28_01

Συνέχεια από το προηγούμενο

Περιέργως, ακόμα και οι αξημέρωτες νύχτες, ξημερώνουν κάποια στιγμή. Ενας υπέροχος ήλιος ανέτειλε στο Μπραχάμι πίσω από τις απλωμένες animal design κουβέρτες της απέναντι ταράτσας, λούζοντας με τις χρυσές ακτίνες του το διαμπερές τρίφατσο τριάρι.
Επίσης περιέργως, Εκείνος ξύπνησε με πολύ καλή διάθεση, παρ’όλη την αξημέρωτη νύχτα.
Ηταν τόσο όμορφο αυτό το πρωϊνό!
Ακόμα και το κυπαρισσί GLS είχε τα κέφια του, και εκείνο το κόκκινο λαμπάκι του πανικού που άναβε κάθε μέρα αλλά έσβηνε μετά, τούτο το πρωί δεν άναψε!
Ακόμα και ο καφές της κοινόχρηστης καφετιέρας στην δουλειά, δεν ήταν νερομπλούκι όπως συνήθως!
Ανεξήγητα εντελώς, είχε ένα καλό προαίσθημα. Αραγες, μήπως ερχόταν καμμιά απάντηση σε κάποιο από τα βιογραφικά που είχε στείλει…;

Ανοιξε τον υπολογιστή, ήπιε δυό γουλιές από τον άψογο καφέ Κολομβίας, και έβαλε το χέρι στην τσέπη να πάρει τα τσιγάρα του. Ενα διπλωμένο χαρτί ήταν εκεί. Ενα ξεχασμένο δελτίο… Το κοίταξε, είχε ήδη κληρώσει. Ποτέ δεν είχε κερδίσει τίποτα.  Αλλά ήταν κι εκείνο το ανεξήγητο καλό προαίσθημα…

Μετά από 10 λεπτά, το ακουστικό του έπεσε στο πάτωμα, του κόπηκε η αναπνοή, και παραλίγο να πάθει ασφυξία.
Βαριανασαίνοντας, ξανατσεκάρισε 7-8 φορές τα νούμερα, αλλά δεν μπορούσε να το πιστέψει… Μόνο την στιγμή της εξαργύρωσης ίσως να τα κατάφερνε…
Πήρε τα τσιγάρα και το κινητό του, και έφυγε χωρίς να πει σε κανέναν τίποτα.

28_02

Η γραφειοκρατική διαδικασία δεν κράτησε πολύ, και μία ώρα αργότερα, με ένα τεράστιο χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, ξαναμπήκε στο κυπαρισσί GLS και βάλθηκε να μετράει και να ξαναμετράει τα μηδενικά, προσπαθώντας να το συνειδητοποιήσει.
Κρατούσε το κινητό στο χέρι του έτοιμος να πατήσει κλήση, αλλά τελικά αποφάσισε να μην τηλεφωνήσει στην Σούλα. Θα της έκανε έκπληξη, και μάλιστα πολύ χειροπιαστή… Λεφτά δεν είχε ακόμα στην τσέπη του, όμως -όπως όλος ο κόσμος- είχε καμμιά 15αριά πιστωτικές κάρτες.

28_03

Ευτυχώς δεν είχε κίνηση, και δεν άργησε να φθάσει στο Σύνταγμα, κοιτάζοντας τον κόσμο αφ’ υψηλού πίσω από το τιμόνι ενός μαύρου Mercedes ML 320 -δυστυχώς, στο καλό το rent a car, το κυριλέ, δεν είχαν ούτε Ferrari, ούτε καν Porsche…
Φθάνοντας Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου, έκλεισε άγρια στην δεξιά λωρίδα ένα ταξί που ευτυχώς πρόλαβε και φρέναρε, καβάλησε το πεζοδρόμιο και πάρκαρε. Το ML είχε ήδη αρχίσει να επιδρά στην οδηγική συμπεριφορά του… Κατέβηκε, κλείδωσε, και είχε την εντύπωση ότι τον κοίταζαν όλοι…

28_04

Η σπατουλαρισμένη πωλήτρια με τον ξανθό κότσο κοίταξε επιτιμητικά το φθηνό κοστούμι.
Την αγριοκοίταξε.

– Μπορώ να δω αυτό το δαχτυλίδι;

– Αυτό με τα τέσσερα μπριγιάν κύριε…; -χαμογέλασε ειρωνικά, πλην ευγενέστατα.

– Οχι παιδί μου, το διπλανό με τα δώδεκα.

– Βεβαίως κύριε… Να σας πώ και πόσο κάνει…; -ένα αδιόρατο γέλιο υπήρχε στον τόνο της.

– Δεν με απασχολεί παιδί μου, βάλτο -την ξανααγριοκοίταξε. Χμμ… Και αυτό;

– Ριβιέρα κύριε… -ψιθύρισε έκπληκτη.

– Βάλτην κι αυτήν.

– Μοναδικό κλασσικό κομμάτι κύριε, αχ, πώς φαίνεται ότι ξέρετε να επιλέγετε! -είπε γλυψιματικά- Ασφαλώς θα θέλετε να δείτε και σκουλαρίκια! Αχ, θα σας δείξω…

– Οχι, βιάζομαι. -την διέκοψε απότομα.

28_05

Βγαίνοντας, και πλησιάζοντας το ML που είχε κλείσει κάπως τον πεζόδρομο, κοίταξε το ρολόϊ του. Προλάβαινε να πάρει δύο Rolex, και μετά να φροντίσει την αμφίεσή του, που τώρα πιά ήταν ανεπίτρεπτη. Το μάτι του όμως έπεσε στην Louis Vuitton απέναντι. Πολύ της άρεσαν της Σούλας, και μάλιστα είχε πάρει μερικές από τους μαύρους στα πεζοδρόμια. Επρεπε να της πάρει μερικές αυθεντικές.

Η σοβατισμένη πωλήτρια με τις τεράστιες βλεφαρίδες που απέφευγε να χαμογελάει γιά να μην κάνει ρυτίδες, αλλά και γιά να μην προκληθούν ρωγμές στον σοβά, κοίταξε έκπληκτη τον αταίριαστο πελάτη, αλλά πρόσεξε και το τσαντάκι του διάσημου κοσμηματοπωλείου και μπερδεύτηκε.

Μετά από λίγο…
– Κάνε γρήγορα παιδί μου, κούνα τα χέρια σου, βιάζομαι!

– Μάλιστα κύριε, συγγνώμη κύριε, αμέσως κύριε! -χαμογέλασε βεβιασμένα ενώ πακετάριζε πανικόβλητη ένα σωρό τσάντες, τσαντάκια κλπ.

28_06

Ο χρόνος κυλούσε ευχάριστα και εποικοδομητικά τούτη την ηλιόλουστη μέρα. Πλησίαζε η ώρα να κλείσουν τα μαγαζιά γιά μεσημέρι, αλλά είχε προλάβει να διαλέξει δύο Rolex, και ήδη διπλοπάρκαρε στην Σκουφά.

Ο πωλητής με τους ώμους αχθοφόρου που μάλλον χτυπούσε 8ωρο καθημερινά στα γυμναστήρια, απόρησε, τον κοίταξε υπεροπτικά, και γύρισε επιδεικτικά την πλάτη -δεν είχε προσέξει από τί αυτοκίνητο κατέβηκε…

Τον αγνόησε προσωρινά, και άρχισε να τριγυρνάει διαλέγοντας διάφορα μόνος του με την ησυχία του.
Λίγο αργότερα, και έχοντας καταλήξει σε όλα, ο άλλος συνέχιζε να του έχει γυρισμένη την πλάτη τακτοποιώντας κρεμάστρες.
Τον πλησίασε αθόρυβα, και 20 πόντους από τον σβέρκο του, φώναξε δυνατά χτυπώντας ταυτόχρονα το χέρι στον πάγκο:
– Τί θα γίνει, θα περιμένω πολύ;!

– Αααχ!! Καλέ, με λαχταρίιιισατε!!

Μετά από λίγο, και ενώ είχε ήδη σχηματιστεί ένας τεράστιος σωρός σακκούλες στο ταμείο, μανιασμένα κορναρίσματα ακούστηκαν έξω στον δρόμο. Ενα φορτηγό δεν χωρούσε να περάσει -το ML ήταν φαρδύ…

– Πάρτα και πήγαινέ τα στο αυτοκίνητο παιδί μου.

– Μάλιστα κύριε!

Βγήκε έξω, άνοιξε το πορτμπαγκάζ και ανέβηκε στο ML περιμένοντας το φορτίο με τις σακκούλες. Απ’ότι υπολόγισε, το μποτιλιάρισμα πρέπει να έφθανε μέχρι την Ιπποκράτους… Στο μεταξύ τα κορναρίσματα δυνάμωναν ενώ ο πωλητής πηγαινοερχόταν κουβαλώντας σακκούλες.

– Μωρή ντακότα, πάρε τα πόδια σου! Δεν βλέπεις ότι έχουμε κλείσει τον δρόμο;!

– Τρέχω κύριε, τρέχω! -απάντησε λαχανιασμένος καθώς περνούσε απέναντι τον δρόμο με το λικνιστικό του βάδισμα.

28_07

Μετά το μεσημέρι, κατά τις 4.00, στο Μπραχάμι επικρατούσε υστερικός ενθουσιασμός:
– Ναι καλέ μαμά σου λέω! Ναί! Αχ, πού να δεις το Rolex που μου πήρε με την ροζ πλάκα και τα μπριγιαντάκια γύρω-γύρω! Κλείνω όμως, δεν προλαβαίνω, ανοίγουν τα μαγαζιά σε λίγο και θα ανέβω Κολωνάκι γιά ψώνια! Δεν έχω τίποτα που να πηγαίνει με μαύρο Mercedes ML, και το βράδυ θα βγούμε, κλείσαμε τραπέζι στην Δέσποινα Βανδή!

Στο μεταξύ Εκείνος ήταν ήδη στην Βουλιαγμένης, και πήγαινε στην δουλειά να τακτοποιήσει δύο εκκρεμότητες… Στο κινητό του υπήρχαν 34 αναπάντητες. Τον έψαχναν. Επρεπε να τους εξηγήσει τους ανθρώπους…

Δεν πήγε στο γραφείο του, αλλά κατευθείαν στον διευθυντή. Ανοιξε την πόρτα απότομα χωρίς να χτυπήσει, και μπήκε στο γραφείο με σχετικά αργό βήμα, χωρίς να πει καλησπέρα.

– Τάκη πώς μπαίνεις έτσι μέσα;! Και πού είσαι από το πρωί;! Την επόμενη φορά που θα λείψεις έστω και 10 λεπτά χωρίς άδεια, απολύεσαι!! -φώναξε ο κ. Αιμίλιος με την ένρινη φωνή του.

Δεν του απάντησε, πλησίασε στο γραφείο, το έπιασε και άρχισε να το σηκώνει σιγά-σιγά -είναι πάνβαρειες αυτές οι μελαμίνες…
Πρώτο κύλησε ένα ωραίο φλυτζάνι Bodum, καταλήγοντας στο Armani του κ.Αιμίλιου μαζί με τον καπουτσίνο που περιείχε -ευτυχώς δεν έσπασε.
Ακολούθησαν προοδευτικά διάφορα άλλα αντικείμενα σκορπώντας στο πάτωμα.

– Αϊιιιιι! Αϊ! Αϊ! Αϊ! 

Μιά σπαρακτική κραυγή πόνου αντήχησε στο γραφείο καθώς ένα τεράστιο τασάκι Ritzenhoff έπεσε στο πόδι του κ.Αιμίλιου ξενυχιάζοντάς τον, αλλά σχεδόν αμέσως πνίγηκε (η κραυγή) στον τρομακτικό γδούπο του γραφείου που αναποδογύρισε κάνοντας το πάτωμα να σειστεί. Ευτυχώς πρόλαβε να τσουλήσει πίσω την δερμάτινη διευθυντική πολυθρόνα από τον Δελούδη, και έτσι δεν καταπλακώθηκε.

Τρόμος ζωγραφίστηκε στα μάτια του με το συνήθως απλανές βλέμμα, και μιά κιτρινοπράσινη απόχρωση απλώθηκε στο καλοξυρισμένο πρόσωπό του.
Αφωνος, με ανοιχτό το στόμα, κοίταζε εναλλάξ την εικόνα βομβαρδισμού, τους αφρούς του καπουτσίνο στο κοστούμι του, και τον Τάκη που είχε ήδη ανοίξει την πόρτα και έβγαινε αφήνοντάς την ανοιχτή.

Εξω είχαν μαζευτεί μερικοί συνάδελφοι να δουν τί συμβαίνει. Διέκρινε αμέσως κάποια χαμόγελα να σχηματίζονται. Φθάνοντας στο ασανσέρ γιά να ανέβει πάνω στον Πρόεδρο, του φάνηκε ότι άκουσε κάτι πνιχτά γέλια από τον διάδρομο…

28_08

Η Βίκυ, η γραμματέας του Προέδρου, με το λευκό ημιδιαφανές μίνι και το ανάλαφρο τιραντέ μπλουζάκι πίσω από το οποίο δεν υπήρχε σουτιέν, ήταν απασχολημένη με το μανικιούρ της.

– Καλησπέρα σας κύριε Τάκη -χαμογέλασε προκλητικά από συνήθεια- να κοιτάξω αν μπορεί να σας δεχθεί ο κύριος Πρόεδρος.

– Δεν χρειάζεται -της χαμογέλασε. Ανοιξε την πόρτα απότομα, μπήκε, και την έκλεισε δυνατά.

Απόρησε. – Περίεργο… -σκέφτηκε, συνεχίζοντας την λεπτή εργασία της με το ψαλιδάκι.

Σχεδόν αμέσως, κάποιοι περίεργοι ήχοι ακούστηκαν από το γραφείο του Προέδρου, σαν κάτι να έσπασε κιόλας.
Ακολούθησε ένας τρομακτικός γδούπος που έκανε το πάτωμα να σειστεί.
Η Βίκυ κατατρόμαξε. Πετάχτηκε πάνω φωνάζοντας, αλλά ήταν ταυτόχρονα και κραυγή πόνου, γιατί την στιγμή του σεισμού έκοβε μία παρανυχίδα και τρύπησε το δάχτυλό της από την τρομάρα.

– Αααχ! Σεισμός!! Αααχ, το δαχτυλάκι μου!! Αααχ, καλέ τρέχει αίμα!!

Η πόρτα άνοιξε, ο Τάκης βγήκε με αργό βήμα, και την έκλεισε βροντώντας την τόσο δυνατά, που εμφανίστηκαν ρωγμές στην γυψοσανίδα.
Η Βίκυ πήρε και δεύτερη τρομάρα, αν και δεν είχε ακόμα συνέλθει από την προηγούμενη -ευτυχώς αυτήν την φορά δεν κρατούσε ψαλιδάκι.

– Αααχ!! Μετασεισμός!!

– Ωχ! Αμάν! Τί έγινε; Ηρθε η αστυνομία;!

– Αχ, γλυκέ μου σε ξύπνησα, συγγνώμη, άνοιξα να αερίσω και έκανε ρεύμα και βρόντηξε η πόρτα… Καλέ, ποιά αστυνομία; Αχ, έβλεπες όνειρο; Αντε, σήκω, πάω να σου φτιάξω καφέ! 

Το κακό με τα ωραία όνειρα, είναι δυστυχώς ότι κάποια στιγμή ξυπνάς…

28_09

Σε λίγο στην κουζίνα, γύρω από το τραπέζι με τον αχνιστό καφέ, τις φρυγανιές σικάλεως και τον χυμό πορτοκαλιού άνευ σακχάρεως, η διήγηση του ονείρου είχε ολοκληρωθεί και η συζήτηση κατευθυνόταν προς το γνωστό θέμα, το γνωστό πρόβλημα.

– Αχ, γλυκέ μου, νομίζω ότι είναι πολύ καλό αυτό το όνειρο! -θα πάρω και την μαμά να την ρωτήσω- Αλλά να δείς που κάτι καλό θα γίνει!
Καλέ, τί έγινε με εκείνον τον φίλο σου σ’εκείνη την εταιρεία από τον Ασπρόπυργο; Βέβαια είναι μακρυά ο Ασπρόπυργος…

– Τίποτα δεν έγινε… Μακάρι να γινότανε, κι ας είναι μακρυά ο Ασπρόπυργος, κι ας ήταν και στα Κιούρκα!

– Και με την άλλη την εταιρεία στον Αλιμο, που είναι και κοντά;

– Τίποτα… Αγάπη μου, πάει, μας τέλειωσαν οι γνωστοί.

– Μμμ… Οχι!

– Τί όχι;

– Δεν μας τέλειωσαν! Καλέ, πώς δεν το σκέφτηκες τόσο καιρό;!

– Ποιό…;

– Ολα εγώ πρέπει να τα σκέφτομαι;! Τί θα έκανες βρε χωρίς εμένα;!

– Θα μου πείς επιτέλους;!

– Οχι, να μου πεις τί θα έκανες χωρίς εμένα!

– Θα μου πεις, ή θα με σκάσεις;;!

Τί θα έκανε χωρίς Εκείνη ;;

Τί σκέφτηκε το θηλυκό μυαλό ;;

Θα του πεί ;;

Θα τον σκάσει ;; 

…  
Η συνέχεια στο επόμενο…

27_01

Συνέχεια από το προηγούμενο

Η νύχτα κυλούσε ανελέητα αργά. Είχε πάει 2.30 όταν έφθασε στην τελευταία σελίδα, χωρίς να βρει τίποτα. Η κούραση είχε γίνει υπερένταση. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί…

Σωριάστηκε στην πολυθρόνα και άνοιξε την τηλεόραση γιά να χαλαρώσει, αλλά έπεσε στην περίπτωση: Στην επανάληψη μεσημεριανής εκπομπής, 5-6 εξειδικευμένοι άσχετοι ανέλυαν διεξοδικά και εντελώς επιστημονικά το πρόβλημα της ανεργίας, των χαμηλών μισθών, αλλά και της ολοένα αυξανόμενης τάσης των νέων να ονειρεύονται μόνο τον διορισμό στο δημόσιο, και τίποτα άλλο.

Αυτό το θέμα με την «ολοένα αυξανόμενη τάση των νέων» πολύ του άρεσε… Ειδικά ο τρόπος με τον οποίο το προσέγγιζε μία χοντρή εμπριμέ ξανθιά, η οποία εντόπιζε στην συρρίκνωση των ονείρων, τα οποία απογυμνωμένα πλέον από κάθε ιδεαλιστική θεώρηση, εντοπίζουν μόνον στην επιβίωση και την ασφάλεια.

– Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω (πετάχτηκε ένας νεάζων μεσήλικας με γκρίζα αλογουρά και γιλέκο), δεν θέλω να πιστέψω ότι η συρρίκνωση των ονείρων είναι ολοκληρωτική, νομίζω ότι εκτός από την επιβίωση και την ασφάλεια, εντοπίζουν επίσης και στην αργομισθία, πράγμα που εμπεριέχει στοιχεία ιδεαλισμού, δεδομένου ότι αυτή (η αργομισθία) δεν είναι εφικτή γιά το μεγαλύτερο ποσοστιαία τμήμα του πληθυσμού. Θα έλεγα, λοιπόν…

Τα μάτια της εμπριμέ χοντρής πέταξαν σπίθες πίσω από τις δίπλες που τα κάλυπταν, αλλά δεν χρειάστηκε να τον διακόψει, γιατί πρόλαβε μία καλοδιατηρημένη σαραντάρα με γκρι ταγέρ, κοινωνιολόγος από κάποιο υπουργείο, η οποία το πήρε προσωπικά…

– Είναι γνωστές οι ισοπεδωτικές απόψεις σας! -είπε επιθετικά με φωνή λολίτας, κραδαίνοντας απειλητικά μία χρυσή πέννα Mont Blanc.

Κατόπιν, άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί, όπως γίνεται συνήθως, να μην ακούει κανείς κανέναν, και οι τηλεθεατές τίποτα, με αποτέλεσμα να επέμβει η μελαχροινή συντονίστρια με τις μπορντώ μπούκλες…

– Σααααας παρακαλώ! Σααααας παρακαλώ! -αλλά η φωνή της χάθηκε στην οχλοβοή…

Παραλίγο να αρχίσει να γελάει θεατρικά, και το γέλιο θα κατέληγε σε ένα κρεσέντο κλαυσίγελου πριν πέσει η αυλαία, αλλά η Σούλα κοιμόταν και δεν ήθελε να την ξυπνήσει.

Θυμήθηκε ότι και ο ίδιος είχε προσπαθήσει γιά μιά θέση στον ήλιο, αλλά δεν τα είχε καταφέρει…

Θα μπορούσε όμως και να είχε πετύχει. Και μάλιστα η επιτυχία σε αυτή την δουλειά έρχεται με έναν δικό της όμορφο τρόπο: Δεν είναι απαραίτητοι οι κόποι μιάς ζωής γιά να αράξεις κάποια στιγμή σε κάποια ηλικία και να απολαύσεις το αποτέλεσμά τους (των κόπων). Εκεί, στην εύφορη κοιλάδα της απέναντι όχθης, αράζεις με το «καλημέρα σας», πριν την έναρξη εργασιών της επιχείρησης.

27_02

Φαντάστηκε τον εαυτό του να ζει στα λουλουδιασμένα λειβάδια, εκεί που δεν χρειάζεται να δουλεύεις σκληρά, να προσπαθείς / σκέφτεσαι / ανησυχείς / αγχώνεσαι.

Εκεί, στους ανθισμένους αγρούς του παραδείσου που η ανεργία, η ανασφάλεια, η σκέψη, η ανησυχία, το άγχος, η αγωνία, ο κόπος, δεν είναι λέξεις με σημασία, αλλά αφηρημένες έννοιες που αφορούν άλλους.

Εκεί, στους ηλιόλουστους κήπους της αιώνιας άνοιξης, που οι έννοιες ικανότητα / ανικανότητα, βλακεία / σπιρτάδα, μόρφωση / αγραμματοσύνη, υπευθυνότητα / αφασία, καθήκον / αργομισθία, δεν έχουν απολύτως καμμία σημασία.

Αχχχ… Πόσο θα ήθελε να είναι πολίτης της χώρας του αιώνιου χασμουρητού…

Πόσο θα ήθελε να ζει με τους δικούς της κανόνες, τους δικούς της νόμους…

Στην χώρα, όπου η ανικανότητα και η βλακεία είναι τα σημαντικότερα προσόντα που σου εξασφαλίζουν ζωή χαρισάμενη (Δεν σου αναθέτει κανείς τίποτα γιά να μην τα κάνεις μαντάρα, και κάααθεσαι…).

Στην χώρα, όπου η ικανότητα και η προθυμία είναι σοβαρά ελαττώματα (Σου φορτώνουν τα πάντα γιατί κάπως πρέπει να βγαίνει και η δουλειά, και τρέχεις πανικόβλητος…).

Αχχχ… Πόσο θα ήθελε να χασμουριέται κάτω από τις ανθισμένες μυγδαλιές…

Είχε πάει 3.30, και η υπερένταση δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Σηκώθηκε να βάλει λίγο ουίσκυ μήπως ηρεμήσει και μπορέσει να κοιμηθεί. Η ανοιχτή εφημερίδα μικρών αγγελιών που κείτονταν μαδημένη από το ξεφύλλισμα πάνω στη ροτόντα, τον επανέφερε στην τραγική πραγματικότητα μετά το ονειρικό ταξίδι στα περβόλια της ευδαιμονίας.

Ξανασωριάστηκε στην πολυθρόνα, ήπιε δυό γουλιές ουίσκυ, άναψε άλλο ένα τσιγάρο, και αναλογίστηκε την ζωή του.

Ηταν 3.45. Οι μαύρες σκέψεις άρχισαν να διαδέχονται η μία την άλλη με ρυθμό slide show. Σχεδόν δεν το πίστευε αυτό που του συνέβαινε…

Σκέφτηκε ότι εδώ και χρόνια έκανε το ίδιο λάθος που κάνουν όλοι στην από ‘δώ λασπερή όχθη: Η συνήθεια και η ρουτίνα αρχίζουν να μοιάζουν με σιγουριά. Το αναπάντεχο μοιάζει απίθανο. Μέχρι να έρθει…

Ηταν αστείο.

Κι εκείνος προχώρησε ένα βήμα παραπέρα: Εκτός από σιγουριά, νόμισε κιόλας ότι με προσπάθεια και σκληρή δουλειά θα μπορούσε να ανέβει και 2-3 σκαλιά παραπάνω…

Θέλησε και πάλι να αρχίσει να γελάει θεατρικά, αλλά ήταν πολύ κουρασμένος γιά να αντέξει έναν κλαυσίγελω. Αρκέστηκε να χαμογελάσει πικρά.

Ηταν 4.30. Στην ανοιχτή τηλεόραση, οι τηλεπωλήσεις είχαν διαδεχθεί εδώ και ώρα την οχλοβοή της προηγούμενης εκπομπής, δημιουργώντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα υπνηλίας.

Αρχισε να νυστάζει. Ισως να κατάφερνε να κοιμηθεί τελικά…

Θα μπορέσει να κοιμηθεί ;;

 

Θα κοιμηθεί καλά ;;

 

Μήπως ξυπνήσει στραβά μετά από αυτή την φρικτή νύχτα ;;

Η συνέχεια στο επόμενο

Συνέχεια από το προηγούμενο

Αθήνα, Μπραχάμι, Μάϊος 2002

Η ζωή κυλούσε αργά και βασανιστικά στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι.
Τα σύννεφα της αγωνίας και η ομίχλη της απελπισίας είχαν απλωθεί πάνω από το Μπραχάμι, σχεδόν ταυτόχρονα με πυκνά σύννεφα καπνού, μιά και λόγω άγχους Εκείνος είχε αυξήσει το τσιγάρο θεαματικά.

Ο θολός ορίζοντας ενός ζοφερού πεπρωμένου δέσποζε απειλητικός πίσω από τις μπαλκονόπορτες της σαλοτραπεζαρίας.
Τίποτα ευχάριστο δεν συνέβαινε, τίποτα ελπιδοφόρο. Κι όμως είχε προσπαθήσει…
Από την πρώτη κιόλας εβδομάδα μετά τις τραγικές γιά την καριέρα του εξελίξεις, έκανε κάποιες κινήσεις ψάχνοντας σιγά-σιγά γιά δουλειά. Το είχε δεί από την αρχή ότι το κλίμα δεν τον σήκωνε πλέον.   Και εκείνη την δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης, σαν να του φαινόταν ότι την έβλεπε κάθε μέρα πάνω από την είσοδο έτοιμη να τού’ρθει στον σβέρκο. Ηδη, είχαν γίνει κάποιες απολύσεις, και έβλεπε μερικές καινούργιες φάτσες στην εταιρεία.  Ισως ήταν ο επόμενος «προς αντικατάστασιν»…

Αρχισε να παίρνει κάποια τηλέφωνα, μίλησε με μερικούς γνωστούς από άλλες εταιρείες του χώρου γιά να βολιδοσκοπήσει καταστάσεις, συζητώντας μάλιστα ανοιχτά με κάποιους.  Και άκουγε πάντα το ίδιο: «Δυστυχώς προς το παρόν…». Το κάθε τηλεφώνημα τελείωνε πάντα με την ίδια επωδό: «Μήν ανησυχείς Τάκη, μόλις ακούσω κάτι θα σου τηλεφωνήσω!».  Τα ήξερε αυτά…
Πολύ σύντομα, άρχισε τις εφημερίδες αγγελιών. Εφτιαξε και ένα ωραίο βιογραφικό, το έβγαλε φωτοτυπίες, και τα βράδυα καθόταν και έψαχνε στις ατελείωτες πυκνοτυπωμένες σελίδες. Μέχρι που μπήκε ο Μάϊος, είχε στείλει μόνον οκτώ αντίτυπα από την ντάνα με τα βιογραφικά σε κάποιες ταχυδρομικές θυρίδες, αλλά δεν περίμενε πολλά πράγματα.

Αυτό το καθημερινό άγχος της αναμονής δεν αντέχεται εύκολα ως γνωστόν, αλλά γιά την περίπτωση που δεν είναι αρκετό γιά να σκάσει ένας άνθρωπος, Εκείνος δεν είχε πρόβλημα, δόξα τω Θεώ, είχε και έξτρα άγχος κάθε μέρα στη δουλειά, ένα απερίγραπτο αδιάκοπο σπάσιμο νεύρων.
Από την πρώτη κιόλας εβδομάδα που ανέλαβε ο καινούργιος τους Διευθυντής, ο κύριος Αιμίλιος, κατάλαβε πόσο δίκιο είχε στην πρώτη του εντύπωση: «Ρε, τον είδες; Αυτός είναι να του δώσεις ένα γουρούνι να το βοσκάει, άμα του δώσεις δυό θα τα μπλέξει!» -είχε πεί στον φίλο του στο λογιστήριο, και ο άνθρωπος συμφώνησε, πώς θα μπορούσε να διαφωνήσει άλλωστε…

Δυστυχώς, το χειρότερο ελάττωμα των ανθρώπων που δεν παίρνουν και πολλές στροφές δεν είναι ακριβώς αυτό, το αργόστροφον δηλαδή, που στο κάτω κάτω είναι εκ γενετής, και πρέπει να αντιμετωπίζεται με στοργή και κατανόηση.  Το χειρότερο ελάττωμα είναι ότι πιστεύουν ακράδαντα πως παίρνουν (στροφές), και μάλιστα περισσότερες από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Η πεποίθηση αυτή βασίζεται πάντα σε απόλυτα τεκμηριωμένα επιχειρήματα, και σε αντικειμενικά δεδομένα:  «Είμαι πανέξυπνος. Το έχει πεί και η μαμά.».
Ενα άλλο ελάττωμα, επακόλουθο του προαναφερθέντος, είναι ότι έχουν πάντα άποψη, η οποία μάλιστα είναι αξιοθαύμαστα σταθερή, σε επίπεδο μουλαρώματος.

Ακριβώς λόγω αυτών των μικρών ελαττωμάτων του καινούργιου τους Διευθυντή, Εκείνος ζούσε ένα καθημερινό τραγελαφικό δράμα:   Ηταν υπεύθυνος γιά όλα, μιά και δεν υπήρχε κανείς πιό έμπειρος στο τμήμα, αλλά δεν μπορούσε να αποφασίσει γιά τίποτα.
Συχνά πυκνά, το αφεντικό τον φώναζε στο γραφείο του, και άρχιζε τις φωνές.

– Τάκη, είναι απαράδεκτο αυτό που συνέβη! Ρεζίλι γίναμε! Και θα χάσουμε ένα σωρό λεφτά!

– Ναί κύριε Πρόεδρε, συμφωνώ, του το εξήγησα του κυρίου Αιμίλιου τί επρόκειτο να συμβεί.

– Ε, δεν θα κατάλαβε το παιδί, καινούργιος είναι, δεν την έχει μάθει ακόμα τη δουλειά!

– Του το εξήγησα 7 φορές κύριε Πρόεδρε!

– Τί δικαιολογίες είναι αυτές Τάκη; Γιατί δεν του το εξήγησες και 8η φορά;

– Πιστεύετε ότι θα καταλάβαινε;

– Με την 8η; Ναί, νομίζω ότι θα καταλάβαινε με την 8η!   -ήταν φανερό ότι του είχε μεγάλη εκτίμηση…

– Εγώ αμφιβάλλω…   -ήταν φανερό ότι δεν του είχε καμμία εκτίμηση…

– Τάκη, να μιλάς με περισσότερο σεβασμό γιά τον Διευθυντή σου! Ορίστε μας!

Ενώ Εκείνος ζούσε καθημερινά τα δύο του δράματα, το πρωινό στο γραφείο παλεύοντας με τεράστια κύματα στο φουρτουνιασμένο αρχιπέλαγος της βλακείας, και το βραδυνό στην σαλοτραπεζαρία βυθισμένος στην πυκνή ομίχλη των ατελείωτων σελίδων πυκνοτυπωμένων με την ψιλή την γραμματοσειρά αγγελιών, όλη η οικογένεια περίμενε…

Εκείνη, περίμενε κάθε μέρα τον ταχυδρόμο, μήπως φέρει καμμιά απαντητική επιστολή σε κάποιο από τα βιογραφικά που είχε στείλει Εκείνος. Ο ταχυδρόμος ερχόταν κάθε μέρα και χτυπούσε πάντα δύο φορές, όμως το μόνο που έφερνε ήταν λογαριασμοί.

Ο μπαμπάς του ο κύριος Αποστόλης περίμενε χαμπέρι από τον ξάδερφο, μήπως έγινε τίποτα με εκείνους τους βουλευτές, τον έναν από την Λάρισα, και τον άλλον από τα Τρίκαλα. Ομως το τηλέφωνο έμενε σιωπηλό, γιατί και ο ξάδερφος δεν είχε νεότερα από τον μπατζανάκη του, τον κουνιάδο της κουμπάρας του βουλευτή Α’, ούτε και από την ανηψιά του, την συννυφάδα της αδελφής του κουμπάρου του βουλευτή Β’.

Η μαμά του η κυρία Ανθούλα, περίμενε χαμπέρι από την Τήνο, όμως η Μεγαλόχαρη -Μεγάλη η Χάρη Της!- μάλλον ήταν πολύ απασχολημένη με τόσες αιτήσεις, και δεν είχε φθάσει ακόμη στον φάκελλο με τα εισερχόμενα από την Λάρισα.

Η Πίτσα περίμενε να μάθει άν έπιασαν οι κατάρες. Βαθειά απογοητευμένη που μετά σχεδόν δύο μήνες ήταν ακόμη όλοι μιά χαρά, έριξε μερικές συμπληρωματικές (κατάρες), και συνέχισε να περιμένει με την ελπίδα στην καρδιά.

Ο κύριος Γρηγόρης το μόνο που περίμενε, ήταν την Σβετλάνα κάθε βράδυ, να του ζεστάνει την ψυχή. Δεν περίμενε τίποτα άλλο…

Νύχτα ζοφώδης τε και ασέληνος, οίστρος απελπισίας πλανάται στο Μπραχάμι…

Ηταν περασμένα μεσάνυχτα, και είχε πιαστεί η πλάτη του καθισμένος από τις 9.00 στην άβολη καρέκλα της τραπεζαρίας. Πάνω στην ροτόντα ήταν απλωμένες οι εφημερίδες αγγελιών, δίπλα ένα μισογεμάτο τασάκι, το μπουκάλι με το ουίσκυ και ένα κόκκινο μαρκαδοράκι.
Χιλιάδες αγγελίες, τις ξεσκόνιζε μία-μία, κι όμως τίποτα. Τα μάτια του είχαν γίνει κόκκινα σαν το μαρκαδοράκι.

Είχε χρόνια να ψάξει γιά δουλειά, πολλά χρόνια. Δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι πέρασε τόσος καιρός…
Τώρα το καταλάβαινε, διαβάζοντας τις αγγελίες:   «…έως 28 ετών»,  «…έως 30 ετών»,    «…έως 32 ετών» -το πολύ.  Αρχιζε να βλέπει με τρόμο ότι το «38» είναι μιά πολύ προχωρημένη ηλικία. Δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό του κάτι τέτοιο.
Απελπιστία.  Και αυτή η απελπισία γινόταν χειρότερη κάθε φορά που πετύχαινε κάποιες λίγες αγγελίες με μεγαλύτερο όριο ηλικίας, γιατί εκεί δεν πληρούσε τα προσόντα.

Ξαφνικά θυμήθηκε κάτι που έκανε το στομάχι του να σφιχτεί:  Πρίν πολύ καιρό, του είχε κάνει εντύπωση που το παιδί που έφερνε τις πίτσες, δεν ήταν και πολύ παιδί… Στην ηλικία του ήταν, ίσως και μεγαλύτερος ο φουκαράς. Φαντάστηκε τον εαυτό του πάνω σε ένα παπί να τρέχει νύχτα μέσα στο κρύο και στη βροχή, και ανατρίχιασε. Εβαλε ένα δάχτυλο ουίσκυ ακόμη και άναψε κι άλλο τσιγάρο.

Καθώς γύριζε σελίδα, στην πόρτα εμφανίσθηκε Εκείνη, εκθαμβωτική ως συνήθως, και στην συγκεκριμένη περίπτωση λίγο περισσότερο, μιά και φορούσε εκείνα τα λεοπαρδαλέ εσώρουχα, σε μιά απελπισμένη προσπάθεια να τον κάνει να παρατήσει επιτέλους τις αγγελίες γιά σήμερα. Το έβλεπε πόσο αγχωμένος ήταν, δεν σήκωνε κεφάλι πιά. Το ίδιο αγχωμένη ήταν κι εκείνη, προσπαθούσε όμως να μη το δείχνει.

– Ελα γλυκέ μου, πέρασε η ώρα, πάμε να ξαπλώσουμε, αύριο πάλι με τις αγγελίες…

Εκείνος δεν της έδωσε καμμία σημασία. Κάπως σαν να αντίκρυζε ταλαίπωρη αναμαλλιασμένη παχουλή νοικοκυρά με κυτταρίτιδα, ρόμπα και στραβοπατημένες παντόφλες…

– Εχω άλλες 34 σελίδες αγάπη μου, θα έρθω αργότερα, ξάπλωσε εσύ…

Του έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι, και έφυγε απογοητευμένη με εκείνο το γνωστό λικνιστικό βάδισμα, ταλαντεύοντας προκλητικά τους εντυπωσιακούς γλουτούς της.

Τους αγνόησε. Ζούσε στον κόσμο του. Εναν οδυνηρό κόσμο…

Πώς θα περάσει αυτή η νύχτα ;;

Τί ώρα θα τελειώσει αυτές τις 34 σελίδες ;;

Μήπως ο από μηχανής Θεός βρίσκεται στην τελευταία σελίδα ;;


Η συνέχεια στο επόμενο

ΕΚΕΙΝΟΣ, ΕΚΕΙΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ GLS

Μία αισθηματική αυτοκινητική νουβέλα με φόντο το μαγευτικό Μπραχάμι.
Ενα διαμπερές τριάρι, ένα κυπαρισσί GLS, και δύο τραγικές φιγούρες.
Ο οδυνηρός κόσμος μιάς ψευδαίσθησης.
Μία αγωνιώδης πορεία προς την αυτοκαταστροφή...
smoking
Copyright © H.Constantinos
gilda1

Αρχείο

Driving and Shooting

Σελίδες