Συνέχεια από το προηγούμενο

  Είχαν περάσει 20 λεπτά, και ο non-stop μονόλογος Εκείνης συνεχιζόταν με την ίδια ένταση, έχοντας πλέον παρεκτραπεί εντελώς θεματολογικά.

  Αφού είχε περάσει (ο μονόλογος) από εκείνο το μαύρο μακρύ παλτό που είχε δεί στις αρχές Νοεμβρίου στην Παριάρχου Ιωακείμ και το ήθελε, δηλαδή όχι απλώς το ήθελε, το είχε πραγματικά ανάγκη γιά τις Σαββατιάτικες εξόδους, αλλά Εκείνος δεν της το είχε πάρει γιατί το Punto είχε μείνει από μίζα και δεν γινόταν να μη το φτιάξει, είχε φθάσει κατόπιν στις μαύρες λουστρινένιες γόβες…
  Αυτές τις θανατηφόρες γόβες που είχε δεί στη Σκουφά στα τέλη Νοεμβρίου και τις είχε ερωτευτεί, αφού ήταν οι μοναδικές τόσο ωραίες γόβες στο λεκανοπέδιο, και τις οποίες Εκείνος δεν της τις πήρε τελικά γιατί το Punto ήθελε δισκόπλακες…
  Και τέλος, κατέληξε (ο μονόλογος, πάντα) σε εκείνη την κόκκινη φούστα που είχε βρεί τζάμπα σε προσφορά, αλλά ούτε κι αυτή της την πήρε γιατί έπρεπε να πληρώσει τον κοντερατζή, γιά να γυρίσει τα χιλιόμετρα στο Punto…

  Εκείνος, απελπισμένος στην ασπριδερή πολυθρόνα, δε κατάφερνε να ξαναβρεί τη δύναμη να αμυνθεί. Κρατούσε πάντα σφιχτά το ποτήρι με το ουίσκυ που, αλλοίμονο, είχε πλέον σχεδόν τελειώσει.
Αισθανόταν έντονη την ανάγκη γιά άλλο ένα. Επιπλέον, αισθανόταν το δίκιο να τον πνίγει, γιατί είχε προσπαθήσει. Ναι. Είχε προσπαθήσει λυσσαλέα να της πάρει όλα αυτά που ήθελε…

  Ενώ η μίζα τάχε παίξει τελείως, Εκείνος αντί να πάρει καινούργια, πήρε μεταχειρισμένη γιά να μπορέσει να της πάρει και το παλτό. Αλλά τον κορόιδεψε ο ανταλακτικέρης… Η μεταχειρισμένη μίζα χρειάστηκε ψιλοανακατασκευή, και τελικά πήγε ο κούκος αηδόνι. Ασε που τον έγδαρε και ο ηλεκτρολόγος. Πάει το παλτό…

  Και με τις οργωμένες δισκόπλακες που είχαν γίνει τσιγαρόχαρτα είχε παλέψει σκληρά, βγάζοντας χιονίστρες από τον ποδαρόδρομο μέσα στον μανιασμένο βοριά που τ’αρνάκια παγώνει, καθώς έψαχνε απελπισμένα να βρεί τις πιό φθηνές ιμιτασιόν, γιά να μπορέσει να της πάρει και τις γόβες.
Και τα κατάφερε, παρ’ότι χρειάστηκε να αλλάξει και σιαγόνες στα ταμπούρα. Μόνο που δεν ήταν εκείνες οι θανατηφόρες από τη Σκουφά, αλλά κάτι άλλες από την Αιόλου με 6 άτοκες δόσεις. Εκείνου του είχαν φανεί ίδιες, Εκείνης όμως, τελείως διαφορετικές. Τέτοια αχαριστία…

  Αλλά πιό πολύ απ’όλα, εκείνο που έκανε το φορτωμένο ουίσκυ στομάχι του να σφίγγεται, και την πίεση στο γεμάτο αλκόολ αίμα του να αυξάνεται επικίνδυνα, ήταν που του έβαζε τις φωνές γιά τα λεφτά που έδωσε στον κοντερατζή αντί να της πάρει την κόκκινη φούστα -αυτή με την προσφορά. Και τον έλεγε και απατεώνα. Ποιόν; Αυτόν, που το μόνο που σκεφτόταν ήταν πώς θα πουλήσει όσο το δυνατόν πιό ακριβά το χρέπι γιά να μπορέσει να της πάρει όλα αυτά που ήθελε… Τόση έλλειψη κατανόησης… Τέτοια αδικία…

  Το δίκιο που τον έπνιγε του έδωσε τελικά τη δύναμη να σηκωθεί να βάλει λίγο ουίσκυ ακόμη, πυροδοτώντας άθελά του μία απρόσμενη αλλαγή θέματος:

– Μεθύστακα ! -τσίριξε Εκείνη

– Αγάπη μου, ένα δαχτυλάκι έβαλα…

– Σε είδα πόσο έβαλες! Τρία δάχτυλα είναι αλκοολικέ! Και σκέτο! Και ήπιες και μιά γουλιά όσο είχες γυρισμένη την πλάτη! Σε είδα! Γιά χαζή με έχεις; Ε;

Ξαφνικά, μετά από αυτή την διακοπή, Εκείνη συνειδητοποίησε ότι είχε βγεί εκτός θέματος, και αποφάσισε να επανέλθει:

– Και σαν να μήν έφταναν όλα αυτά αναίσθητε, το ήθελες ΚΑΙ κυπαρισσί, ΚΑΙ GLS! Δηλαδή δεν μπορούσες να πάρεις το μπορντώ LS που ήταν ετοιμοπαράδοτο; Ε; Που ήταν και φθηνότερο!

– Κορίτσι μου, αφού εσύ το διάλεξες το χρώμα… Εγώ είχα πεί να το πάρουμε άσπρο που δεν χρεωνόταν και σαν μεταλλικό…

– Αυτά να τα αφήσεις! Το GLS τί το ήθελες; Πές μου! Ορίστε τώρα! Γιατί δηλαδή έπρεπε να είναι οπωσδήποτε GLS; Ε; Γιά να περιμένουμε; Γιά να μη μπορούμε να πάμε πουθενά γιορτές μέρες; Γιά να μη μπορούμε να πάμε στη Μαμά; Αλλά νάτο! Τί χαζή που ήμουνα! Αυτό είναι! Γι’αυτό το έκανες! Επρεπε να τό’χω καταλάβει!
 

Γιατί το κυπαρισσί GLS έπρεπε να είναι οπωσδήποτε GLS ;;

Γιατί δεν μπορούσε να είναι LS ;;

Επρόκειτο όντως γιά ένα καταχθόνιο σχέδιο Εκείνου
με απώτερο στόχο τη Μαμά της ;;

 

Η συνέχεια στο επόμενο

Advertisements