Συνέχεια από το προηγούμενο

Αθήνα, Μπραχάμι, 28 Δεκεμβρίου 2000

  Λίγο μετά τις τρείς το μεσημέρι Εκείνος κατέπλευσε με το κυπαρισσί GLS στην είσοδο της πυλωτής, κουρασμένος από την προσπάθεια και την προσοχή μή τυχόν και το τρακάρει πουθενά στη διαδρομή, και αγχωμένος γιατί η θέση ήταν πολύ στριμωγμένη ανάμεσα στις κολώνες και φοβόταν μήν ακουμπήσει πουθενά. Βγήκε έξω γιά να υπολογίσει σωστά τις αποστάσεις, αλλά είχε ξεχάσει να πάρει μεζούρα και αναγκάστηκε να υπολογίσει τα εκατοστά με το μάτι, πράγμα εξαιρετικά επίπονο.
Ομως τελικά η προσπάθεια απέδωσε και το κυπαρισσί GLS ήταν πλέον παρκαρισμένο στη θέση του.
Η ατμόσφαιρα στην πυλωτή μύριζε υπέροχα από τον ολοκαίνουργιο συμπλέκτη που είχε ψιλοανάψει από το συνεχές μπρός-πίσω.
Βγήκε καταϊδρωμένος από το αυτοκίνητο, αλλά και απόλυτα ικανοποιημένος με τον εαυτό του. Τα είχε καταφέρει περίφημα: καμμία γρατσουνιά!

Ετρεξε κατευθείαν στο κουδούνι.

– Αγάπη μου; Ηρθα!

– Κατεβαίνω γλυκέ μου! -θα της έπαιρνε κανα τέταρτο.

  Εκείνος πλησίασε το αυτοκίνητο, άνοιξε την πόρτα, μύρισε ηδονικά την απολαυστική καινουργίλα και βάλθηκε να σκίζει προσεκτικά τις ζελατίνες που κάλυπταν τα καθίσματα, τις πόρτες, τις μοκέττες. Ηταν μία απόλαυση που κανείς δεν ζεί πολύ συχνά .
Να σε θαμπώνει η φρέσκια γυαλάδα, να αισθάνεσαι στα ρουθούνια σου αυτές τις υπέροχες μυρωδιές που μόνο σε ένα καινούργιο αυτοκίνητο υπάρχουν, να ξέρεις ότι εσύ είσαι ο πρώτος που θα καθίσει στη θέση του οδηγού, να ρυθμίζεις το κάθισμα και το τιμόνι, να ανοίγεις το manual και να το διαβάζεις προσεκτικά, να σετάρεις το ραδιοCD, να ανάβεις τα φώτα, τα αλάρμ και τα φλάς έτσι γιά πλάκα, να κορνάρεις χωρίς λόγο, να βάζεις μπρός το μοτέρ έτσι απλά γιά να το ακούσεις να γουργουρίζει… Και μετά να το παίρνεις και να πηγαίνεις βόλτες χωρίς προορισμό, έτσι απλά γιά να οδηγείς…

Εκεί που δυνάμωνε τον ήχο στα ηχεία άκουσε τακούνια να αντηχούν στην πυλωτή, γύρισε και την είδε να έρχεται χαμογελαστή. Βγήκε και την αγκάλιασε. Εκείνη γουργούρισε γελαστά.

– Με γειά μας! -είπαν και οι δύο ταυτόχρονα.

 Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και κατέφθασαν οι κουμπάροι που ήλθαν να θαυμάσουν το κυπαρισσί GLS, και λίγο μετά ο γείτονας που είχε πάρει πρίν 6 μήνες μία Corolla Liftback και καμάρωνε που είχε το καλύτερο αυτοκίνητο στη γειτονιά. Ηλθε και η ξαδέρφη με τον ξαδερφογαμπρό που έμεναν στην παραπάνω γωνία, ο διαχειριστής της πολυκατοικίας που προσπαθούσε εδώ και 3 χρόνια να πουλήσει το Rover γιά να πάρει κι αυτός καινούργιο και ο ιδιότροπος από το ρετιρέ που κατέβηκε να δει μήπως του γρατσούνισαν το Mitsubishi Lancer που το γυάλιζε κάθε μέρα.

– Καλορίζικο, καλοτάξιδο! -έλεγαν όλοι εναλλάξ και εν χορώ.

Ευτυχώς, δεν είχε έλθει Αυτή. Δυστυχώς, αυτό ήταν επειδή είχε ήδη απαιτήσει να πάνε το βράδυ να την πάρουν και να την πάνε βόλτα με το καινούργιο αυτοκίνητο.

Ομως Εκείνος δεν είχε καμμία διάθεση να χαλάσει τη διάθεσή του εξ αιτίας αυτής της φρικτής προοπτικής. Μέχρι το βράδυ οι ώρες προμηνύονταν ρόδινες. Και ήθελε να τις χαρεί.
 

Ενα καινούργιο αυτοκίνητο ήταν εκεί και περίμενε να γράψει χιλιόμετρα…

Ενας καινούργιος Χρόνος ήταν κι αυτός σχεδόν εκεί και περίμενε να είναι καλύτερος από τον προηγούμενο…

Θα ήταν ;;
 

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements