Συνέχεια από το προηγούμενο… 

Αθήνα, Μπραχάμι, 27 Δεκεμβρίου 2000

  Λίγο μετά τα Χριστούγεννα, το τεράστιο new edge μονόχρωμο μπεζ-χρυσαφί Χριστουγεννιάτικο δέντρο συνέχιζε να αστράφτει (άν και είχαν καεί μερικά λαμπάκια), τσιρίζοντας το ίδιο μονότονα (άν και κάπως παράφωνα πλέον) το Ω! Ελατο! Στο χαμηλό τραπεζάκι του σαλονιού τα 8 αρωματικά κεριά είχαν αντικατασταθεί από άλλα που ευωδίαζαν εξίσου αηδιαστικά πλημμυρίζοντας γλυκό φώς και ρομαντισμό τούτη την τρυφερή νύχτα.
Ομως η ατμόσφαιρα ήταν βαρειά στην σαλοτραπεζαρία, και δεν έφταιγε το καλοριφέρ, ούτε και οι καπνοί που πλανιόνταν στην ατμόσφαιρα.

Εκείνη, καθισμένη σε μία από τις καρέκλες της ροτόντας γυάλιζε προσεκτικά ένα ασημένιο κηροπήγιο, αμίλητη.
Εκείνος, καθισμένος στην ασπριδερή πολυθρόνα κάπνιζε με σταθερό ρυθμό κάνοντας ότι βλέπει κάτι στην τηλεόραση, ενώ ταυτόχρονα την παρακολουθούσε με την άκρη του αριστερού ματιού προσπαθώντας να αξιολογήσει την κατάσταση.
Εκείνη, απέφευγε το απλανές βλέμμα του, και Εκείνος το θλιμμένο δικό της.

Τα τραύματα που είχε αφήσει στη σχέση τους η καθυστέρηση παράδοσης του κυπαρισσί GLS δεν είχαν επουλωθεί ακόμη.
Ανήμερα τα Χριστούγεννα είχαν αναγκασθεί να πάνε στη Μαμά με τα πόδια. Αυτός ο μακρύς δρόμος με τα χαλίκια είχε πληγώσει ανεπανόρθωτα το Εγώ της, αλλά και τις μαύρες λουστρινένιες γόβες που είχε αγοράσει από την Αιόλου με 6 άτοκες δόσεις ειδικά γιά τις Γιορτές.

Του έριξε μιά πλάγια ματιά με τα προσεκτικά βαμμένα θλιμμένα αμυγδαλωτά μάτια της, την οποία Εκείνος αντιλήφθηκε αστραπιαία (περιέργως) καρφώνοντάς την με το απλανές βλέμμα του που σπίθιζε. Εκείνη το απέφυγε και αφοσιώθηκε ξανά στο γυάλισμα του κηροπήγιου.

Ομως, αισθάνθηκε ξαφνικά την ανάγκη να εκφρασθεί, να διώξει από μέσα της το βάρος, να εξωτερικεύσει το πικρό συναίσθημα που την έπνιγε.

– Πουθενά δεν με πήγες τα Χριστούγεννα, πουθενά δεν θα με πάς και την Πρωτοχρονιά! -του είπε με ένα παράπονο που θα μπορούσε να κάνει κομμάτια κάθε σκληρή καρδιά.

– Πού να σε πάω αγάπη μου χωρίς αυτοκίνητο; Κάνε λίγη υπομονή, θα έρθει το κυπαρισσί GLS, και μετά θα σε πάω εγώ στο φεγγάρι! Στα άστρα!

– Ναί, καλά! Μετά, όταν θα έρθει το κυπαρισσί GLS θα μου λές ότι δεν μπορείς να με βγάλεις έξω γιατί έχουμε τις δόσεις! -αντιγύρισε, ενώ ένας λυγμός έπνιγε αυτή την τελευταία λέξη (τις δόσεις). Ενας λυγμός που θα μπορούσε να λυγίσει σίδερο.

– Βρέ μωρό μου…

– Με έχεις μαραζώσει… Πέντε χρόνια δόσεις! Πάνε τα νιάτα μου, πάει η ομορφιά μου! -συνέχισε με άλλον έναν λυγμό, πιό βαθύ και ηχηρό αυτή τη φορά.

Ενα μαύρο από τη μάσκαρα δάκρυ κύλησε στο παχύ στρώμα του make up και κατέληξε στο κρεμ πουκάμισο λεκιάζοντάς το ανεπανόρθωτα.

Εκείνος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται από τον πόνο Εκείνης και σηκώθηκε απλώνοντας τα χέρια γιά να την σφίξει τρυφερά στην αγκαλιά του.
Κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στο κλάμα μιάς γυναίκας…

Ομως, ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο κόβοντας στη μέση αυτή την τόσο τρυφερή κίνηση. Σκέφτηκε ότι θα ήταν πάλι Αυτή, αλλά υπό την παρούσα κατάσταση δεν τόλμησε να πεί το συνηθισμένο: «Πάρτο εσύ το ρημάδι, η Μάνα σου θα είναι πάλι, είναι η ώρα της»

Δεν χρειάσθηκε. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το τηλέφωνο. Ηταν σίγουρη ότι θα ήταν η Μαμά -και τούτη τη δύσκολη ώρα ένιωθε έντονη την ανάγκη της μητρικής στοργής.

Ποιός ήταν στο τηλέφωνο ;;

Τί ήταν αυτό που ήλθε να διακόψει τους λυγμούς ;;

Ηταν πάλι Αυτή ;;

Μήπως ήταν το φρένο στον κατήφορο αυτής της σχέσης ;;
 

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements