Συνέχεια από το προηγούμενο

Ο κατήφορος της σχέσης τους είχε αρχίσει λίγο πρίν τα Χριστούγεννα, με την καθυστέρηση παράδοσης του κυπαρισσί GLS.
Ομως, αλλοίμονο, ο ανήφορος των 60 δόσεων ήταν μακρύς…

Αθήνα, Σούρμενα, 3 Φεβρουαρίου 2001, νωρίς το απόγευμα.

  Ο ήλιος έδυε σιγά – σιγά, αλλά συνέχιζε να λούζει με το λαμπρό φως του το τριάρι ρετιρέ του 4ου ορόφου. Στο σαλόνι με την ανεμπόδιστη θέα η συζήτηση είχε ανάψει πηγαίνοντας από το ένα θέμα στο άλλο με έναν απολύτως τυχαίο ρυθμό. 
Εκείνη, καθισμένη στην κοκκινωπή πολυθρόνα σταύρωνε και ξεσταύρωνε τα εντυπωσιακά πόδια της σχετικά νευρικά, ενώ άκουγε σκεπτικά αυτά που της έλεγε η συνομιλήτριά της.
Αυτή, καθισμένη στον κοκκινωπό καναπέ, μιλούσε ακατάπαυστα με την τσιριχτή φωνή της, ενώ ταυτόχρονα χειρονομούσε (επίσης ακατάπαυστα) ανεμίζοντας το κουταλάκι με το οποίο προηγουμένως ανακάτωνε τον καφέ.

– Μα, τόσο ακριβό αυτοκίνητο; Τί το θέλατε; Πώς θα τα βγάλετε πέρα με τέτοια δόση μήνας μπαίνει – μήνας βγαίνει; Δεν εχετε μυαλό στο κεφάλι σας; Και καλά εσύ, κορίτσι πράμα! Αμ, ο άλλος ο άχρηστος που ήθελε και GLS τρομάρα του; Στά’λεγα εγώ, αλλά δεν την άκουγες τη μάνα σου που μόνο το καλό σου θέλει! Που αγωνιά! Που μάτι δεν κλείνει κάθε βράδυ!

– Μαμά, άσε με! Αμάν πιά! Μιά χαρά είμαστε! Και έχουμε και ωραίο αυτοκίνητο! GLS κιόλας! Σταμάτα τώρα να τον πάρω τηλέφωνο να έρθει να με πάρει μετά. Σταμάτα καλέ!

– Εγώ είειειμαι! Γλυκέ μου; … Είμαι στη Μαμά -Α! Σου στέλνει φιλιά!- θα έρθεις να με πάρεις μετά; … Θα χτυπήσεις να κατέβω; … Δεν θα ανεβείς που θέλει τόσο να σε δεί η Μαμά; … Α, θα είσαι πτώμα, Ε; … Γλυκέ μου, τί θέλεις να σου φτιάξω; Α! Το βρήκα! Θα σου κάνω γαριδοπίλαφο που σου αρέσει! … Πώς; Θέλεις φακές; Πάλι φακές αγάπη μου; Προχθές έκανα πάλι φακές, και χθές ρεβύθια. Και το φούσκωμα; … Πώς; … Ναί γλυκέ μου, χρειάζομαι σίδηρο το ξέρω, αλλά συνέχεια; Θα σκουριάσω! … Τί; … Εντάξει γλυκέ μου, φακές, φιλιά, περιμένω … Ξανά φιλιά από τη Μαμά!

– Καλέ; Ολο φακές μαγειρεύεις;!; Και ρεβύθια;;!;; -είπε Αυτή με μιά έκφραση γνήσιας απορίας.

– Οχι καλέ, κάνω και γυφτοφάσουλα, και γίγαντες, και φάβα, και κουκιά, απ’όλα! Ο γλυκός μου λέει ότι πρέπει να παίρνω σίδηρο και πρωτεϊνες οσπρίων! Και επιμένει! Αχ! Πώς με σκέφτεται!

Αυτή, έγειρε μπρός, ήπιε μιά γουλιά καφέ και ένα σκεπτικό καχύποπτο ύφος ζωγραφίστηκε στο πονηρό πρόσωπό της. Το μυαλό της δούλευε στις 8.500 στροφές. Ξαφνικά η αλήθεια έλαμψε μπροστά στα βαμμένα τυρκουάζ μάτια της. Το μυστήριο λύθηκε.

– Αααα, δεν μου τα είχες πεί αυτά! Αμ, δεν τα ήξερε αυτά η μάνα σου! Της τά’κρυβες! Α, ώστε έτσι! Ελεγα κι εγώ, είναι δυνατόν; Ξαφνικά;

– Ποιά καλέ; Τί λές;

– Ωστε φακές και γυφτοφάσουλα, Ε; Ωστε γι’αυτό τον έπιασε τελευταία μανία με τη μαγειρική μου! Και πού είναι το παστίτσιο της Μαμάς, και τα ντολμαδάκια, και το κοκκινιστό, και το γιουβέτσι! Επειδή μπάφιασε στις φακές! Αλλά να ανεβεί να με δεί, ποτέ! Ολο πτώμα είναι! Και όταν έρχομαι εκεί, πάντα έχει δουλειά και έρχεται μεσάνυχτα που θά’χω φύγει! Αλλά τα φαγητά μου τα περιδρομιάζει ο αχαϊρευτος!

– Α, ναι! Μαμά, ότι τα εκτιμάει, τα εκτιμάει, τί να σου πώ δηλαδή! Αλλά, τί είναι τώρα αυτά καλέ; Τί λές; Δεν καταλαβαίνω!

– Αχ! Κοριτσάκι μου αθώο! Απονήρευτο! Αλλά έτσι σε μεγάλωσα εγώ, να είσαι κυρία! Οχι σαν αυτές τις ξετσίπωτες τις κωλοπετσωμένες που τους κάνουνε ότι θέλουνε! Αλλά είσαι χαζή! Και δεν την ακούς τη μάνα σου, που τά’λεγα εγώ, αλλά εσύ του κεφαλιού σου! Την ξεροκεφαλιά του πατέρα σου πήρες! Ιδια! Αχ, να μή μου μοιάσεις καθόλου! Σε κοροϊδεύει βρέ! Σε βρήκε αθώα και απονήρευτη και σε κοροϊδεύει ο απατεώνας!

– Τί λές βρε μαμά; Τί με κοροϊδεύει δηλαδή; Τρελλάθηκες;

– Βρε χαζή, δεν έχει να πάρει, όχι μοσχάρι, ούτε κοτόπουλο! Γι’αυτό τρώτε όλο φακές και σου λέει τάχαμ-δήθεν επειδή χρειάζεσαι σίδηρο! Πληρώνει τις δόσεις από το κυπαρισσί GLS ο ανεπρόκοπος! Γι’αυτό βρέ θυμήθηκε την μαγειρική μου, τα παστίτσια και τα γιουβέτσια μου! Γι’αυτό ένα μήνα τώρα δεν τα προφταίνω τα ταψιά! Ελεγα κι εγώ, είναι δυνατόν; Και να ανέβαινε μιά φορά να μου πεί μιά καλησπέρα, να πώ χαλάλι που τρώει τον αγλαίωρα! 

Εκείνη, ξεσταύρωσε τα πόδια της, ανακάθισε, και μιά σκιά καχυποψίας ζωγραφίστηκε στα αμυγδαλωτά μάτια της…

– Καλέ, λές; -είπε σκεπτικά.

– Αμ, τί! -είπε Αυτή με απόλυτη σιγουριά.

– Λές γι’αυτό μου φέρνει τελευταία χύμα γιαούρτι αντί γιά το 0% που συνήθιζα; Λές γι’αυτό πάει όλο αυτός τελευταία στο μάρκετ;

– Αμ, πώς! -ξαναείπε Αυτή με την ίδια απόλυτη σιγουριά. Και παίρνοντας θάρρος από την δεκτική αντίδραση Εκείνης, θεώρησε καλό να συνεχίσει σε λίγο πιό γρήγορο ρυθμό και ελαφρώς πιό τσιριχτά.

– Χρόνια τα λέει η μάνα σου, αλλά εσύ τίποτα! Αμ, δεν τον ήθελες τον κύριο Λάζαρο με το κρεοπωλείο και τη Mercedes την Kompressor, εσύ τον άχρηστο με το Punto! Που ο κύριος Λάζαρος έλιωνε γιά σένα, ο προκομένος ο άνθρωπος, ο νοικοκύρης, που βασίλισσα την έχει τη στραβοκάνα που πήρε! Που πήγε και της έφερε BMW Cabrio από τη Γερμανία! Και της έκανε και τρία παιδιά! Εγώ πότε θα δώ εγγονάκι, Ε; Και σ’αυτό άχρηστος είναι ο απατεώνας! …, …, …,

Ο καταιγισμός συνεχίστηκε ακάθεκτος, με αποτέλεσμα μετά από μία ώρα περίπου, Εκείνη να αρχίσει να δείχνει εξαντλημένη και ταυτόχρονα θορυβημένη. Οι προσπάθειες να την διακόψει απέβησαν άκαρπες την επόμενη μισή ώρα, ευτυχώς όμως ακριβώς τη στιγμή που μόνο ο σεβασμός την συγκρατούσε από το να της πετάξει το φλυτζάνι, χτύπησε το κουδούνι. Ηταν Εκείνος.

– Κατεβαίνω -είπε κάπως ξερά στο θυροτηλέφωνο ξεχνώντας το «Γλυκέ μου», και φίλησε βιαστικά, πλην όμως σταυρωτά τη Μαμά της, η οποία συνέχιζε απτόητη…

– Αχ, κοριτσάκι μου που θα πάθεις αβιταμίνωση με τις φακές! Αχ, βασανισμένο μου παιδί! Πάλι δεν θα κοιμηθώ σήμερα! Ξεροκέφαλη! Ιδια ο πατέρας σου!
 

Θα πάθει όντως αβιταμίνωση με τις φακές ;;

Γιατί ξέχασε το «Γλυκέ μου» ;;

Πώς σκοπεύει να αντιδράσει Αυτή ;;
 

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements