καλέ, αυτά τα καθισματάκια των νέων προδιαγραφών, που μπαίνουν στο πίσω κάθισμα χωρίς να χρειάζεται να τα δέσεις με τις ζώνες ασφαλείας!

– Καλά, πώς σου’ρθε τώρα αυτό; Και πού τα έμαθες εσύ αυτά μωρό μου;

– Καλέ, χάζευα ένα περιοδικό το μεσημέρι που πήγαμε επίσκεψη στην ξαδέλφη μου την Λίτσα. Ξέρεις, την κοντόχοντρη με τα σπυριά, που σου έλεγα το πρωί, που γέννησε χθές. Εκεί το είδα.

– Α…

– Τί, «Α»; Παίρνει Isofix το κυπαρισσί GLS;

– Δεν ξέρω, μάλλον παίρνει, δεν το κοίταξα στο manual… Καλά, τί σε νοιάζει τώρα εσένα;

– Τίποτα, έτσι ρωτάω… Από περιέργεια…

– Τί μαγείρεψες;

– Γίγαντες στον φούρνο, και σαλάτα γυφτοφάσουλα! Ωραία, Ε; 
Αχ, γλυκέ μου, να σε ρωτήσω και κάτι άλλο! Στο κυπαρισσί GLS, απενεργοποιείται ο αερόσακκος του συνοδηγού;

– Τί;;

– Λέω, άν απενεργοποιείται ο αερόσακκος του συνοδηγού!  Γιατί, άν θέλεις να βάλεις παιδικό καθισματάκι στο κάθισμα του συνοδηγού ανάποδα, δηλαδή να κοιτάει προς τα πίσω το μωρό, πρέπει λέει να απενεργοποιήσεις τον αερόσακκο γιά λόγους ασφαλείας!

– Πώς;;

– Καλέ, δεν το ήξερες αυτό; Το διάβασα το μεσημέρι, σ’εκείνο το περιοδικό!

– Α…

– Τί, «Α»; Απενεργοποιείται;

– Ποιός;

– Ο αερόσακκος του συνοδηγού, καλέ!!

– Ναί, απενεργοποιείται με το κλειδί της μίζας. Εχει έναν διακόπτη δεξιά, όπως ανοίγεις την πόρτα του συνοδηγού…  Καλά, τί σε νοιάζει βρε αγάπη μου τώρα εσένα;

– Τίποτα, έτσι ρωτάω…

– Α… Να σου πώ, θα φάμε; Πείνασα με το ουίσκυ!

– Αυτό έχεις να μου πείς;;!;;

– Ναί αγάπη μου, πεινάω. Γιατί; Εσύ δεν πείνασες;

Το υπέροχο λεπτό χέρι της σταμάτησε να του χαιδεύει τον σβέρκο. Τα αμυγδαλωτά μάτια της σκοτείνιασαν… Σηκώθηκε απότομα από τον ασπριδερό καναπέ, και τον κοίταξε ψυχρά.

– Πάω να σερβίρω. -είπε παγερά, και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα ταλαντεύοντας τους εντυπωσιακούς γλουτούς της.

Εκείνος, αντιλήφθηκε αμέσως το παγερό βλέμμα της, και την κοίταξε εμβρόντητος…
– «Καλά, τί έπαθε πάλι;» -αναρωτήθηκε σιωπηλά.  Μία γνήσια απορία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του…

Εκείνη, ήταν ήδη στην κουζίνα, και μία επίσης γνήσια απορία ήταν ζωγραφισμένη στο πανέμορφο πρόσωπό της, καθώς έριχνε το ξύδι στην σαλάτα με τα γυφτοφάσουλα…
– «Μήπως έχει δίκιο η μαμά…;»  -αναρωτιόταν σιωπηλά.  Και καθώς ήταν απορροφημένη στις σκέψεις της, της παράπεσε το ξύδι στα γυφτοφάσουλα, με αποτέλεσμα να μήν τρώγονται, όπως αποδείχθηκε αργότερα…
 

– Πόσο ξυνά έγιναν τα γυφτοφάσουλα ;;

– Γιατί δεν καταλάβαινε Εκείνος ;;

– Είχε όντως δίκιο η μαμά ;;
 

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements