Συνέχεια από το προηγούμενο

  Πίσω από τις μπαλκονόπορτες, μέσα στην σαλοτραπεζαρία, το τεράστιο new edge μονόχρωμο μπέζ-χρυσαφί Χριστουγεννιάτικο δένδρο με τις μπεζ-χρυσαφί μπάλες, τις μπέζ-χρυσαφί γιρλάντες και τους μπέζ-χρυσαφί φιόγκους άστραφτε φωτισμένο από 300 μονόχρωμα λαμπάκια που αναβόσβηναν τσιρίζοντας μονότονα το Ω! Ελατο!
Στην ατμόσφαιρα πλανιόταν η γλυκειά γιορτινή μυρωδιά από τα μόλις ξεφουρνισμένα παραδοσιακά κουλουράκια.
Κάποια υποψία καμμένου που υπήρχε στον αέρα ήταν από τα nouvelle cuisine παραδοσιακά μελομακάρονα που είχαν γκαργκανιάσει το μεσημέρι ξεχασμένα επί 2,5 ώρες στους 320 βαθμούς καθώς Εκείνη μιλούσε στο τηλέφωνο με την μαμά της.
Στο χαμηλό τραπεζάκι του σαλονιού 8 πολύχρωμα αποσμητικά κεριά ευωδίαζαν αηδιαστικά καθώς σκορπούσαν το γλυκό ρομαντικό φώς τους ολόγυρα.

Γλυκειές εικόνες οικογενειακής θαλπωρής.

Ομως, η ατμόσφαιρα στην σαλοτραπεζαρία ήταν ηλεκτρισμένη εκείνο το υγρό παγερό βράδυ.
Δυσοίωνα σύννεφα θύελλας έμοιαζαν να πλανιώνται επικίνδυνα χαμηλά πάνω από το μπεζ-χρυσαφί Χριστουγεννιάτικο δένδρο απειλώντας την γαλήνη τούτης της γεμάτης ζεστασιά νύχτας. Κάτι τρομακτικό έμοιαζε νά’ρχεται.
Αλλά, αλλοίμονο, ακόμα και το εξοικειωμένο με τον κίνδυνο ένστικτο Εκείνου δεν ήταν ικανό να νοιώσει πότε θάρθει.

Η οσμή του φόβου ήταν εκεί. Και τα αποσμητικά κεριά δεν κατάφερναν να την διώξουν.

 

   Εκείνος, εδώ και λίγη ώρα προσπαθούσε να κάνει την παρουσία του αόρατη. Αν ήταν δυνατόν να εξαφανισθεί κάτω από το χαλί, θα το είχε κάνει. Κάθισε αθόρυβα στον καναπέ και έκανε πώς βλέπει κάτι στην τηλεόραση. Κάπνιζε ασταμάτητα.
Με την άκρη του ματιού του έριχνε κλεφτές ματιές προς την κουζίνα. Εκείνη ήταν εκεί και ασχολούνταν με τα κουλουράκια που είχαν πετύχει, σε αντίθεση με τα μελομακάρονα.
Δύο, τρείς φορές το φοβισμένο βλέμμα του είχε διασταυρωθεί με το παγερό δικό της, και κάθε φορά αισθανόταν τα αυτιά του να μουδιάζουν.

  Αποφάσισε να ηρεμήσει. Σηκώθηκε αθόρυβα, και ακροπατώντας πλησίασε στον μπουφέ. Ανοιξε αθόρυβα το ντουλάπι και έβαλε μία γερή δόση ουίσκυ στο βαρύ κρυστάλλινο χαμηλό ποτήρι. Θα το έπινε σκέτο. Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να παίξει με τη φωτιά πηγαίνοντας στην κουζίνα γιά παγάκια. Επέστρεψε στον καναπέ και αφού ήπιε τρείς γερές γουλιές που αποδείχθηκαν βάλσαμο, άλλαξε κανάλι και άναψε το 74ο τσιγάρο της ημέρας.

  Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά, και αισθάνθηκε ένα βλέμμα καρφωμένο πάνω του. Γύρισε και την είδε να ξεπροβάλει από την πόρτα της κουζίνας με εκείνο το λικνιστικό βάδισμα που δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητο. Ο ήχος από τα τακούνια στο παρκέ του φάνηκε απειλητικός.
Την κοίταξε καθώς πλησίαζε, ξεροκατάπιε, και έκανε μιά προσπάθεια να χαμογελάσει.
Τον κοίταξε και Εκείνη με ένα βλέμμα που δεν προμήνυε τίποτα καλό.
Επιασε το ποτήρι με το ουίσκυ που ξαφνικά του φάνηκε πολύ βαρύ και ήπιε άλλη μία γερή γουλιά.

Κάτι τρομερό έμοιαζε έτοιμο να ξεσπάσει…

Η θύελλα ήταν εκεί…
 

Η συνέχεια στο επόμενο

 

Advertisements