
Συνέχεια από το προηγούμενο…
Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε, κάπνισε και 5-6 τσιγάρα ακόμη γιατί είχε κίνηση στην Βουλιαγμένης, και τελικά αποφάσισε να τα αφήσει γιά αργότερα τα μαύρα μαντάτα.
Ομως δεν τα κατάφερε…
Ανεβαίνοντας με το ασανσέρ προσπάθησε να φορέσει το ωραίο το χαμόγελο, όμως δεν του βγήκε καλό. Κάπως πικραμένο έδειχνε, κάπως έμοιαζε με γκριμάτσα, Εκείνη το κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά…
- Τί έχεις γλυκέ μου…;
- Τίποτα, τίποτα, λίγο κουρασμένος είμαι…
Λίγο αργότερα, βλέποντάς τον στον καναπέ να ξεφυσσάει με το μπουκάλι το ουίσκυ δίπλα, το τσιγάρο στο χέρι, και την απελπισία στο πρόσωπο, βεβαιώθηκε…
Ηταν αποφασισμένη να μάθει.
- Οχι, θα μου πείς!
Εκείνος προσπάθησε πολύ, πάλεψε όσο μπορούσε, όμως ήταν μάταιο. Κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στην επιμονή μιάς γυναίκας… -αυτό πιά, το ξέρουν όλοι.
Τελικά της τα είπε όλα με το νί και με το σίγμα…

Θρήνος και οδυρμός στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι…
Ολο το υπόλοιπο βράδυ το πέρασαν αγκαλιασμένοι στον καναπέ συζητώντας -η τηλεόραση ήταν κλειστή, ίσως γιά πρώτη φορά στην ζωή τους.
Το ραδιόφωνο, συντονισμένο στον Picra FM, έπαιζε το soundtrack αυτής της φρικτής νύχτας.
Εκείνος ξεφυσσούσε καπνίζοντας ασταμάτητα, ενώ η στάθμη στο μπουκάλι με το ουίσκυ κατέβαινε αμείλικτα.
Εκείνη αναστέναζε πικραμένα, πίνοντας λικέρ πικραμύγδαλο.
Αρκετά μετά τα μεσάνυχτα, η ανταλλαγή απόψεων και αναστεναγμών έληξε χωρίς συμπέρασμα, και έπεσαν γιά ύπνο μέσα στην μαύρη στενοχώρια.
Εκείνος είδε όνειρο ότι ήλθε ο δικαστικός κλητήρας να κάνει κατάσχεση το κυπαρισσί GLS, γιατί είχε 6 μήνες να πληρώσει δόση.
Εκείνη είδε όνειρο ότι έσπασε το τακούνι της αριστερής γόβας, και δεν είχε να πληρώσει τον παπουτσή να το κολλήσει.
Την επομένη το πρωί, ενώ Εκείνος ανέβαινε τον Γολγοθά του στην ράμπα του parking της εταιρείας, Εκείνη άρχιζε να συνειδητοποιεί πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα. Δεν άντεχε, θα έσκαζε, έπρεπε κάπου να τα πεί.
Επλυνε στα γρήγορα τα φλυτζάνια και τα πιάτα, ντύθηκε, βάφτηκε, και…

Θρήνος και οδυρμός στα Σούρμενα…
Η Πίτσα ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Δεν άντεχε να βλέπει την κόρη της τόσο απελπισμένη, όμως έπρεπε να δείξει ψυχραιμία τούτη την δύσκολη ώρα, έπρεπε να την στηρίξει…
- Ααχχχ, κοριτσάκι μου, τί θα κάνουμε τώρα;;!! Αχ, εγώ που ετοιμαζόμουν να σε καμαρώσω κυρία Διευθυντού, και τώρα θα σε καμαρώσω κυρία Ανεργου! Αχ, τί θα κάνω τώρα η καψερή που πήγα και είπα σε όλες ότι ο γαμπρός μου έγινε Γενικός Διευθυντής Ανώνυμης Εταιρείας;;!! Ααχχχ, ν’ανοίξει η γή να με καταπιεί!! Αχ, θα πεθάνω!!
Ευτυχώς, συναισθανόμενη την σοβαρότητα της κατάστασης, δεν απήγγειλε ούτε μία φορά το γνωστό ρεφραίν: “Αχ, που δεν τον ήθελες τον κύριο Λάζαρο τον κρεοπώλη, τον προκομένο τον άνθρωπο, τον νοικοκύρη! Εσύ εκεί! Αυτόν τον άχρηστο! Αγύριστο κεφάλι, ίδια ο πατέρας σου!”…
Θέλησε μάλιστα να βοηθήσει κιόλας, και άρχισε να ρίχνει κατάρες στον Πρόεδρο, στον Αιμίλιο και στην εταιρεία γενικότερα. Τις πιό βαρειές τις έριξε στον Πρόεδρο, φυσικά…
- Και να ξέρεις, εμένα οι κατάρες μου πιάνουν! Θα δείς! Κακοχρονονάχουνε! -τσίριξε αποφασιστικά.
Και ενώ οι κατάρες είχαν ήδη πάει στους προορισμούς τους, τα άσχημα νέα, που ως γνωστόν ταξιδεύουν γρήγορα, δεν άργησαν να φθάσουν εκεί κοντά, λίγο νοτιοανατολικότερα…

Θρήνος και οδυρμός στην Τερψιθέα…
Ο καημένος ο κύριος Γρηγόρης ψυχομαράθηκε… Πριν μία εβδομάδα, καταχαρούμενος που ο ρόλος του ταμείου αρωγής τελείωσε τόσο γρήγορα, είχε αρχίσει να τα βλέπει όλα ρόδινα σε αυτήν την άπονη ζωή.
Αρχισε να ξανασκέφτεται την Mercedes την CLK που την είχε μεγάλο μεράκι, και τις νύχτες και τις πίστες και όλα. Μάλιστα, έβαλε κιόλας αγγελία την BMW να την πουλήσει, και έψαχνε ήδη στην αγορά γιά το επόμενο όχημα, το ωραίο, το χλιδάτο. Και μέσα στην μεγάλη του χαρά που η κόρη του έγινε κυρία Διευθυντού, έκλεισε και τραπεζάκι στην Αντζελα το Σάββατο, να το γιορτάσει με την Σβετλάνα.
Και ξαφνικά, όλα γκρεμίστηκαν…
Πήρε τηλέφωνο, και ακύρωσε το τραπέζι. Την αγγελία της BMW την άφησε. Με πόνο ψυχής σκέφτηκε ότι άν έμενε άνεργος γιά καιρό ο γαμπρός του, θα έπρεπε να την πουλήσει έτσι κι αλλιώς, και να μείνει να κυκλοφορεί με το Hyundai Atos της Σβετλάνας. Αυτό δεν θα το άντεχε…
- Σβετλάνα…! -φώναξε ξεψυχισμένα- Βάλε ένα ουισκάκι… Θα σκάσω…
Και ενώ η Σβετλάνα έβαζε σε έναν δίσκο το ποτήρι με το ουίσκυ, το μπωλάκι με τα αμυγδαλάκια, και το πιεσόμετρο -καλού-κακού-, ο απόηχος των λυγμών από τα Σούρμενα και το Μπραχάμι, διάβηκε κάμπους και βουνά, και έφθασε μέχρι την Θεσσαλία…

Θρήνος και οδυρμός στην Λάρισα…
Ο μπαμπάς του ο κύριος Αποστόλης, το αντιμετώπισε σχετικά ψύχραιμα. Πήρε το καραφάκι με εκείνο το ωραίο το τσίπουρο που του έφεραν από την Καρδίτσα, πήρε και ένα ποτηράκι, σωριάστηκε στην πολυθρόνα και άρχισε να ξεφυσσάει απελπισμένος.
Η μαμά του η κυρία Ανθούλα, έπαθε μία μικρή υστερική κρίση…
- Ααχχχ, λαχτάρα που με βρήκε!! Αχ, Αποστόλη, τί θα κάνουμε τώρα;;!! Τί θα κάνει το παιδί; Αχ, που δεν την ήθελε την Βαΐτσα που μας έκανε προξενειό η ξαδέρφη μου η Θωμαή! Αχ, που είχε 1600 στρέμματα προίκα η Βαΐτσα, και τρία διαμερίσματα, και σπίτι στον Αγιόκαμπο! Αχ, και είχε και μπάρμπα αντιδήμαρχο, και θα τον διόριζε στον Δήμο! Αυτός εκεί, την Σούλα! Ορίστε τώρα!
Αργησε κάπως να ηρεμήσει, όμως κατόπιν, ψύχραιμα πλέον, αποφάσισε να δράσει.
Εκανε τάμα στην Μεγαλόχαρη στην Τήνο, και μάλιστα να ανέβει στα γόνατα όλη την ανηφόρα από το λιμάνι μέχρι την Εκκλησία, ακριβώς όπως προστάζει η παράδοση εκεί. Και να ανάψει και μία λαμπάδα ίσα με το μπόϊ του, εννοείται.
- Ρε γυναίκα, αφού σε πονάνε τα γόνατα!
- Θα πάρω επιγονατίδες από αυτές που φοράνε οι μαρμαράδες και οι πλακάδες!
- Επιτρέπεται…;
- Ολες δένουν τα γόνατά τους με πατσαβούρια! Γιατί να απαγορεύονται οι επιγονατίδες; Ε; Κι έπειτα, μου είπε η κυρα Γιαννούλα απέναντι, που πήγε τον Αύγουστο, ότι έχουν στρώσει μοκέττα σε όλη την ανηφόρα!
- Μοκέττα…;;!!
- Ναί, ναί! Μία λωρίδα δεξιά στον δρόμο, μέχρι πάνω.
- Μα, στην Τήνο ρε γυναίκα; Είναι μακρυά! Καλά, δεν μπορούσες να το κάνεις το τάμα στην Παναγία την Κορώνα εδώ δίπλα στην Καρδίτσα;
- Αααα, Αποστόλη η Μεγαλόχαρη είναι Θαυματουργή! -Μεγάλη η Χάρη Της!
- Δηλαδή, η Παναγία η Κορώνα είναι παρακατιανή;
- Τί λές καλέ! Ορίστε, τον γυιό της κυρα Γιαννούλας τον διόρισε στην ΔΕΗ!
- Η Μεγαλόχαρη;
- Βέεεεβαια! -Μεγάλη η Χάρη Της!
- Εγώ άκουσα ότι τον διόρισε εκείνος ο βουλευτής από τα Τρίκαλα…
- Εσύ είσαι άπιστος!! -Παναγιά μου, συγχώρεσέ τον!!
Η συζήτηση διακόπηκε απότομα, γιατί κάτι της μύρισε της κυρίας Ανθούλας από την κουζίνα. Μάλλον είχε αρχίσει να καίγεται η πρασσόπιττα που είχε στον φούρνο…

Ο κύριος Αποστόλης, έβαλε λίγο τσίπουρο ακόμη και ξαναάρχισε να ξεφυσσάει,
βαθειά προβληματισμένος. Δυστυχώς, την σήμερον ημέραν, το μέσον είναι το άπαν -σκέφτηκε πολύ σοφά. Επρεπε να κάνει κάτι, να δράσει…
Μετά από λίγο, το αποφάσισε: Θα πήγαινε την επομένη, πρωί-πρωί κιόλας, να βρεί τον πρώτο του ξάδελφο, που είχε μπατζανάκη τον κουνιάδο της κουμπάρας εκείνου του βουλευτή, που όλοι έλεγαν στην Λάρισα ότι πάει γιά υπουργός.
Και δεν ήταν μόνο αυτό, ο πρώτος του ξάδελφος, είχε και μία ανηψιά από την γυναίκα του, που ήταν συννυφάδα με την αδελφή του κουμπάρου του άλλου του βουλευτή από τα Τρίκαλα, αυτουνού που διόρισε και τον γυιό της κυρα Γιαννούλας στην ΔΕΗ.
Θα βοηθούσε όμως ο ξάδελφος…; Αγχωμένος, έβαλε ακόμη λίγο τσίπουρο. Ξαφνικά θυμήθηκε ότι κάτι του μύριζε τόση ώρα.
- Τί έγινε γυναίκα, τί μυρίζει; Κάηκε η πρασσόπιττα; -φώναξε ξεψυχισμένα προς την κουζίνα.
- Αχχχχ… Μαύρισε η ψυχή μου…
- Τί; Μαύρισε; Γκαργκάνιασε; Τί θα φάμε τώρα;
- Οχι η πρασσόπιττα! Η ψυχή μου μαύρισε!
- Α… Καλά…
Λίγο αργότερα, ενώ ο μπαμπάς του και η μαμά του, μέσα στην μαύρη πίκρα, έτρωγαν ανόρεχτα την πρασσόπιττα που είχε μαυρίσει κάπως και πίκριζε, Εκείνος στην Αθήνα, μέσα στην μαύρη μελαγχολία…
…
Τί έκανε Εκείνος ;;
Πώς ήταν η πρώτη μέρα με τον καινούργιο του Διευθυντή ;;
Επιασαν οι κατάρες της Πίτσας ;;
…
Η συνέχεια στο επόμενο…




27 comments
Comments feed for this article
12/02/2008 στο 16:34
oneiromageiremata
Ο Γρηγόρης βυθιστηκε με δύναμη στην πολυθρόνα. Ήταν ένα ράκος. Τι νέα ήταν αυτά; Ένιωθε κιόλας την πίεσή του να ανεβαίνει. Έπρεπε να βρει τρόπο να χαλαρώσει αλλιώς θα χτύπαγε πάλι εικοσάρι μεγάλη, δωδεκάρι μικρή.
Μα πώς να ηρεμήσει; Πάνε τα όνειρά του για την Mercedes την CLK. Έπρεπε να σταματήσει και την αγγελία για την BMW.
Ωχ…η πίεσή μου…
Σβετλάνααααα…πιάσε καρδιά μου ένα ουισκάκι…βάλε και λίγα μυγδαλάκια σε παρακαλώ…Ανάλατα ε;
Ποια Μερσεντές και ποια BMW; Εδώ θα ήταν τυχερός σε λίγο έτσι και οδηγούσε το Ατος της Σβετλάνας όπως πήγαινε το πράγμα. Για να μην σκεφτεί και την άλλη λύση που ούτε στη Σβετλάνα είχε ομολογήσει ποτέ. Έτσι και έμενε άνεργος ο Τάκης, στο τέλος θα έπειθε τη Σβετλάνα να πουλήσει ακόμα και το Ατος της για να βοηθήσει τα παιδιά. Και τι θα οδηγούσε μετά; Ούτε να το σκέφτεται δεν ήθελε…
Κάποτε είχε πέσει στα χέρια του ένα Seat δεύτερο χέρι. Ένας τύπος που του χρώσταγε κάτι λεφτά (μωρέ μέχρι και της Μιχαλούς χρώσταγε) φαλίρισε. Αποτέλεσμα; Ο Γρηγόρης πληρώθηκε αντί οβολών με το …κατασχεμένο Seat. Ντρεπόταν ακόμα και να το πει. Όχι να το οδηγήσει. Που το είχε αφήσει αλήθεια το κατασχεμένο; Ούτε που θυμοταν!!! Ήταν τώρα αυτό αμάξι για να γυρίζει αυτός; μετά τη BMW? Απαπαπα..Είχε κι ένα όνομα στην πιάτσα…
Σβετλάναααααααααααα…πιάσε καλύτερα το μπουκάλι κορίτσι μου….
Μπαααα…τίποτα τίποτα. Εκείνο που σκεφτόταν ήταν ότι έπρεπε να πάρει το συμπέθερο τον Καρδιτσιώτη τηλέφωνο. Αυτός είχε έναν πρωτοξάδελφο, που είχε μπατζανάκη τον κουνιάδο της κουμπάρας εκείνου του βουλευτή, που όλοι έλεγαν στην Λάρισα ότι πάει γιά υπουργός. Ναι. Αυτό θα έκανε. Θα τον έπαιρνε τηλέφωνο, να του πει να πάρει τηλέφωνο όπου χρειαζοταν για να βοηθήσει τα παιδιά και έτσι και η κόρη του να γίνει πάλι ευτυχισμένη και να σταματήσουν οι αρωγές… Μπράβο…αυτό θα έκανε…
Σβετλάναααααααααααα….πιάσε τον τηλεφωνικό κατάλογο κούκλα μου!
12/02/2008 στο 18:42
oneiromageiremata
Btw, η 2η φωτό είναι all the money and keep the change…
12/02/2008 στο 19:38
OLGA
HAI
12/02/2008 στο 21:50
H.Constantinos
Αααα… Ωστε του κυρίου Γρηγόρη είναι εκείνο το παρατημένο το Seat εκεί, έ…; Αυτό που δεν του καλλάει αυτοκόλλητα ο Δήμος, γιατί έχει πινακίδες… Α, ώστε έτσι…
12/02/2008 στο 21:52
H.Constantinos
Oneiromageiremata, κι εμένα μου αρέσει αυτή η 2η… Ο φακός ήταν σχεδόν μέσα στην ιτιά την κλαίουσα…
12/02/2008 στο 21:53
H.Constantinos
Olga, Hai!! Γειά σου ξαδέλφη!!!
12/02/2008 στο 23:45
oneiromageiremata
Τι να κάνει ο κυρ-Αποστόλης….το σκεφτόταν και το ξανασκεφτόταν. Μία ώρα τον είχε ο συμπέθερος και του πιπίλαγε τ’ αυτιά.
-Πρέπει να πάρεις τηλέφωνο τον ξάδερφο σου…να τακτοποιήσουμε τα παιδιά…
Είχε δίκιο…άλλωστε κι αυτός το σκεφτόταν πριν του το πει ο συμπέθερος…
Για να δούμε τι θα βγει και μ’ αυτό το τηλεφώνημα…
(Παρακαλείσθε εκ της παραγωγής να διαβάσετε τους παρακάτω διαλόγους στις τοπικές διαλέκτους, ήτοι, λαρισαίικα και ζακυνθινά)
-Γειά σου ξάερφε
-Βρε Αποστόλη…τι κάνεις βρε ψυχή;
-Καλά είμι…Ισύ καλά; Η οικουγιένεια; Η θειά η Θανάσω;
-Δόξα το θεό, όλοι καλά. Για να με παίρνεις εσύ μετά από τόσο καιρό κάτι θέλεις…
-Ξιέρς, ήθηλα να σι ζητήξου μια χάρ’.
………
Για να μη σας τα πολυλογούμε, ο Αποστόλης του ζήτησε να μεσολαβήσει για τον Τάκη. Ο ξάδερφος είχε όλη την καλή διάθεση να τον βοηθήσει και έτσι τον παρέπεμψε στον κολλητό του μέλλοντα υπουργού και δεξί του χέρι που ήταν ζακυνθινός! Έτσι, ακολούθησε ο παρακάτω διάλογος που ακόμα αναρωτιόμαστε ποιος κατάλαβε τι…
Αποστόλης:-Καλημιέρα σας. Ο κύριους Διονύσ’ς;
Νιόνιος:- Ο ίδιοοοοοος. Ποίος είσαι εσύ ψυχή μου;
Α: Ξιέρτι, διέν μι γνουρίζιτι. Μου ιέδουσι του τηλιέφουνό σας για μια υπουόθισή ‘μ ου Γιάνν’ς.
Ν: Και τι σου πάει εσέ ο Γιάννης τζόγια μουυυυυ;
Α: Τι μι πάει;
Ν:Τι σχέση έχετε παει να πει.
Α: Αααα….Ξάδιρφουός μ’ είνι!
Ν: Ααααα μάλιστα! Και τι μπορώ να κάμω εγώ για σένανεεεεε;
Α. Ξιέρτι, ο γιός ‘μ αντιμιτουπίζ’ κάποια προυβλήματα μι τη δλειά τ’. Ο γιος ‘μ είνι μουρφουμιένους. Λουγιστής! Αλλά άτυχουος. Η ιτιρεία που δλιεύει θα κάνει πιρικουπιές κι θα είνι και ο γιος μ’ μιέσα σ’ αυτιές. Γι’ αυτουό ήθιλα αν μπουρείτι να μιλήσιτι γι’ αυτουόν στουν μιέλλουντα υπουργουό για να τ’ βρει κάποια δλειά.
Ν: Άκουσε ψυχή τσης ψυχής μου. Εδώ δεν είμαστε γραφείο ευρέσεως εργασίαααας.
Παρόλα αυτά, θα πω τσι παρόλες που μου ‘πες στον κύριο βουλευτή. Μα είναι αμπονόρα! Καλά-καλά, δεν έχει έρθει ακόμα στο γραφείο του. Μόλις έρθει, θα του τα μεταφέρω. Ε! Να πιει έναν καφέ πρώτα, μην του ΄ρθει βουρλισία με το που θα μπει. Ούλοι ξέρεις τονε ζητάνε! Ούλοι τονε βουρλίζουνε από αχάραγο εδωπά! Ούτε για την παντρεία του δεν προλαβαίνει να ετοιμαστεί! Ούλοι οι συφοριασμένοι μαζεύουνται έδεπα ε, και του γεμίζουνε το τσερβέλο με τα δικά τσους προβλήματα. Καμιά βολά, σκορσάρω μην πάει και κορπάρει! Το λοιπό…Τήραξε τσις δουλούλες σου εσύ και μείνε ήσυχος πως θα του πω τσι νοβιτές.
Α: Εεεε;
Ν:Α…και που ‘σαι; Να μη λησμονήσω. Μια και θα σου κάμω τη δουλειά σου ψυχή μου, κοίτα να στείλεις ένα ρεγάλο στο γραφείο του κ. βουλευτή έδεπα. Λίγο λάδι λαπάντε, ένα μαλαθούνι με ποτά, ένα ματζέτο τσαντσαμίνια, κάτι να να τον ευχαριστήσεις κουμπάρε μου. Άμα έστελνες και λίγη φρυτούραααααα, ωωωω, στον άγιο μας Διονύσιο ό,τι άλλο θες θα του ‘λεγα. Μα που να την έβρετε εσείς εκεί πάνω τη φρυτούραααα; Ααααχ…έφυγα απ’ τη Ζακυθούλα μου και μου λείπουνε ούλα τα καλούδια τση…Ας όψεται η γυναίκα μου που’ ναι ξενωτικιά και ήρθα να μείνω μαζί τσης στη πρωτεύουσα. Είναι και οι σεισμοί λιγότεροι εδώ…
Α:Εεεε…………
Ν:Το λοιπό…σε βούρλισα κι εσένα με τα δικά μου. Όπως είπαμε κουμπάρε μου έτσι;
Έτσι έγινε και έκλεισαν το τηλέφωνο οι δυο άντρες, ήσυχοι μεν, αφήνοντας ο ένας στον άλλον δε, την αμυδρή εντύπωση, ότι μιλούσαν κάποια άλλη γλώσσα…ότι κάτι δεν είχαν καταλάβει…Ο κ. Αποστόλης, για κάμποση ώρα, αναρωτιόταν αν ο κυρ Νιόνιος μιλούσε ελληνικά και τι είναι τα τσαντσαμίνια, ενώ ο σιορ Νιονιάκης ακόμα απορούσε σε ποιο πανεπιστήμιο γινόταν κανένας μουρφουμιένους λουγιστής!!!
13/02/2008 στο 13:34
H.Constantinos
- Ανθούλα! Ανθούλα! Ιέλα δουώ π’ σι θιέλου, τί φκιάν’ς ικεί;
- Τί θιέλ’ς Απουστόλ’; Ιέχου δλιά, κουόβου την κουλουκύθα, φκιάνου μπατζίνα!
- Τί είνι η “φρυτούρα” Ανθούλα; Ικείνους ου βουλιφτής, θιέλ’ να τ’ πάμι “φρυτούρα” γιά να διουρίσ’ του πιδί!
- Φρυτιέζα Απουστόλ’! Φρυτιέζα, ουόχι φρυτούρα! Φρυτιέζα είνι ικείνου που τγανίζου τσ’ πατάτις! Θιέλ’ να τ’ πάμι την φρυτιέζα; Να τ’ την πάμι Απουστόλ’ άμα είνι να διουρίσ’ του πιδί! Να πάμι κι στουν Κουτσόβουλου, να πάρουμι καμμιά δικαριά φρυτιέζες να τς πάμι, νάχει να τγανίζ’ ου άνθρουπους άμα είνι να διουρίσ’ του πιδί!
Απουστόλ’ να τ’ πείς γιά την Αγρουτική Τράπιζα, να μή κουράζιτι του πιδί! Και θα τ’ στείλου ιγουώ μιτά ουόχ’ διέκα φρυτιέζες μαναχά, θα τ’ στείλου κι’ έναν γκαζουντινικιέ ριτσέλια!
- Ουόχ’ φρυτιέζα Ανθούλα! Φρυτούρα είπι! Καλά άκ’σα!
- Διέν ξσσιέρου Απουστόλ’ τί είνι η φρυτούρα…
- Θιέλ’ να τ’ πάμι κι “τσαντσαμίνια”! Τ’ είν’ τα τσαντσαμίνια Ανθούλα;
- Τσαντσαμίνια; Διέν ξσσιέρου Απουστόλ’…
- Πριέπ’ να τρουώγουντι αυτά τα τσαντσαμίνια, γιά να τα θιέλ’ ου βουλιφτής θα τρουώγουντι…
- Διέν ξιέρου Απουστόλ’, άι, τήρα ικεί του λιξικουό…
13/02/2008 στο 15:32
oneiromageiremata
Καθώς έκλεινε το τηλέφωνο ο Νιόνιος ο Νιονιάκης, κοίταξε γυρω του. Το μάτι του έπεσε στο βάζο με τα τσαντσαμίνια (γιασεμιά) που ήταν έτοιμα να μαραθούν. Μακάρι ευτούνος ευτού ο χριστιανός να έστερνε λίγα τσαντσαμίνια. Του θύμιζαν την πατρίδα του, το αγαπημένο του Τζάντε. Ε και να είχε μια φρυτούρα τώρα αγορασμένη όξω από τον Άγιο. Φρεσκοτηγανισμένη, πασπαλισμένη με κανέλλα και ζάχαρη….Τι γλυκό Θεε μου! Κρίμα να μην κάνουνε και στην πρωτεύουσα. Έδεπα στα ρουθούνια του είχε φτάσει η μυρωδία τσης έτσι όπως τη σκέφτηκε. Ααααααααααααα το ωραίο του Τζάντε!!! Αααααχ το φιόρο του λεβάντε τ’ αποθύμησε…
Ε…έδεπα που τα λέμε, αν έστελνε και κανα καλύτερο ρεγάλο από τσαντσαμίνια εκειός εκεί, δεν θα τον εχάλαγε καθόλουυυυ. Ω μωρέ παιδία προβλήματα που ‘χει ο κόσμος…
Α….να και ο κύριος βουλευτής.
Καλή σου μέρα αφέντη μουυυυυ…Τι κάνει η φαμελιά σου; Ούλα καλάαααα;
13/02/2008 στο 20:24
Ηλιογράφος
Αυτό δεν το έχω ξαναδεί! να συνεχίζεται η ιστορία στα σχόλια!!!!! εδώ και δυο ημέρες βιώνω…..με αντιβίωση!
Τα ονειρομαγειρέματα μου θύμισαν τη ραλού…….
Συνέχισε Κωνσταντίνε!
13/02/2008 στο 23:20
oneiromageiremata
Δε φταίω εγώ Ηλιογράφε! Αυτός ο παραγωγός φταίει. Όλο το καλοκαίρι μ’ έφαγε. Όλο “χανεις” και “χάνεις”. Με έσκασε. Ηρθα κι εγώ, είδα τι παίζει και ειπα: “Α….όλα κι όλα. Αμα έρθω θα παίζω κι εγώ μπάλα στα σχόλια”. Η παραγωγή ήθελε, κι έτσι έγινε…Μακάρι να επανερχόταν η Ραλού. Θα γινοταν καλή φάση…
13/02/2008 στο 23:41
H.Constantinos
Ηλιογράφε, εκείνη την φοβερή εποχή με τις τεράστιες παράλληλες ιστορίες δεν πέρναγες από το Μπραχάμι!
Πραγματικά λείπει η Ραλού, καλά λες Oneiromageiremata…
13/02/2008 στο 23:47
H.Constantinos
Κυρ’ Νιουόνιου μ’ τσάκου τουν, τουν κύριουο Βουλιφτή τουώρα πούρθι, μή ξαναφύβγ’ κι τουν ψάχνουμι…
Κι μή ξιχάισς να τ’ πείς γιά την Αγρουοτική Τράπιζα…
18/02/2008 στο 19:47
OLGA
ΞΑΔΕΛΦΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΑΦΙΝΕΙΣ ΒΑΙΤΣΑ ΚΥΡ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΥΡ ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΚΑΙ ΟΛΗ ΤΗΝ ΚΟΜΠΑΝΙΑ ΣΕΥΠΝΩΣΗ ΤΟΣΕΣ ΜΕΡΕΣ …ΑΜΑΝ ΠΙΑ ..ΚΑΝΕ ΚΑΤΙ ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ ΑΛΛΟ ΜΑΣ ΕΒΑΛΕΣ ΚΑΛΑ ΚΑΛΑ ΣΤΗ ΛΟΥΜΒΑ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΧΑΙΡΕΤΕ….ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΠΟΧΗ…ΓΡΑΨΕ ΓΛΙΓΟΡΙΣ ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ…
19/02/2008 στο 01:24
H.Constantinos
Ξαδέλφη, η Βαΐτσα πάει, παντρεύτηκε, και την έκανε την τύχη του εκείνος εκεί, με τα 1600 στρέμματα προίκα που πήρε!
Τώρα, το επόμενο επεισόδιο δεν θα αργήσει, νά, αυτές τις μέρες περιμένω νέα από την Λάρισα! Αυτή η συννυφάδα της αδελφής του κουμπάρου του βουλευτή από τα Τρίκαλα, (ξέρεις, αυτουνού που διόρισε και τον γυιό της κυρα Γιαννούλας στη ΔΕΗ), τον έχει στο περίμενε τον κακομοίρη το κύριο Αποστόλη, και τον έχει σκάσει τον άνθρωπο, και με αυτό το άγχος θα την τελειώσει την νταμιτζάνα το τσίπουρο! Αλλά θα τον πάρω τηλέφωνο αυτές τις μέρες να δώ τί έγινε και θα σας πώ!
21/02/2008 στο 16:32
oneiromageiremata
Ντρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρρριν!
22/02/2008 στο 19:35
H.Constantinos
Ανθούλα! Του κουδούν’! Αϊ τήρα να ιδείς ποιουός είνι!
22/02/2008 στο 22:41
Ηλιογράφος
ιγώ ου ηλλιουγράφους ίμι! ταχία θα παμ΄σαπαν΄στου λόγκου, να μαζίεψουμι κουκόσσις, θα πάρου κε τι φτσέλα΄μ γιατί ίνι μακρύς ου δρόμους, αλλά θα φέρου κι ίσκα να ψήσ΄με καμία πατάκα στου τζάκ΄ όταν γυρίσου.
Του σκλι του κότσνα να προυσέχιτι γιατί δαγκών΄ του άτμου, πιτάγιτι σαν του λαίνα κι χράπ!
22/02/2008 στο 23:37
H.Constantinos
Αϊ, ουώρα καλή πιδί μ’, κ’έννοια σ’, του ζαγάρ’ θα του ξικιφαλιάσου μι τ’γκλίτσα!
25/02/2008 στο 11:50
OLGA
Γιατι νομιζα ,πιδουδιαμ, οτι στην Αθηνα μιλατε Ελληνικα,//*/*/*/*
25/02/2008 στο 14:46
H.Constantinos
Τζιγιέρι μ’, δεν είναι κακή ιδέα να μάθουν τα πιδούδια στο Μπραχάμι να μιλάνε και Θρακιώτικα!
25/02/2008 στο 15:32
oneiromageiremata
Ντρρρρρρρρρρρριν!
- Απουστόλ’, άϊ τήρα ποιουός είνι πάλε, διέν αδειάζου, ιέχου δλειά!
- Ουρίστι…
- Γειά σας. Η Αγγέλικα είμαι από τη Ζάκυθοοο… Εσείς είστε ο κυρ-Αποστόλης έ τζόγια μου; Με στέρνει ο ξάδερφός μου από τη Ζακυθούλα μας να σας φέρω ένα κανίσκι με πεσκέσια.
- Καλουώς την! Πιέρασε, πιέρασε! Καλουώς του, του κουρίτσ’!
- Καλώς σας βρήκα! Είχα κάτι δουλούλες εδώ στα μέρη σας και είπα να κάμω το θέλημα του ξαδέρφου μου. Δεν ημπόργια να του χαλάσω το χατήρι!
- Ανθούλα! Ανθούλα, ιέλα, ήρθι του κουρίτσ’ απ’ τ’ Ζάκυνθου!
- Ααααα…ναι και η κυρά-Ανθούλλλλα. Καλή σου μέρα κυρά μου! Την υγειά σου να ‘χειιιις!
- Καλουώς ουόρσες Αγγιέλ’κα μ’, ιέλα! -μάτς μούτς- Αϊ, γραμμιένη μ’ ιέφιρις φρυτούρα, χίλια χρουόνια να ζή’εισσς! Αϊ, να τ’ στείλουμι τ’ βουλιφτή, άϊ απ’ θιέλ’ φρυτούρα γιά να διουρίσ’ του πιδί ου άχρηστους!
- Ναίσκε ψυχή μου! Φρυτούρα από τα μέρη μας! Όξω από τον Άγιο μοσχοβολάει ο τόπος. Ούλοι τηγανίζουνε φρυτούρες ούλο το χρόνο! Δεν είναι δύσκολο να βρεις να σε χαρώ. Είχα κάτι δουλούλες στη Θεσσαλονίκη και σταμάτησα εδώ για να κάμω το θέλημα. Ε, άφησα τα φαμίλια πίσω βέβαια για λίγο, αλλά δεν πειράζει.
- Τί φκιάν’ ου άντρας σ’ Αγγιέλικα μ’; Γιρουός, δυνατουός; Τα πιδιά; Ουόλ’ καλά;
- Δόξα σοι ο Θέος κυρα-Ανθούλα μουυυυ! Ούλοι μια χαρά! Τα παιδοβόλια σκολειό, ο άντρας μου στη δουλειά… Τι να κάμεις κυρα-Ανθούλλλα; Ούλλλοι στο τρέξιμο.. Εσείς; Καλλλά; Τα παιδία; Τα συμπεθέρια, καλά;
- Ουόλ’ καλά είνι κουρίτσι μ’, ου συμπιέθιρους, μι’ έστειλαν χαμπιέρ’ ουότ’ παντρουλουγιέτι!
- Στεφανώνεται ο συμπέθερος; Στην ηλικία του; Αυτός θα γένει νόνος όπου να ‘ναι! Τι τσι θέλει τσι παντρείες; Εβουρλίστηκε τέλεια; Και ποίανε παίρνει; Με ποίανε στεφανώνεται;
- Μι μιά Ρουσσίδα δυουό μιέτρα αψηλιά! Αϊ, διέν ντριέπιτι στην ηλικία τ’… Καλά είνι ου συμπιέθιρους, κι η λύσσα η κακιά καλά είνι…
- Η λύσσα η κακιά;! Ποία είναι πάλι ευτούνη η λύσσα η κακιά;
- Η συμπιθιέρα κουρίτσι μ’, είν’ αυτή μία… Αϊ, άστσ’ς αυτοί τουώρα, θα κάιτσ’ς να φάμι! Ιέχου φκιάσ’ χουρτουόπτα! Μ’ήφιρι η ξαδιέρφη μ’ η Θωμαή λάπατα, καυκαλίθρις, τσουκνίδα κι βοϊδόγλωσσα!
- Τσουκνίδες; Καλέ; Τσι τρώτε έδεπα τσι τσουκνίδες; Σε μας τσι μαζεύουνε την Τσουκνοπέμπτη τα παιδοβόλια και τσουκνίζουνε τα χέρια των αλλωνώνε. Τι δουλειά έχουνε ψυχή μου οι τσουκνίδες στην χορτόπιτα; Θα τσουκνιστεί η γλωσσούλα μουυυυ!!!
- Ουόχ’ γραμμιένη μ’! Μή σκιάζισι! Διέν τσιμπάει η τσουκνίδα άμα ψ’θεί!
- Και τι άλλλλλλο είπες πως έβαλλλλλεεεες;;;;; Βοϊδόγλλλωσσα; Στον Αγιο μας Διονύσιοοοοο!!! Μωρέ είσαστε με τα καλλλλά σας; Θα μου ‘ρθει βουρλισίααα! Μα είναι δυνατόν να τρώτε τη γλλλλλλώσα του βοδιού;;;;
- Ουόχ’ γραμμιένη μ’! Μή σκιάζισι! Ουόχ’ γλώσσα βοδιού! Χουρτάρ’ είνι η βοϊδόγλωσσα!
- Μα είπα κι εγώ! Τέλεια παρμένοι είναι έδωπα ούλοι!!! Τσουκνίδες, βοϊδόγλωσσες… μα τον άγιο σκιάχτηκα! Και σιγά μην έτρωγα τζόγια μου…με το συμπάθειο κιόλα, αλλά ευτούνο ευτού το πράμα δε θα το έτρωγα, μα τσι χίλις πείνες να είχα, μα να ‘χα να φάω καμία εικοσαρια μέρες και βάλε!!! Με ψωμί και ελούλες θα βολευόμουνα…με κανα χοντρομενούδελο, με κάτι τέοιο…
Τώρα λοιπό που τα ξεκαθαρίσαμε, να κάτσω να φάω μαζί σας. Έχω μία διαλυμάραααα . Ούλη μέρα εταξίδευαααα! Τα πόδια μου δε με βαστούνε άλλο.
Άντε λοιπό! Καλή μας όρεξη!
25/02/2008 στο 16:32
h.constantinos
Απουόστασις Αγγιέλικα μ’, άϊ θα σ’ στρουώσου να ξαπλουώεισ’ς να ξαπουστάεισ’ς, θα σ’ φιέρου κι τη βιλιέντζα απ’ του γιούκου, κάν’ κρύου ιδουώ στ’ Λάρσα!
Γραμμιένη μ’ τ’είν’ του χουντρουμινούδιλου;
25/02/2008 στο 18:17
oneiromageiremata
Κυρα-Ανθούλα μου δεν ξέρεις τι είναι το χοντρομενούδελλλλλλο; Το μενουδέλι καλέεεε!!! Μα πως να σε κάμω να το καταλάβεις; Η χοντρομπίγουλη! Ουφ! Χοντρομενούδελλλλο, πάει να πει χοντρό μακαρόνι σούπα!!! Για ορέ παιδία να μην ξέρουνε το χοντρομενούδελο!!!
28/02/2008 στο 12:41
OLGA
ΘΡΗΝΟΣ ΚΑΙ ΟΔΥΡΜΟΣ ΘΑ ΣΕ ΠΙΑΣΕΙ ΚΑΙ ΣΕΝΑ ….ΑΚΟΜΗ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ….KOUNISOU ……
29/02/2008 στο 10:18
H.Constantinos
Olga, άργησε κάπως, έ…;
19/03/2008 στο 09:24
dodos
LOL LOL LOL !!!