
Συνέχεια από το προηγούμενο…
Αθήνα, Μπραχάμι, Μάρτιος 2002
Η ζωή κυλούσε αργά στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι…
Ταυτόχρονα, ήταν και αισθητά βελτιωμένη σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν.
Οι παροχές του ταμείου αρωγής συνεχιζόταν, και έτσι οι φίνες μυρωδιές από τις φακές και τα γυφτοφάσουλα που κυριαρχούσαν κάποτε στην κουζίνα του τριαριού, εναλλάσονταν πλέον με άλλες πιό έντονες: Σουτζουκάκια, παστίτσια, κεφτέδες, μπριζολίκια, μουσακάδες, και άλλα ωραία. Μέχρι και τσιπούρες ιχθυοτροφείου περιλαμβάνονταν στις έκτακτες ενισχύσεις, μερικές φορές.
Ομως, όλοι κάτι περίμεναν αυτούς τους τελευταίους μήνες…
Στην Λάρισα, ο κύριος Αποστόλης και η κυρία Ανθούλα, περίμεναν.
Στα Σούρμενα, η Πίτσα, περίμενε.
Στην Τερψιθέα, ο κύριος Γρηγόρης, περίμενε.
Περίμεναν όλοι την επίσημη ανακοίνωση από το γραφείο τύπου του διαμπερούς τρίφατσου τριαριού, περί της επερχόμενης έλευσης μωρού εντός εννεαμήνου.
Ευτυχώς, περίμεναν χαλαρά…
Και Εκείνος περίμενε, αλλά καθόλου χαλαρά…
Εδώ και μήνες, περίμενε αγωνιωδώς την συνταξιοδότηση του Διευθυντή του.
Γιατί μαζί θα ερχόταν και η δική του προαγωγή: Σε Διευθυντή…

Αυτή η αγωνιώδης αναμονή, έληξε ένα πανέμορφο ηλιόλουστο μεσημεράκι Δευτέρας, όταν ο Διευθυντής τους φώναξε όλους στο γραφείο του να τους αποχαιρετίσει.
Είχε ετοιμάσει και ένα συγκινητικό λογύδριο, κατασυγκινήθηκαν όλοι από το τμήμα, βούρκωσε και η γραμματέας του και της χάλασε η μάσκαρα, βούρκωσε και η καθαρίστρια και σκούπιζε τα δάκρυα με το ξεσκονόπανο, μόνο Εκείνος δεν βούρκωσε. Ηθελε να αρχίσει να χοροπηδάει φωνάζοντας “Γιούπυ! Γιούπυ!”, αλλά συγκρατήθηκε, μιά και δεν θα ταίριαζαν τα “Γιούπυ!” ούτε με το συγκινητικό λογύδριο, ούτε με τον πικρό πόνο του αποχαιρετισμού που ήταν διάχυτος στην ατμόσφαιρα.
Μετά από τις θερμές χειραψίες, Εκεινος επέστρεψε σχεδόν χοροπηδώντας στο γραφείο του, όπου τις επόμενες ώρες πρόσεξε ότι όλοι του συμπεριφέρονταν κάπως διαφορετικά. Κάπως σαν να ήταν διευθυντής… Ε, αυτό έλειπε, τόσα χρόνια στην εταιρεία, κανείς δεν την ήξερε τόσο καλά την δουλειά, ουσιαστικά αυτός το λειτουργούσε το τμήμα…
Μόλις είχε αρχίσει μιά άλλη αναμονή. Γλυκειά αναμονή αυτήν την φορά…
Κάποια στιγμή μέσα στην εβδομάδα, άντε την επόμενη το πολύ, μέχρι να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητές του ο συνταξιοδοτηθείς, θα τον φώναζε το αφεντικό στο γραφείο του, να του ανακοινώσει την προαγωγή.
Η εβδομάδα άρχισε πολύ ωραία. Και συνεχίστηκε πολύ ωραία, και πολύ κεφάτα. Μέχρι που κάποιος από τους συναδέλφους του, είχε αρχίσει να τον λέει “Κύριε Διευθυντά”, και Εκείνος καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι.
Η Σούλα είχε ενθουσιαστεί που θα αποκτούσε πλέον άλλη υπόσταση στους κοσμικούς κύκλους του Μπραχαμίου, η μαμά του η κυρία Ανθούλα καμάρωνε το καμάρι της, η Πίτσα ενθουσιάστηκε κι αυτή που επιτέλους η κόρη της θα γινόταν κυρία Διευθυντού, και ο κύριος Γρηγόρης καταχάρηκε που θα σταματούσε επιτέλους να παίζει ρόλο ταμείου αρωγής, και θα ξαναάρχιζε να σκέφτεται την Mercedes την CLK την Kompressor που την είχε ξεχάσει εδώ και καιρό, και μαζί τις πίστες, και το Chivas, και όλα.

Η χαρούμενη και κεφάτη αναμονή, έληξε την επόμενη Δευτέρα. Επιτέλους…
Κατά τις 2.00′ τον ειδοποίησαν ότι τον ήθελε το αφεντικό στο γραφείο του.
Η πιό σημαντική στιγμή της καρριέρας του είχε έλθει… Ενθουσιασμένος, έστρωσε το μαλλί, ίσιωσε την γραβάτα, κούμπωσε και το σακάκι, και ανέβηκε στον 5ο.
Η Βίκυ, η εντυπωσιακή γραμματέας του αφεντικού, πρώην μοντέλο ειδικευμένο στις διαφημίσεις εσωρούχων και νυχτικών, λιμάριζε τα νύχια της. Στην οθόνη του υπολογιστή της, μία ξεχασμένη πασιέντζα περίμενε υπομονετικά το τέλος του μανικιούρ.
- Αχ, γειά σας κύριε Τάκη, τί κάνετε, καλά; Περάστε, σας περιμένει. -είπε πεταρίζοντας τσαχπίνικα τις βλεφαρίδες της από συνήθεια.
- Βρέ, καλώς τον, καλώς τον! Κάθισε, κάθισε! -πολύ ευδιάθετος ήταν αυτή τη φορά.
Ηταν και κάποιος άλλος στο γραφείο του, και μετά τις απαραίτητες συστάσεις, διευκρίνισε:
- Τάκη, ο Αιμίλιος είναι ο γαμπρός μου, της κόρης μου της μεγάλης!
Μόλις η Βίκυ έφερε τους καφέδες, το αφεντικό μπήκε στο θέμα με έναν πολύ ωραίο πρόλογο, όπως αποδείχθηκε:
- Λοιπόν, που λές, Αιμίλιε, ο Τάκης είναι από τα πιό αξιόλογα στελέχη της εταιρείας μας! Εργατικός, ευσυνείδητος, έμπειρος, αφοσιωμένος, υπεύθυνος, τίμιος, αποδοτικός, αποτελεσματικός, αποφασιστικός, ψύχραιμος, συνετός, κλπ, κλπ, κλπ…
Ο Αιμίλιος άκουγε τον πεθερό του προσεκτικά, γνέφοντας καταφατικά, ενώ μασούσε ευγενικά και πολιτισμένα την τσίχλα του.
Εκείνος άκουγε σεμνά τον επαινετικό λίβελο, ρουφώντας διακριτικά τον espresso του, ενώ αισθανόταν απέραντη ικανοποίηση.
Επιτέλους, οι κόποι του ανταμειβόταν. Επιτέλους, κάποιος καταλάβαινε πόσο είχε προσπαθήσει τόσα χρόνια στην εταιρεία.
Τόση δουλειά, τόση κούραση, τόσα ξενύχτια, τόσοι καυγάδες με την Σούλα όσες φορές γύριζε σπίτι στις 11.00′, και μάλιστα χωρίς να πληρώνεται υπερωρίες, όλα αυτά τώρα αναγνωρίζονταν. Καιρός ήταν πιά…
Γιά πρώτη φορά αισθάνθηκε κάπως άδικος. Τον είχε παρεξηγήσει τον άνθρωπο… Μπορεί να γκρίνιαζε, να φώναζε, να μήν πλήρωνε καλά, αλλά ορίστε, τελικά εκτιμούσε, ναί, δεν ήταν αγνώμων. Τέλος πάντων, τέλος καλό, όλα καλά…

Κάποια στιγμή, το θέμα του μονόλογου άλλαξε ξαφνικά:
- Λοιπόν, που λές, Τάκη, ο Αιμίλιος… -έστριψε την πολυθρόνα να τον βλέπει καλύτερα, και έπιασε τις λαμπρές σπουδές του Αιμίλιου.
Ασχετο του φάνηκε, αλλά φαίνεται το αφεντικό καμάρωνε πολύ γιά τον γαμπρό του.
Τί να κάνει, άκουγε…
Τελικά, ήταν όντως λαμπρές οι σπουδές του Αιμίλιου: “Business Administration” σε κάποιο από αυτά τα εκατοντάδες κολλέγια της Αθήνας που σου δίνουν πτυχίο αυθεντικού Αγγλικού Πανεπιστημίου, αναγνωρισμένο από όλα τα Δημοτικά Συμβούλια!
Και δεν ήταν μόνο το αυθεντικό Αγγλικό χρυσοποίκιλτο πτυχίο σε πάπυρο 50×70 με τον θυρεό πάνω-πάνω, που ήταν και καλοτυπωμένο με την καλή την γραμματοσειρά την γοτθική, ο Αιμίλιος είχε κάνει και master στο marketing σε κάποιο Βρεττανικό Πανεπιστήμιο κάποιας κωμόπολης της Βόρειας Σκωτίας!
Και ενώ άκουγε προσεκτικά και με ενδιαφέρον προσπαθώντας να πνίξει ένα χασμουρητό, όπως τον έκοβε τον Αιμίλιο, μιά χαρά τον έβλεπε να ταιριάζει με την κόρη του αφεντικού, την μεγάλη, την ψωνισμένη:
Το μαλλάκι το καλοκουρεμένο που δεν ξέφευγε τρίχα, η φαβορίτα με το υποδεκάμετρο, το κουστουμάκι το Armani, το παπουτσάκι το Tod’s, το χρυσό το Rolex, η τσίχλα, το αντιπαθητικό ειρωνικό υφάκι, το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας, μιά χαρά, ωραίο βλακοζεύγαρο, μεγάλη επιτυχία το αφεντικό, μπράβο, την καλοπάντρεψε την κόρη του! -σκέφτηκε.
Μετά από λίγο, τέλειωσαν οι λαμπρές σπουδές του Αιμίλιου, στέγνωξε και ο στόμας του αφεντικού από τον ακατάσχετο μονόλογο, ήπιε και δυό γουλιές νερό γιά να μπορέσει να συνεχίσει, και άλλαξε θέμα: Επιασε την κατάσταση στην αγορά, το ευρώ, τις ισοτιμίες, την θέση της εταιρείας στην αγορά που δεν ήταν και η καλύτερη, τις προοπτικές, τις αναδιαρθρώσεις που χρειαζόταν, και τον άνεμο αισιοδοξίας που έπρεπε να αρχίσει να πνέει ενόψει των ανακατατάξεων μεταξύ των στελεχών που επρόκειτο να δώσουν ώθηση στις προσπάθειες της εταιρείας που είχαν στόχο την κορυφή μακροπρόθεσμα.
Εντάξει, μπήκε στο θέμα, αλλά αργεί… -σκέφτηκε Εκείνος πνίγοντας άλλο ένα χασμουρητό.

Σχεδόν αμέσως, μετά από άλλες δυό γουλιές νερό γιατί ξαναστέγνωξε ο στόμας του, μπήκε στο κυρίως θέμα, κάπως απότομα…:
- Λοιπόν, που λές, Τάκη, ο Αιμίλιος θα είναι ο καινούργιος σας Διευθυντής στο τμήμα.
Νόμισε ότι δεν άκουσε καλά. Ο εγκέφαλός του προσπάθησε να επεξεργασθεί ξανά την ηχητική πληροφορία, όμως το αποτέλεσμα ήταν πάλι το ίδιο.
Αισθάνθηκε μία σκοτοδίνη, ένοιωσε την μοκέττα να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Πρόλαβε να αφήσει το φλυτζανάκι στο γραφείο πρίν του πέσει κάτω. Ενα συνολικό μούδιασμα, μιά ζάλη, μιά αίσθηση ότι ο κόσμος όλος χάνεται, δεν ήταν καλά, ευτυχώς που δεν ήταν όρθιος.
Η βραχνή φωνή συνέχισε, αντηχώντας στα αυτιά του εφιαλτική:
- Και φυσικά, όπως αντιλαμβάνεσαι Τάκη μου, θα χρειασθεί κάποιος χρόνος γιά να μάθει την δουλειά ο Αιμίλιος. Και με την εμπειρία που έχεις, δεν υπάρχει κανείς πιό κατάλληλος να μεταδώσει όλη την απαραίτητη γνώση, κλπ, κλπ, κλπ…
Ηθελε να πει κάτι, όμως δεν μπορούσε…
Εκείνο το μούδιασμα είχε απλωθεί παντού.
Σιωπή απλώθηκε στο γραφείο.
Το μόνο που ακουγόταν ήταν το κλιτς-κλιτς από την τσίχλα του Αιμίλιου…
…
Θα πάθει εγκεφαλικό ;;
Θα πάθει έμφραγμα ;;
Θα παραιτηθεί ;;
…
Η συνέχεια στο επόμενο…




10 comments
Comments feed for this article
31/12/2007 στο 22:31
ηλιογράφος
υπάρχουν κακοτράχαλες διαδρομές σε χωματόδρομο που σε αναμείβουν με μια πολύ καλή θέα και άλλες που οδηγούν σε γκρεμό. ελπίζω ο ήρωας της νουβέλλας να βρεί ανταμοιβή για τους κόπους του
01/01/2008 στο 10:35
dodos
Τς, τς, τς… Κοίτα να δεις η άτιμη η ανθρώπινη φύση… Η δυστυχία ενός ανθρώπου, φτιάχνει την δική μου ημέρα- LOL!
Η φωτογραφία, από αυτές που μ’ αρέσουν πολύ, σύρματα και ουρανοί μαζί!
01/01/2008 στο 12:14
oneiromageiremata
Τώρα είναι που θα στραβώσει ο στόμας του και ουχί θα στεγνώσει! Βρε τι έπαθε ο άνθρωπος…
02/01/2008 στο 02:59
H.Constantinos
Ηλιογράφε, ακριβώς έτσι είναι με τους χωματόδρομους, μερικές φορές λές χαλάλι τόσες κοτρώνες, άξιζε το ταρακούνημα. Γιά να δούμε τί θα γίνει με τον πρωταγωνιστή…
Ντόντε, χαίρομαι ιδιαιτέρως, καμαρώνω ιδιαιτέρως, και ευχαριστώ θερμώς!
Oneiromageiremata, καλά, πώς δεν το σκέφτηκα αυτό να το βάλω από κάτω;; Μετά από το “Θα πάθει εγκεφαλικό ;;” “Θα στραβώσει ο στόμας του ;;” (Μάλλον πρέπει να το προσθέσω εκ των υστέρων…)
02/01/2008 στο 03:01
H.Constantinos
Ηλιογράφε, ακριβώς έτσι είναι με τους χωματόδρομους, μερικές φορές λές χαλάλι τόσες κοτρώνες, άξιζε το ταρακούνημα. Γιά να δούμε τί θα γίνει με τον πρωταγωνιστή…
Ντόντε, χαίρομαι ιδιαιτέρως, καμαρώνω ιδιαιτέρως, και ευχαριστώ θερμώς!
Oneiromageiremata, καλά, πώς δεν το σκέφτηκα αυτό να το βάλω από κάτω;; Μετά από το “Θα πάθει εγκεφαλικό ;;” “Θα στραβώσει ο στόμας του ;;” (Μάλλον πρέπει να το προσθέσω εκ των υστέρων…)
06/01/2008 στο 13:17
oneiromageiremata
Ο διευθυντής έκοβε βόλτες στο γραφείο του σκεφτικός. Σκεφτόταν την επικείμενη συνάντηση. Τι απογοήτευση θα έπαιρνε ο Τάκης, ο καλύτερός του υπάλληλος! Μα τι να έκανε;
Κοίταζε μία έξω από το παράθυρο και μια τον μελλοντικό γαμπρό του. “Για κοίτα νέο που μου κουβάλησε η κόρη μου…Για κοίτα πως μασάει την τσίχλα…Κοίτα ύφος! Κοίτα βλέμμα!…Μωρέ ας όψεται που η μεγάλη η κόρη μου η καραψωνάρα, με τις παραξενιές που έχει στο τέλος θα έμενε στο ράφι. Τι να κάνω εγώ τώρα ο πατέρας; Το μόνο που μπορώ να κάνω για να δέσω αυτό το γάμο είναι να κάνω αυτό τον αχαΐρευτο διευθυντή. Μ’αρέσει που έχει και πτυχία. Τι πτυχία ρε κακομοίρηηηηη; Από τον καναπέ τα πήρες τα πτυχία; Αχ… Ας όψεται…”
Το χαλί κόντευε να λιώσει κάτω από τα πόδια του από τα πέρα δώθε…
“Και τώρα; Πως το ξεφουρνίζουνε το νέο στον Τάκη; Το περίμενε πως και πως πως θα έπαιρνε τη θέση μου. Και έτσι θα ήταν και το σωστό. Και δε λυπάμαι μόνο τον Τάκη. Λυπάμαι κι εκείνο το ωραίο γκομενακι που ‘χει για γυναίκα! Πωωω….καλά…θεά μιλάμε! Θα τον φάει στη γκρίνια μετά…Τι θα του πω του ανθρώπου; Με τι δικαιολογία; Θα εκθειάσω τα προσόντα του Αιμιλιου. Μόνο αυτό μπορώ να κάνω. Προσόντα…Ο Θεός να τα κάνει…Όπου να’ ναι θα ανέβει…
τοκ τοκ….η πόρτα ανοίγει…
- Βρέ, καλώς τον, καλώς τον!
08/01/2008 στο 18:04
H.Constantinos
Oneiromageiremata, έχετε παρεισφρύσει με κάποιον τρόπο στο μυαλό του σεναριογράφου;
Κυρίες και κύριοι, ακριβώς αυτά είχαν προηγηθεί πρίν την μοιραία είσοδο του Τάκη στο γραφείο του αφεντικού… Ακριβώς αυτό είναι το μοιραίο δράμα ενός πατέρα…
08/01/2008 στο 18:29
oneiromageiremata
Είχα μόλις συνέρθει από πυρετό. Λες;
08/01/2008 στο 21:54
H.Constantinos
Μάλλον, δεν εξηγείται αλλιώς… Και γιά να υπάρχει τέτοιος απόλυτος συντονισμός με τον σεναριογράφο, πρέπει να ήταν πάνω από 40 ο πυρετός!
09/01/2008 στο 00:44
oneiromageiremata
Σιγά καλέ! Δεν πεθαίναμε κιόλας! Δεκατάκια είχαμε :-)