Συνέχεια από το προηγούμενο

Αθήνα, Μπραχάμι, 24 Ιουνίου 2001

  Η ζωή κυλούσε αργά στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι… Τόσος καιρός είχε περάσει, κι όμως οι δόσεις του κυπαρισσί GLS συνέχιζαν να μειώνονται με βασανιστικά αργό ρυθμό: είχαν μείνει 54 ακόμη…

  Εκείνο το γλυκό, όμορφο απόγευμα, ενώ Εκείνη μιλούσε στο τηλέφωνο με τη Μαμά της, Εκείνος είχε εγκατασταθεί στην πυλωτή.  Οχι μόνο γιά να μην ακούει τί λένε και συγχίζεται, αλλά και γιατί έπρεπε να περιποιηθεί το αυτοκίνητο.
Απόλυτα οργανωμένος όπως πάντα, με όλα τα γυαλιστικά, καθαριστικά, αλοιφές, πανάκια, βουρτσάκια κλπ, είχε πάρει και ένα τρανζιστοράκι, γιατί δεν ήθελε να καταπονεί την μπαταρία του οχήματος αφήνοντας το ραδιοCD να παίζει με σβηστή τη μηχανή.
Τοποθέτησε το τρανζιστοράκι στην οροφή πάνω σε ένα πανάκι γιά να μη γρατσουνιστεί το χρώμα, το άνοιξε στον αγαπημένο του σταθμό, και άρχισε μεθοδικά από το εσωτερικό.

  Τίναξε προσεκτικά τα πατάκια και μετά έπιασε το επαναφορτιζόμενο σκουπάκι, απομακρύνοντας προσεκτικά κάθε φανταστικό και υπαρκτό κόκκο σκόνης από τις μπέζ μοκέττες και τα (επίσης μπέζ) βελούδινα καθίσματα. Κατόπιν άδειασε το τασάκι, καθάρισε τα τζάμια με το ειδικό δέρμα και συνέχισε με το ταμπλώ, τις πόρτες και τα μαρσπιέ.

  Πέρασαν δύο ώρες περίπου, και είχε πλέον γυαλίσει σχολαστικά κάθε τετραγωνικό εκατοστό του υπέροχου κυπαρισσί μεταλλικού χρώματος. Τεντώθηκε γιατί είχαν πιαστεί η μέση και οι ώμοι του, και άναψε ένα τσιγάρο θαυμάζοντας το αποτέλεσμα. Το κυπαρισσί GLS άστραφτε!

  Δεν είχε τελειώσει όμως. Είχε αφήσει γιά το τέλος το πιό δύσκολο: τον μπροστινό προφυλακτήρα, στον οποίο είχαν κολλήσει 7 μαμουνάκια τα οποία δεν θα έβγαιναν εύκολα, και επιπλέον, υπήρχε κίνδυνος να φθαρεί το χρώμα. Δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα όμως, γιατί είχε ήδη προμηθευτεί το ειδικό καθαριστικό γιά τα θρασύτατα έντομα.
Το οποίο ευτυχώς ήταν αποτελεσματικό: μετά από ένα τέταρτο και ενώ είχαν αρχίσει να πονάνε τα γόνατά του, το αποτέλεσμα τον ικανοποίησε.  Τα μαμούνια εξαφανίστηκαν, και μάλιστα χωρίς απολύτως καμμία φθορά στο ολοκαίνουργιο κυπαρισσί χρώμα!

 

  Δεν νύχτωνε ακόμη, και μόλις συνήλθαν τα γόνατα και η μέση του, αποφάσισε να ασχοληθεί με τις ζάντες. Φυσικά, είχε προμηθευτεί το ειδικό υγρό που καθαρίζει το αλουμίνιο από τη σκόνη των δισκόφρενων. Γονάτισε, και άρχισε.

  Μετά από μισή ώρα, το αποτέλεσμα ήταν εκθαμβωτικό: οι ζάντες έλαμπαν!
Ηταν πλέον ώρα γιά την τελευταία πινελιά: το ειδικό γυαλιστικό σπρέυ γιά τα λάστιχα. Τα ψέκασε προσεκτικά, και μετά τα σκούπισε σχολαστικά, εντελώς επαγγελματικά, και όχι όπως στα βενζινάδικα που το ρίχνουν χύμα αφήνοντάς το να στάζει.

  Το συνολικό αποτέλεσμα, γιά άλλη μία φορά τον εντυπωσίασε. Το όχημα άστραφτε παρ’ότι σουρούπωνε πλέον.
Αναψε ένα τσιγάρο και κάθισε στη θέση του οδηγού προσέχοντας μή του πέσει πουθενά καμμιά στάχτη. Ηθελε να πάει μία βόλτα, να οδηγήσει, να γκαζώσει, να ανεβάσει στροφές μέχρι τον κόφτη, να πάει μακρυά. Αλλά, δυστυχώς, με την τρέχουσα τιμή της βενζίνης, και την επίσης τρέχουσα μηνιαία δόση, δεν… 

  Αναψε τη μηχανή και το μάτι του συννέφιασε καθώς είδε τον δείκτη του ρεζερβουάρ στο τέρμα και το λαμπάκι της βενζίνης αναμμένο -ώς συνήθως.
Την άφησε να δουλεύει στο ρελαντί και άνοιξε το ραδιοCD δυναμώνοντας την ένταση.

Η επική φωνή της Αντζελας ξεχύθηκε από τα 6 ηχεία πλημμυρίζοντας την πυλωτή και κάνοντας το τσιμέντο να δονείται:

«Φωτιά στα Σαββατόβραδα!!! Να μή ξαναγυρίσουν!!!»

  Ηταν ένα από τα κλασσικά αριστουργήματα που του άρεσαν, αλλά ξαφνικά, έτσι χωρίς λόγο, αυτό το υπέροχο τραγούδι του θύμισε πόσα Σάββατα είχαν να βγούνε έξω από τότε που άρχισαν οι δόσεις του κυπαρισσί GLS… Εκλεισε το ραδιοCD απότομα, και άναψε άλλο ένα τσιγάρο…

  Πάτησε 2-3 φορές το γκάζι έτσι απλά γιά να νοιώσει στ’αυτιά του τον βρυχηθμό του καθαρόαιμου κορεάτικου τετρακύλινδρου, το άφησε να δουλέψει άλλο ένα λεπτό στο ρελαντί, και το έσβησε. Αρκετή βενζίνη έκαψε. Αντε, την άλλη βδομάδα πάλι, και ίσως τότε να πάμε μέχρι τη Βουλιαγμένη που είναι δίπλα -να μη καίμε και βενζίνες…

  Αρχιζε να νυχτώνει και ο ουρανός πίσω από τις πολυκατοικίες άρχιζε να παίρνει όμορφα χρώματα. Δεν υπήρχε πλέον τίποτα να κάνει. Είχε γυαλίσει τα πάντα στην εντέλεια.  Κοίταξε το ρολόι του: πόσες ώρες είχαν περάσει; Να είχε τελειώσει το τηλεφώνημα με τη μάνα της; Πρέπει να είχε τελειώσει, τί διάολο…

  Αποφάσισε τελικά να ανέβει στο σπίτι. Εκλεισε τις πόρτες και το πορτμπαγκάζ, πάτησε το κουμπί στο τηλεχειριστήριο και κατευθύνθηκε προς την είσοδο.

  Καθώς πατούσε το κουμπί του 3ου ορόφου στο ασανσέρ, αναρωτήθηκε τί θα συναντούσε ανοίγοντας την πόρτα… Αυτά τα πολύωρα τηλεφωνήματα με τη μάνα της είχαν μερικές φορές δυσάρεστα επακόλουθα…

  Βάζοντας το κλειδί στην πόρτα, η αγωνιώδης απορία συνέχιζε να είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του…
 

Τί θα συναντούσε ανοίγοντας την πόρτα ;;

Μήπως, τη φρίκη ;;

Μήπως, Εκείνη, να του λέει γελαστά ότι σε λίγο θα ερχόταν η Μαμά γιά φαγητό ;;

Τί να είχε μαγειρέψει ;;

Φακές ;;

Γυφτοφάσουλα ;;

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements