Συνέχεια από το προηγούμενο

Αθήνα, Μπραχάμι, 24 Ιουνίου 2001

  Η κλειδαριά ήθελε λάδωμα, και καθώς πάλευε να γυρίσει το κλειδί χωρίς να το σπάσει, κατάλαβε ότι πεινούσε  -μετά από τόσες ώρες που γυάλιζε το όχημα στην πυλωτή. Σκέφτηκε ότι θα ήθελε να ανοίξει την πόρτα και να μυρίσει κάτι ψητό.  Αρνάκι, μπριζόλες, κάτι, οτιδήποτε, ακόμη και λουκάνικα Φρανκφούρτης. Αλλά, δεν επρόκειτο…

Κάποια στιγμή το κλειδί γύρισε, και κατάφερε να μπεί. Στην ατμόσφαιρα του διαμπερούς τρίφατσου τριαριού πλανιόταν η γνώριμη μυρωδιά από τις φακές που σιγόβραζαν. Μπορούσε κανείς να διακρίνει στον αέρα, επίσης, το λεπτό άρωμα του κρεμμυδιού, αλλά και μία υποψία σκόρδου η οποία έδενε υπέροχα, δημιουργώντας μία ορεκτική πανδαισία αρωμάτων στην σαλοτραπεζαρία.
Δεν έφτανε που δεν άνοιγε τον απορροφητήρα γιατί την ενοχλούσε ο θόρυβος, δεν έκλεινε ούτε την πόρτα της κουζίνας!

  Μία έκφραση αηδίας ζωγραφιζόταν προοδευτικά στο πρόσωπό του, καθώς προσπαθούσε να αναπνέει όσο το δυνατόν λιγότερο.  Ταυτόχρονα όμως μία εξαιρετικά περίπλοκη σκέψη διαπέρασε σαν αστραπή τον όχι και πολύ γρήγορο εγκέφαλό του:  Το ότι μύριζαν φακές, σήμαινε ότι δεν επρόκειτο να έλθει η μάνα της! Διότι άν ήταν να έλθει, θα έφερνε κάτι όπως συνήθως, ένα παστίτσιο, ένα γιουβέτσι, ένα κοκκινιστό, οτιδήποτε, οπότε Εκείνη δεν θα χρειαζόταν να μαγειρέψει. Αρα, δεν θα έλθει! Γιούπυ!

Ο πολύπλοκος αυτός συλλογισμός τον κούρασε, αλλά ταυτόχρονα τον γέμισε ανακούφιση. Ξαφνικά το κρεμμύδι και το σκόρδο του φάνηκαν πολύ μυρωδάτα.
Αλλωστε, εδώ και λίγο καιρό είχε πάρει μία θεμελιώδη απόφαση: Κάλλιο φακές και μάλιστα νερόβραστες, παρά παστίτσιο με Αυτήν απέναντί του. Γιατί δυστυχώς, Αυτή, δεν του έκανε τη χάρη να φέρνει το ταψί και να φεύγει αμέσως, άντε το πολύ σε 5 λεπτά, αλλά καθόταν με τις ώρες.  Μάλιστα μερικές φορές κοιμόταν εκεί, αν το ταψί ήταν μεγάλο.

Στο μεταξύ, η ευχάριστη προοπτική μιάς βραδυάς χωρίς Αυτήν, είχε εξαφανίσει την έκφραση αηδίας και την είχε αντικαταστήσει με ένα χαμόγελο αγαλίασης. Ευτυχώς, γιατί άκουσε τακούνια να κροταλίζουν στον διάδρομο από την μεριά της κουζίνας.

Εκείνη εμφανίσθηκε στο χώλ, εντυπωσιακή όπως πάντα, με κόκκινο πεδιλάκι, λευκό μίνι, κόκκινη ζώνη, και λευκό ανάλαφρο μπλουζάκι, πολύ αποκαλυπτικό. Τα ξανθά μαλλιά της ήταν δεμένα με λαστιχάκι γιά να μη πέσει καμμιά τρίχα στις φακές.

– Τέλειωσες γλυκέ μου; Χαρούμενο σε βλέπω, πρέπει να γυάλισε καλά το κυπαρισσί GLS! -του είπε με την αισθησιακή φωνή της δίνοντάς του ένα πεταχτό φιλάκι.

Εξαφανίστηκε αμέσως προς την κουζίνα με το γνωστό λικνιστικό της βάδισμα, και Εκείνος έμεινε στο χώλ να σκέφτεται ότι θα ήθελε να την πάρει να πάνε βόλτα προς την παραλία, αυτό το τόσο ωραίο βράδυ -αφού δεν θα ερχόταν και η μάνα της…
Αλλά θυμήθηκε το άδειο ρεζερβουάρ, και την τρέχουσα τιμή της βενζίνης σε συνδυασμό με την επίσης τρέχουσα δόση του κυπαρισσί GLS, και το ξέχασε αμέσως. Δυστυχώς, μέσα και σήμερα. Ως συνήθως…

  Μετά από αρκετή ώρα, και ενώ είχε αποχαυνωθεί στον ασπριδερό σατέν καναπέ χαζεύοντας τηλεόραση, μιά γλυκειά φωνή τον έβγαλε από τον λήθαργο των ειδήσεων και των διαφημίσεων…

– Καλέ; Κοιμήθηκες; Ξύπνα! Το φαγητό είναι έτοιμο.

– Χμμμφφ… Πώς; Τί;

  Το δείπνο δεν ήταν απλώς έτοιμο, αλλά και πλουσιοπάροχο αυτή τη φορά.
Οι φακές άχνιζαν, μοσχομυρίζοντας λαχταριστές στα δύο βαθειά πιάτα.
Δίπλα σε κάθε πιάτο, υπήρχε άλλο ένα μικρό πιατάκι με τα ορεκτικά: Λίγη φάβα, που είχε περισσέψει από προχθές, γαρνιρισμένη με ροδέλλες κρεμμυδιού, μία φετούλα λεμόνι και δύο ελιές.
Στη μέση του τραπεζιού η σαλάτα, σε μία μικρή μακρόστενη πιατέλα:  Γυφτοφάσουλα σαλάτα που είχαν περισσέψει από αντιπροχθές, γαρνιρισμένα με τις υπόλοιπες ροδέλλες κρεμμυδιού, ψιλοκομμένο σκόρδο, μαϊντανό και ρίγανη.
Ενδιάμεσα, αλατιέρα, πιπεριέρα, σετ λαδόξυδου, και δίπλα ακριβώς στη σαλάτα, ένα κινέζικο καλαθάκι με φετούλες ολόφρεσκο προχθεσινό ψωμάκι.

Οσο έτρωγαν, Εκείνη τον παρατηρούσε εξεταστικά πίσω από την άψογη μάσκαρα. Το ένστικτό της κάτι προσπαθούσε να της πεί, αλλά δεν κατάφερνε να το κάνει σαφές. Μία σκιά καχυποψίας ήταν σχετικά εμφανής στα αμυγδαλωτά μάτια της.

Μετά από λίγα λεπτά, και ενώ τα ερωτηματικά γινόταν όλο και περισσότερα, παρατήρησε:

– Γλυκέ μου; Δεν σου άρεσε το φαγητό…;

– Τί;   Πώς! Πώς! Ηταν εξαιρετικό!   -είπε Εκείνος αιφνιδιασμένος.

– Μα, έχεις αφήσει τις μισές φακές σου, τη μισή φάβα σου, έφαγες μόνο τη μία από τις δύο ελιές σου, και ούτε που άγγιξες τη σαλάτα! Μήπως ήταν ανάλατα; Μήπως ήταν λύσσα;

– Οχι, όχι, ήταν άψογα αλατισμένα!

– Α, καλά, νόμισα… Καλέ; Αχ! Ξέχασα να σε ρωτήσω γλυκέ μου! Τί θέλεις να μαγειρέψω αύριο;

– Δεν ξέρω…

– Να κάνω κουκιά που σου αρέσουν;

– ΟΧΙ !!

– Να κάνω γίγαντες;

– ΟΧΙ !! ΟΧΙ !!!

– Α! Ξέρω! Θέλεις να κάνω ρεβύθια!

– ΟΧΙ ! ΟΧΙ !! ΟΧΙ !!!

– Ούτε; Τί θέλεις να κάνω γλυκέ μου;

  Ξαφνικά Εκείνος αισθάνθηκε μία απίστευτη εσωτερική πίεση. Κάτι πρωτόγνορο τον έσπρωχνε να εκραγεί. Ενιωσε όλα τα καταπιεσμένα συναισθήματά του να θέλουν να εξωτερικευθούν.  Ολα τα Θέλω του, να θέλουν να βγούνε στην επιφάνεια.
Ω, ναί… Δεν άντεχε άλλο…
Ηθελε να μιλήσει, να εκφρασθεί, να βγάλει από μέσα του όλα αυτά που τον έπνιγαν.
Ηθελε να φωνάξει, να τον ακούσουν σε όλο το Μπραχάμι, τα Σούρμενα και την Τερψιθέα! Δεν τον ένοιαζε πιά…
Ηθελε να βροντοφωνάξει…: Γουρουνόπουλο!! Θέλω γουρουνόπουλο σούβλας!!

Αλλά, κατάφερε να το πνίξει γιά άλλη μία φορά…:

– Οτι θέλεις εσύ λατρεία μου! Οτι και να κάνεις, ωραίο θα είναι αγάπη μου! -της είπε χαμογελαστά.

– Καλέ! Αχ! Το βρήκα! Θα κάνω φακές από τις κόκκινες!

Μία σκοτοδίνη του ήλθε ξαφνικά, αλλά κατάφερε να κρατηθεί από το τραπέζι και να μήν πέσει από την καρέκλα. Σηκώθηκε με κάποια προσπάθεια, και με τρεμμάμενα γόνατα κατευθύνθηκε προς τον ασπριδερό σατέν καναπέ, ενώ Εκείνη είχε ήδη αρχίσει να μαζεύει τα πιάτα.

Ολο το υπόλοιπο βράδυ πέρασε συναρπαστικά μπροστά στην τηλεόραση.

Λίγο μετά τις 12.30, ενώ είχαν αποκοιμηθεί στον ασπριδερό καναπέ, και έπρεπε να ξυπνήσουν γιά να πάνε να κοιμηθούν, Εκείνος δεν ήξερε ότι επρόκειτο να δεί ένα μεγάλο, γεμάτο σασπένς, περιπετειώδες όνειρο υψηλής ανάλυσης… 
Ούτε και Εκείνη φανταζόταν ότι επρόκειτο να ξυπνήσει μέσα στα άγρια χαράματα, αλαφιασμένη από ένα ακατάσχετο παραμιλητό…
 

Τί θα συμβεί αυτή την τρομερή νύχτα στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι ;;

Θα είναι τρομακτικό το όνειρο που θα δεί Εκείνος ;;

Θα είναι δυνατό το παραμιλητό ;;

Θα τρομάξει πολύ Εκείνη ;;

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements