Συνέχεια από το προηγούμενο

  Κατευθυνόταν προς το τηλέφωνο στωικά, με εκείνο το λικνιστικό βάδισμα που θα μπορούσε να κολάσει ακόμη και Αρχιεπίσκοπο, και το οποίο δεν πρέκυπτε από εξαντλητική προπόνηση όπως στα ξερακιανά μοντέλα στις πασαρέλλες, αλλά απολύτως φυσικά. Το κροτάλισμα από τα τακούνια στο παρκέ κάλυπτε τις ειδήσεις στην τηλεόραση, και η σχετικά κοντή γκρί φούστα που αποκάλυπτε το ανθρακί καλσόν θα μπορούσε να έλξει κάθε βλέμμα παρ’όλο το μουντό της χρώμα.
Εκείνη δεν ξεχνούσε ποτέ ότι είναι Γυναίκα, και αυτό ήταν κάτι που εκτιμούσε ιδιαίτερα Εκείνος, ειδικά όταν τύχαινε να συναντήσει γυναίκες φίλων του, να ξεπροβάλουν τρομακτικές από την κουζίνα, αναμαλλιασμένες με την παντόφλα, τη ρόμπα, την κυτταρίτιδα, τα κιλά και το χάλι το μαύρο…

Εκείνη άπλωσε το υπέροχο χέρι της με τα μακρυά ρόζ νύχια και σήκωσε το ακουστικό:

– Ναιαιαιαιαι ; ; ; … Χρόνια σας πολλά, επίσης. Το όνομά σας; … Πώς; … Καραχατζη-Πώς; … χατζη; … ογλού; … Αχ, ναί! Αχ! με συγχωρείτε! … Μιά στιγμή να κοιτάξω άν είναι μέσα, περιμένετε σας παρακαλώ -είπε με την αισθησιακή φωνή της.

Κατευθύνθηκε προς την ασπριδερή πολυθρόνα, τον κοίταξε με το θλιμμένο βλέμμα της που ήταν και κάπως παγερό, λέγοντάς του:

– Ενας κύριος Καρα-χατζη-κάπως, από την αντιπροσωπεία, λέει… Δεν είναι αυτός που πήρε το Punto, μήν ανησυχείς… -του είπε θλιμμένα, παγερά, αλλά και κάπως ειρωνικά.

Εκείνος έσβησε το τσιγάρο και πήγε κουρασμένα στο τηλέφωνο.

– Ορίστε. … Ευχαριστώ, Χρόνια Πολλά και σ’εσάς. … Πώς;!; … Τί;!; … Σοβαρά; … Καλά, πώς έγινε αυτό; … Α, το μπέρδεμα, μάλιστα, αφού με πεθάνατε στο στήσιμο Χριστουγεννιάτικα, τέλος πάντων, τί να κάνουμε … Νάσαι καλά ρε φίλε! Νάσαι καλά! … Τί; Αύριο κιόλας; Τί ώρα; Εντάξει ρε φίλε, έγινε. Α! Πού’σαι! Μή ξεχάσετε τα πατάκια που είχαμε πεί, Ε;

Εκείνη τον παρακολουθούσε με την άκρη του αμυγδαλωτού ματιού της προσπαθώντας να ακούσει κάθε λεπτομέρεια. Κάτι υποψιάστηκε…

Εκεινος είχε ήδη αισθανθεί μιά γλυκειά αγαλίαση στην πονεμένη του ψυχή. Ενα χαμόγελο ικανοποίησης φώτισε το πρόσωπό του.

– Αγάπη μου; Μωρό μου; Ομορφιά μου; Λατρεία μου; Ηρθε!!! -της είπε πλησιάζοντάς την χαρούμενα αλλά και σχετικά επιφυλακτικά.

– Τί ήρθε; -ρώτησε Εκείνη ψυχρά καθώς την πλησίαζε, κοιτάζοντάς τον με ένα ερωτηματικό βλέμμα τονισμένο από την άψογη μάσκαρα.

– Το κυπαρισσί GLS καρδιά μου! Ηρθε!

Την αγκάλιασε επιφυλακτικά, και Εκείνη ναι μεν δεν ανταποκρίθηκε απόλυτα, αλλά δεν τον έσπρωξε κιόλας. Η θερμοκρασία στο βλέμμα της ανέβηκε ελαφρώς. Την έσφιξε λίγο περισσότερο και Εκείνη δεν αντιστάθηκε καθόλου.

– Α, ωραία. -είπε σχετικά ψυχρά με την αισθησιακή φωνή της.

– Πάω να κάνω ένα ντούς -συνέχισε, φεύγοντας απαλά από την αγκαλιά του.

Εκείνος αισθάνθηκε ξαφνικά πολύ ήρεμος. Κάθισε στην πολυθρόνα και άναψε ένα τσιγάρο καθώς σκεφτόταν ότι αυτό το τηλεφώνημα ήταν τελικά ο από μηχανής Θεός. Σηκώθηκε, έβαλε λίγο ουίσκυ, και αποφάσισε να το απολαύσει εν γαλήνη…

  Πέρασε ένα τέταρτο, και τότε την είδε να ξεπροβάλει στην άκρη του χώλ φορώντας μόνο μία πολύ κοντή ροζ πετσέτα που ξεκινούσε από το στήθος και κατάληγε πάρα πολύ πιό πάνω από τα γόνατα. Του έριξε μία υπολογισμένα ψυχρή αλλά και ταυτόχρονα προκλητική ματιά, και εξαφανίστηκε στην κουζίνα κλείνοντας την πόρτα. Μετά από δέκα λεπτά η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε κρατώντας έναν δίσκο. Χαμογελούσε γλυκά με την χολυγουντιανή οδοντοστοιχία της, φορώντας πάντα την πολύ κοντή ροζ πετσέτα.

– Γλυκέ μου, πρέπει να πεινάς. Σου ζέστανα λίγη χοιρινή τηγανιά, ένα μπουτάκι γαλοπούλας, λίγη γέμιση με κάστανα, κουκουνάρι και σταφίδες, και μερικές πατάτες φούρνου. Εβαλα και ένα κομμάτι μπακλαβά. Αν όμως πεινάς πολύ, μήπως θέλεις να σου τηγανίσω πατάτες; Μήπως θέλεις και μερικά μελομακάρονα της Μαμάς; Εχω και κουραμπιέδες. Εγώ δεν πεινάω, έφαγα το μεσημέρι που ήρθε η Μαμά. Θα φάω μόνο ένα γιαούρτι 0% αργότερα.

Εκείνος την κοίταξε αποσβολωμένος…

– Α, ωραία, πάω να ντυθώ -είπε Εκείνη χαμογελώντας και ρίχνοντάς του μία πλάγια ματιά με τα αμυγδαλωτά μάτια της.

Την κοίταζε με γουρλωμένα τα μάτια να απομακρύνεται ταλαντεύοντας τους εντυπωσιακούς γλουτούς της κάτω από την ρόζ πετσέτα, έκπληκτος…

Ηπιε μιά γουλιά ουίσκυ προσπαθώντας να συνέλθει από τη έκπληξη, και κατάληξε να κοιτάζει πότε τον δίσκο με την τηγανιά, και πότε την άκρη του διαδρόμου που είχε εξαφανισθεί Εκείνη. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι πεινούσε πολύ, και άρχισε να τρώει από τον δίσκο που ήταν στολισμένος με κόκκινες γιορτινές χαρτοπετσέτες με Αγιοβασίληδες.
Πέρασε περίπου μισή ώρα, είχε τελειώσει, ήταν πλέον απόλυτα χαλαρός και μασουλούσε την τελευταία μπουκιά μπακλαβά όταν άκουσε τα τακούνια να κροταλίζουν στον διάδρομο.

  Εκείνη εμφανίσθηκε στο χώλ ισορροπώντας πάνω στα ψηλοτάκουνα λευκά πασούμια, φορώντας ένα λευκό δαντελωτό διαφανές στρίνγκ και το ανάλογο λευκό δαντελωτό διαφανές σουτιέν. Τον κοίταξε χαμογελώντας αθώα με την χολυγουντιανή οδοντοστοιχία της ενώ ταυτόχρονα πετάριζε τις εντυπωσιακές βλεφαρίδες της, λέγοντάς του γλυκά με την αισθησιακή φωνή της:

– Αγάπη; Εφαγες; Νυστάαααζω. Πάμε να κοιμηθούμεεεε; Εεεεελα, άντε, μη με αφήνεις να περιμένω, κάνει κρύο…

Του γύρισε την πλάτη ρίχνοντάς του ακόμη μία πλάγια ματιά και εξαφανίστηκε στον διάδρομο κροταλίζοντας τα τακούνια των πασουμιών.

Εκείνος, ξεράθηκε… Κατάπιε αμάσητη την τελευταία μπουκιά του μπακλαβά, πήρε μιά βαθειά ανάσα, ήπιε μιά γουλιά νερό, μετά ήπιε και τρείς γουλιές ουίσκυ γιά να συνέλθει, και σηκώθηκε να πάει προς την κρεβατοκάμαρα ξεχνώντας ανοιχτά τα φώτα και την τηλεόραση.

Η νύχτα ήταν μεγάλη…

Αύριο θα ξημέρωνε μιά άλλη μέρα…

Η Επόμενη Μέρα.

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements