Συνέχεια από το προηγούμενο

Αθήνα, Μπραχάμι, Νοέμβριος 2001

  Ηταν ένα ηλιόλουστο, αλλά σχετικά κρύο πρωινό του Νοέμβρη, και στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι επικρατούσε ψόφος: εδώ και μία ώρα Εκείνη είχε ανοίξει τις μπαλκονόπορτες γιά να αερίσει.
Κι όμως, δεν αισθανόταν το κρύο να την περονιάζει: εδώ και 20 λεπτά περιδιάβαινε την σαλοτραπεζαρία με την ηλεκτρική σκούπα.
Το τηλέφωνο χτύπησε, ευτυχώς, τη στιγμή που προσπαθούσε να ξεμπερδέψει το καλώδιο…

– Ναιαιαιαί;;

– Τρείς φορές έχω πάρει! Γιατί δεν απαντάς;;

– Μαμά, έχω βάλει σκούπα!

– Σκούπα; Α! Να κάνεις και τις κουρτίνες με το βουρτσάκι! Και τον καναπέ, και τις πολυθρόνες που είναι μέσ’στις στάχτες, έτσι που ντουμανιάζει ο άχρηστος! Που το ένα ανάβει, το άλλο σβήνει! Και να μήν ξεχάσεις το χαλάκι της εισόδου!

– Αυτά πήρες να μου πείς πρωί – πρωί;; Αμάν πιά!!

– Οχι καλέ! Γιά άλλο σε πήρα! Τα έμαθες; Η ξαδέλφη σου η Λίλυ γέννησε! Χθές το απόγευμα!

– Η Λίλυ; Ποιά Λίλυ;

– Η ξαδέλφη σου η Λίλυ καλέ, από το Αιγάλεω! Δεν την θυμάσαι; Της θείας της Τασίας, που παίζατε μαζί μικρά στο εξοχικό του θείου Γιώργου στην Κερατέα; Που πηγαίναμε διακοπές στο Κιάτο όταν ήσασταν στο Λύκειο; Που σε ζήλευε επειδή ήσουν η όμορφη; -Ε, όχι που να το παινευτώ, εμένα έμοιασες! Καλέ, η Λίλυ, που παντρεύτηκε τον Θόδωρο από τον Κορυδαλλό, ένα χρόνο πριν παντρευτείς εσύ τον άχρηστο! Τον Θόδωρο, τον ψήστη καλέ, που τον κορόιδευες επειδή ήταν κοντός, χοντρός, με φαλάκρα και μουστάκι! Αχ! Κούνια που σε κούναγε, που τον κορόιδευες! Τυχερή η Λίλυ, βρέ! Εχει ανοίξει και δεύτερο σουβλατζίδικο στον Κορυδαλλό ο Θόδωρος, και τώρα ανοίγει και τρίτο στη Δραπετσώνα!

– Ποιά Λίλυ, καλέ; Τη Λίτσα λές; Τη Λίτσα, την κοντή, την χοντρή με τα σπυριά;

– Αχ, ναί, καλέ! Το ξέχασα να στο πώ! Μετά το δεύτερο σουβλατζίδικο, τότε που πήγε ο Θόδωρος στη Γερμανία και έφερε το Mercedes το CLK το Kompressor, και πήρανε και το ρετιρέ, το άλλαξε, και το έκανε Λίλυ!

– Αααντε…!

– Ναι, ναι! Α! Θα περάσω να σε πάρω, να πάμε επίσκεψη. Δεν γίνεται, πρέπει να πάμε!

– Οχι τώρα! Θέλω να τελειώσω με τη σκούπα, και τα μαλλιά μου είναι χάλια! Αργότερα!

Δύο ώρες αργότερα, στην γεμάτη ανθοδέσμες, ανθοσυνθέσεις και ανθοκαλαθάκια σουίτα, η χαρά ήταν διάχυτη, και τα χαμόγελα έδιναν και έπαιρναν!

– Τασία μου; Πόσα χρόνια έχω να σε δώ! Καλέ, εσύ ξανάνιωσες! Ούτε 70 δεν δείχνεις! Αχ, καλέ, να σας ζήσει! Να σας ζήσει!
Λίλυ μου; Να σου ζήσει, να το χαίρεσαι! Καλέ, πώς αφράτεψες έτσι!
Συμπεθέρα; Καλέ, εσύ είσαι 60 χρόνια νεότερη! Αχ, να το χαίρεστε!

– Ευχαριστούμε! Ευχαριστούμε! Αντε, και στα δικά σας! Αντε, με το καλό κι εσείς!
Αντε, γιατί αργήσατε, αργήσατε!

– Πούν’το καλέ; Πούν’το!
Αααα -χου-το! Ααα -χου-το! -χου-το! -χου-το!
Καλέ, τί κορίτσαρος είναι αυτός;!

– Είδες; Είδες; 2.400 μας βγήκε το χρυσό μου!

– Κορίτσαρος! Κορίτσαρος!

– [Καλέ μαμά; Εφταμηνίτικο είναι; Πώς είναι έτσι;]

– [Σιωπή! Σούτ!]

– Ααα -χου-το! -χου-το! Τί ειειείναι μωρέ; Τί ειείναι;
Καλέ, πώς τη μοιάζει τη μαμά του! Ιδιο η Λίλυ μας είναι!

– Ναι, ναι, μαμά! Ιδιο, ίδιο! [Δεν έχει όμως  σπυριά! Αμα είχε και σπυριά, θα ήταν ολόιδιο η Λίτσα!! Χι, χι, χι! -Μαμά, γιατί με σκουντάς;; Μή με σκουντάς!!]

– [Σιωπή! Σούτ! Σκάσε! Ρεζίλι θα με κάνεις!]

– Είδες ξαδέρφη; Ιδιο η κόρη μου! Ιδιο!

– Ε, όχι συμπεθέρα! Το ετούτο του είναι του γυιού μου! Φτυστό! Κοίτα!

– Ναί, ναί! Μαμά, κοίτα το ετούτο του! Καλέ, πώς του μοιάζει του Θόδωρου!
[Μαμά,  έχει και καράφλα!! Κοίτα!! Αμα είχε και μουστάκι θα ήταν φτυστό ο Θόδωρος! Χι, χι, χι! Καλέ, την ομορφιά του μπαμπά του έχει πάρει! Χι, χι! -Μαμά, σταμάτα να με σκουντάς! Θα πέσω!]

– [Σσσκάσε βρέ! Σσσσκάσε! Δεν ντρέπεσαι; Ρεζίλι με έχεις κάνει!]

Μετά από μερικές εκατοντάδες «Αα -χου-το -χου-το», και αφού το χρυσό άρχισε να σκούζει σπαρακτικά, καταταραγμένο από τα πολλαπλά «κούτσου – κούτσου», αποφάσισαν ότι ήλθε η ώρα να την κάνουν σιγά – σιγά.

– Τασία μου, Λίλυ μου, άντε, να πηγαίνουμε, θα έρθουμε και στο σπίτι!
Αχ, να το χαίρεστε! Να σας ζήσει!

– Ευχαριστούμε! Ευχαριστούμε! Αντε, και στα δικά σας!
Αντε, γιατί αργήσατε, αργήσατε! Αντε, γιατί τα χρόνια περνάνε!
Αντε, καλέ! Με το καλό, με το καλό!

Λίγο αργότερα, το ασημί Nissan Micra είχε ήδη εγκαταλείψει το parking του διάσημου μαιευτηρίου, και βρισκόταν μποτιλιαρισμένο στην κάθοδο της Κηφισίας.
Στο τιμόνι, Αυτή, ήταν σκεπτική, και -περιέργως- σιωπηλή. Ούτε που άκουγε το ραδιόφωνο και την γλυκειά φωνή της Πίτσας Παπαδοπούλου που πλημμύριζε το σαλόνι του Micra…
Στο επόμενο φανάρι, και με την ευκαιρία που ήταν κόκκινο, αποφάσισε τελικά ότι ήταν καιρός να επέμβει… Δεν πήγαινε άλλο…

– Δε μου λές;; Τί θα γίνει με σένα;; Εγώ πότε θα αποκτήσω εγγονάκι;; Ε;;

– Τί;

– Σε ρώτησα πότε θα αποκτήσω εγγόνι εγώ! Πότε, βρέ; Ε; Εγώ πότε θα γίνω γιαγιά;
Οχι δηλαδή ότι μου πάει να είμαι γιαγιά πάνω στο άνθος μου, αλλά, νά! Τώρα που είμαι νέα βρέ! Πότε; Οταν θα γεράσω; Ααααχ!!

– Τί λές καλέ τώρα; Εγώ είμαι μικρή ακόμα!

– Μικρή είσαι; Καλέ, μυαλό δεν έχεις στο κεφάλι σου; Τα έκλεισες τα 30!
Εγώ βρέ, σε έκανα στα 24! Τί θα γίνει; Τα χρόνια περνάνε!
Αχ!! Θα με φάει ο καημός βρέ! Θα με φάει η στενοχώρια!
Αχ! Ας όψεται ο αχαϊρευτος που σε είχε αστεφάνωτη τέσσερα χρόνια, ο άχρηστος!
Καλέ; Και σ’αυτό άχρηστος είναι; Ε;
Αχ! Που δεν τον ήθελες τον κύριο Λάζαρο, που της έκανε τρία παιδιά αυτηνής της στραβοποδάρας!  Και τό’λεγε αυτή, βρέ!…: «Μή κοιτάς τα πόδια μου τα στραβά, κοίτα την τύχη μου την ίσια!».  Αχ! Που έλιωνε γιά σένα ο κύριος Λάζαρος!

Ο μονόλογος που άρχισε στην Κηφισίας, στο Μαρούσι, συνεχίστηκε σε όλη την Βασ. Σοφίας, αλλά και στην Βασ. Κωνσταντίνου. Διακοπτόταν μόνο κατά διαστήματα, πάντα από την ίδια φράση: «Μαμά, σταμάτα να μιλάς και ξεκίνα! Αναψε πράσινο!».

Στο φανάρι της Καλλιρόης, τα αμυγδαλωτά μάτια Εκείνης είχαν ήδη αποκτήσει μία πολύ σκεπτική έκφραση. Ενα σωρό σκέψεις πλανιόταν στο εσωτερικό του ασημί Micra, που δεν ήταν και πολύ ευρύχωρο…

– Λές…; -είπε Εκείνη, σαφώς προβληματισμένη.

– Αμ, πώς! Ακου με εμένα, ξέρει η μάνα σου! -είπε Αυτή με απόλυτη σιγουριά.

– Α, όχι, όχι! Θα του το φέρω σιγά – σιγά!

– Αντε καλέ! Ακου με που σου λέω!

– Α, πα, πα! Δεν μπορώ, δεν μπορώ! Θα του το φέρω απαλά – απαλά!
Ασε, ξέρω εγώ!
 

Θα του το φέρει σιγά – σιγά ;;

Πώς ;;

Πόσο απαλά – απαλά, δηλαδή ;;

Φυσάει βοριάς στο τριάρι ;;
 

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements