Συνέχεια από το προηγούμενο

  Εκείνος, μόλις την άκουσε να πιάνει σαν θέμα τη σχέση του με τη Μαμά της, αισθάνθηκε ένα συνολικό μούδιασμα, και όχι αυτό το τμηματικό που τον έπιανε συνήθως (στα αυτιά). Τρομοκρατήθηκε. Η τεράστια εμπειρία του πάνω σε αυτό το θέμα (της Μαμάς), η οποία είχε αποκτηθεί μετά από ατελείωτους non-stop μονόλογους, του έλεγε ότι ήταν ικανή να αρχίσει τώρα, και να τελειώσει ανήμερα των Φώτων. Σκέφθηκε πανικόβλητος, ότι ίσως χρειαζόταν να πάει στο ψιλικατζίδικο, να πάρει 3-4 μπουκάλια ουίσκυ και 6-7 κούτες τσιγάρα. Χωρίς αυτά δεν επρόκειτο να το ανθέξει…
Το θολωμένο του μυαλό κατάφερε να σκεφθεί ότι έπρεπε να την κάνει να φύγει από αυτό το θέμα, μήπως και κατάφερνε να κοιμηθεί -γιατί είχε και δουλειά το πρωί.
Επιστράτευσε όλες του τις δυνάμεις, ήπιε μία πολύ γερή γουλιά ουίσκυ, άναψε άλλο ένα τσιγάρο, ανακάθισε στη σατέν ασπριδερή πολυθρόνα, και επιχείρησε να την διακόψει πρίν πάρει φόρα.

– Λατρεία μου, αγαπούλα μου, καρδιά μου, αφού σου το είχα εξηγήσει! Δεν μας συνέφερε να πάρουμε το LS, γιατί δεν είχε 16άρες ζάντες αλουμινίου και προβολείς ομίχλης, δεν είχε αυτόματο κλιματισμό αλλά σκέτο air condition, δεν είχε traction control, ούτε το καλό το ακριβό ραδιοCD, και το κυριότερο, δεν είχε το βελούδινο σαλόνι και το φωτιζόμενο καθρεφτάκι στη θέση του συνοδηγού! Ηταν δυνατόν εγώ να έχω τα μπουτάκια του μωρού μου να κάθονται σε σαλόνι που δεν είναι βελούδινο; Και το αγγελικό του προσωπάκι χωρίς φωτιζόμενο καθρεφτάκι;

– Με κοροιδεύεις; Εμένα σκέφτηκες; Πότε με σκέφτηκες εμένα που χαράμισα τα νιάτα μου μ’εσένα; Ανεύθυνε!

Επρεπε να την ξαναδιακόψει… Πήρε μιά βαθειά ανάσα, ήπιε άλλη μιά διπλή γουλιά και άρχισε. Ευτυχώς το ουίσκυ του έδινε δύναμη.

– Ξέχασα να σου πώ το καλύτερο αγάπη μου, αλλά δεν το ήξερα κι εγώ, χθές το διάβασα σε ένα περιοδικό: Είμαστε τυχεροί που καθυστέρησε το κυπαρισσί GLS!

– Τί λές βρέ ;;!;;

– Ναί! Είμαστε τυχεροί! Αν έλθει μετά την Πρωτοχρονιά το κυπαρισσί GLS θα είναι μοντέλο 2001, δηλαδή ένα χρόνο πιό καινούργιο, και δεν είναι μόνο αυτό, θα γλυτώσουμε και τα τέλη κυκλοφορίας του 2000, που θα τα πληρώναμε τζάμπα και βερεσέ γιά 4-5 μέρες μόνο! Δεν είναι τύχη αυτό;

Χρειάσθηκε να της το εξηγήσει κάπως πιό διεξοδικά, και Εκείνη έδειξε να αντιλαμβάνεται παρ’ότι το θέμα ήταν εξαιρετικά περίπλοκο.
Με ανακούφιση είδε στα μάτια της τα πρώτα σημάδια ηρεμίας καθώς Εκείνη επεξεργαζόταν αυτόν τον κάθε άλλο παρά απλό μαθηματικό συλλογισμό.
Ομως, η ανακούφιση ήταν πρόσκαιρη…
Μόλις ολοκληρώθηκε η επεξεργασία αυτής του περίπλοκης και πρωτόγνωρης εξίσωσης, ξαφνικά Εκείνη ξαναγκάζωσε…

– Τί λές βρέ;;!;; Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά χωρίς αυτοκίνητο, και μου λές ότι είμαστε τυχεροί; Θεέ μου, ζώ ένα δράμα!
Πώς θα πάμε στο ρεβεγιόν;
Πώς θα πάμε στη Μαμά;
Ε; Πές μου!

Με τρόμο είδε το υπέροχο στήθος της να φουσκώνει με κίνδυνο να κόψει τα ελάχιστα κουμπωμένα κουμπιά, καθώς Εκείνη έπαιρνε μιά βαθειά ανάσα έτοιμη να ξαναγκαζώσει.

Ομως, η σωτηρία έρχεται μερικές φορές από εκεί που δεν την περιμένεις: εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο.

– Πάρτο εσύ το ρημάδι, η μάνα σου θα είναι πάλι, είναι η ώρα της… -της είπε τρυφερά

Ηταν όντως αυτή…

Μιά γλυκειά ανακούφιση πλημμύρισε το σώμα και το πνεύμα του: αυτό το τηλεφώνημα θα κρατούσε τουλάχιστον μία ώρα… Η απειλή είχε απομακρυνθεί πιά. Γιά μία ώρα, έστω. Εγειρε πίσω στην ασπριδερή πολυθρόνα, ήπιε άλλη μία γουλιά, άναψε ένα τσιγάρο και άνοιξε την τηλεόραση δυναμώνοντας την ένταση γιά να μην ακούει αυτά που έλεγε στη Μαμά της. Δεν έπρεπε να ξαναταραχτεί. Επρεπε να ηρεμήσει.

Ομως, ήταν απλώς ένα ανέλπιστο intermezzo…

Απειλητικά σύννεφα ανήλεης θύελλας συνέχιζαν να πλανιώνται πάνω από το απαστράπτον μονόχρωμο μπέζ-χρυσαφί Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Ενα σωρό αναπάντητα ερωτηματικά ήταν ακόμα εκεί. Δυσοίωνα. Ανελέητα.

Πώς θα πάνε στη Μαμά ;;

Πώς θα πάνε στο ρεβεγιόν ;;

Πότε θα παραδοθεί το κυπαρισσί GLS ;;

Θα είναι κυπαρισσί ;;

Μήπως, κατά λάθος, είναι τελικά λαχανί ;;

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements