
Συνέχεια από το προηγούμενο…
Αθήνα, Σούρμενα, 26 Νοεμβρίου 2001
Ηταν ένα κρύο, υγρό βράδυ, και στο ρετιρέ με την ανεμπόδιστη θέα επικρατούσε παγετός. Το καλοριφέρ δεν είχε ανάψει ακόμα.
Ομως η Πίτσα δεν ένοιωθε το κρύο να την περονιάζει. Αναψοκοκκινισμένη από τις τσιρίδες, βρόντηξε απαλά το τηλέφωνο και μονολόγησε ικανοποιημένη:
- Νόμιζες ότι θα μου ξεφύγεις άχρηστε, Εεε; Αμ δεν με ξέρεις καλά εμένα! Σε χλωρό κλαρί δεν θα σε αφήσω! Αχαϊρευτε!
Λίγο νοτιοανατολικότερα, στο σαλόνι του νεόδμητου οροφοδιαμερίσματος της μικρής πολυκατοικίας στην Τερψιθέα, ο κύριος Γρηγόρης προσπαθούσε να συνέλθει από την σύγχιση.
Αναψοκοκκινισμένος και αυτός, σωριασμένος στον μπέζ καναπέ, παρακολουθούσε με αγωνία την οθονίτσα του ψηφιακού πιεσόμετρου. Επρεπε να πάρει χάπι…

Δεν πέρασαν ούτε 10 λεπτά, και ενώ έπαιρνε βαθειές εισπνοές, άκουσε το κλειδί να γυρίζει στην εξώπορτα: η Σβετλάνα είχε έλθει. Τον είδε ξαπλωμένο στον καναπέ, πρόσεξε το πιεσόμετρο δίπλα του, και μιά σκιά ανησυχίας απλώθηκε στα υπέροχα γαλανά μάτια της πίσω από την άψογη μάσκαρα.
- Γκριγκόρι, τί έπαθες; Αχ, να πάρω το 166!
- Οχι, όχι, καλά είμαι, πήρα χάπι!
- Καλέ, εσύ έχεις βραχνιάσει, κρυολόγησες! Αχ, πάω να σου φτιάξω τήλιο!
- Οχι, δεν κρυολόγησα, φώναζα και βράχνιασα…
- Πού φώναζες καλέ; Τί έγινε;
- Θα σου εξηγήσω, άσε να συνέλθω λίγο…
- Καλά, πάω να φτιάξω χαμομήλι που είναι και ηρεμιστικό.
Σε λίγο η Σβετλάνα επέστρεψε με μία φλυτζάνα χαμομήλι και με τις παντόφλες του.
- Τί έγινε καλέ; Ποιός σε σύγχισε γουρουνάκι μου;
- Ηταν Αυτή…
- Ποιά είναι “Αυτή”…;; -ρώτησε καχύποπτα η Σβετλάνα.
- Η Πίτσα… Η μάνα της κόρης μου…
- Τίιιι;;; Θα την ξεμαλλιάσω!!

Αφού την ηρέμησε, και ήπιε και μισή φλυτζάνα χαμομήλι, της περιέγραψε την κατάσταση λεπτομερώς. Της είπε γιά τις δυσκολίες, γιά το κυπαρισσί GLS, γιά τις δόσεις, τις φακές, τα γυφτοφάσουλα και την αιματηρή οικονομία που έκαναν τα παιδιά τούτους τους δύσκολους καιρούς. Και το παιδί, -μα, τί καλό παιδί έκανα!- ποτέ δεν ζήτησε τίποτα το καημένο. Αλλά αυτός έπρεπε να βοηθήσει κάπως, δεν γινόταν αλλιώς. Μή του πάθει και αβιταμίνωση από την πείνα… Ε, να αποκτήσει και κανα εγγονάκι κάποια στιγμή… Της είπε και γιά την Πίτσα, που άν συνέχιζε να του τηλεφωνεί, θα έπρεπε να ξεκινήσει καινούργια αγωγή γιά την πίεση.
Ευτυχώς η Σβετλάνα που είχε ήδη συμπαθήσει πολύ την Σούλα, ξεχείλιζε από κατανόηση:
- Γκριγκόρι, θα κάνεις οικονομία! Τέρμα το Chivas, τέρμα τα Dunhill, τέρμα και οι πίστες! Και να σου λείπει η Mercedes η CLK η Kompressor, που θέλεις να την κάνεις και AMG! Ωραία είναι η BMW! Που έχω μάθει και να την πηγαίνω μιά χαρά…
Αλλά, ο κύριος Γρηγόρης είχε ήδη αποφασίσει να μείνει με την BMW, και να περιορίσει τις νύχτες και τις πίστες…
Το συζήτησαν αρκετά το θέμα, μέχρι που η Σβετλάνα πήγε στην κουζίνα γιά το βραδυνό.
Και όσο εκείνη ετοίμαζε πιροσκί με κιμά και ρωσσική σαλάτα, ο κύριος Γρηγόρης σωριασμένος και προβληματισμένος στον καναπέ, σκεφτόταν…

Δεν είχε συνειδητοποιήσει την σοβαρότητα της κατάστασης. Νόμιζε ότι είναι υπερβολές της Πίτσας. Καλά του είχε φανεί ότι είχαν ψιλοαδυνατίσει τα παιδιά, ειδικά ο Τάκης, αλλά νόμισε ότι έκαναν δίαιτα.
Μα, ήταν δυνατόν να τρώνε μόνο φακές και γυφτοφάσουλα;
Μα, ήταν δυνατόν να μην έχει ρούχο να βάλει το παιδί;
Η κόρη η δικιά του, που την είχε πριγκήπισσα όσα χρόνια ανεχόταν την Πίτσα γιά το χατήρι της, να είναι με περσινά παλιόρουχα;
Η κόρη του Γρηγόρη με τ’όνομα, του κιμπάρη και του καραμπουζουκλή, που είχαν να λένε σε όλη την Τερψιθέα, να κυκλοφορεί με τις περσινές γόβες;
Η κόρη του Γρηγόρη του χουβαρντά, που είχαν να λένε όλες οι λουλουδούδες της Αθήνας τί ανοιχτοχέρης ήτανε; Τί θα έλεγε ο κόσμος;
Επρεπε να βάλει το χέρι στην τσέπη…

Τέσσερις ημέρες αργότερα, νωρίς το απόγευμα της Παρασκευής, η ατμόσφαιρα στην σαλοτραπεζαρία του διαμπερούς τρίφατσου τριαριού στο Μπραχάμι ήταν πολύ ευχάριστη. Η πιατελίτσα με τα κουλουράκια είχε αδειάσει, τα φλυτζάνια του καφέ είχαν στεγνώσει, και το ακατάσχετο κουβεντολόϊ είχε κοπάσει.
- Αχ, ναί, να πηγαίνουμε Σβετλάνα μου, όπου νάναι ανοίγουν τα μαγαζιά. Α, να ειδοποιήσω τον Τάκη ότι θα λείπω!
…
- Ελα γλυκέ μου, τί ώρα θα έλθεις; … Α, θα αργήσεις; … Α, καλά, κι εγώ θα λείπω. Είναι εδώ η Σβετλάνα και θα βγούμε, θα πάω μαζί της στα μαγαζιά!
- Πώς;! Με την BMW του μπαμπά σου θα πάτε;; Ωχ, αμάν! Να βάλεις ζώνη!

Είχε πάει 9.00 ενώ χάζευε εδώ και ώρα στην τηλεόραση περιμένοντας την να γυρίσει, όταν άκουσε το κλειδί στην εξώπορτα. Σηκώθηκε χαμογελαστός, και έμεινε έκπληκτος βλέποντάς την φορτωμένη με ένα σωρό πολύχρωμες χάρτινες σακκούλες…
Εκείνη, του χαμογέλασε με ένα τεράστιο, ευτυχισμένο χαμόγελο.
Εκείνος, προσπαθούσε να μετρήσει πόσες ήταν οι σακκούλες, αλλά έχανε τον λογαριασμό.
- Τί… Τί είναι όλα αυτά αγάπη μου…;
- Ρούχα και παπούτσια! -του απάντησε λάμποντας από χαρά.
Αισθάνθηκε μία σκοτοδίνη, ακούμπησε στον τοίχο, και τελικά κατάφερε να ρωτήσει βραχνά:
- Εεε, εεε, πή… πή… πήρες την πιστωτική κά… κά… κάρτα…;
- Οχι καλέ! Μου τα πήρε όλα ο μπαμπάς!
Ξεφύσηξε με ανακούφιση, αλλά η σκοτοδίνη άργησε λίγο να περάσει… Εκείνη τον αγκάλιασε, τον φίλησε, και είπε χαρούμενα:
- Αχ, ψώνισα υπέροχα πράγματα! Θα ενθουσιασθείς! Αλλά θα σου τα δείξω μετά. Τώρα θα ετοιμάσω να φάμε. Εκπληξη! Ακου: Γιά ορεκτικά σου έχω παστουρμά, σαλάμι Θάσου και χωριάτικα λουκάνικα με πράσσο! Γιά φαγητό, θα ψήσω μοσχαρίσιες μπριζόλες! Τα έφερε όλα η Σβετλάνα το μεσημέρι, τα στείλανε λέει του μπαμπά, και ήταν πολλά, και μας έστειλε κι εμάς!
Και λέγοντας αυτά, κατευθύνθηκε προς την κουζίνα με το γνωστό λικνιστικό της βάδισμα, αφήνοντάς τον έκπληκτο στο χώλ να κοιτάζει πότε τον σωρό με τις σακκούλες και πότε την πόρτα της κουζίνας…

Το δείπνο ήταν υπέροχο… Ο παστουρμάς ήταν όσο πικάντικος έπρεπε, το σαλάμι Θάσου όσο λιπαρό χρειαζόταν όποιος έχει έλλειψη χοληστερίνης, τα λουκάνικα με το πράσσο σκόρπισαν το απαλό αρωμά τους μέχρι την Βουλιαγμένη και την Καστέλλα, και οι μοσχαρίσιες μπριζόλες ήταν τόσο τρυφερές, που μπορούσαν να κοπούν ακόμη και με ένα ατρόχιστο δισκοπρίονο.
- Χόρτασες γλυκέ μου;
- Αααα… Ναί… Μπερεκέτι, μπερεκέτι…! -είπε, και έγειρε πίσω ανάβοντας ένα τσιγάρο.
- Αχ, πρέπει να σου δείξω τί πήρα! Αλλά, είναι πολλά και θα μας πάρει το πρωί…
Α, πάω να φορέσω ένα σετ που θα σε ενθουσιάσει! Αχ, θα ξετρελλαθείς!
Μετά από λίγο, καθισμένος στον ασπριδερό σατέν καναπέ, αισθανόταν να του έχει φύγει ένα τεράστιο άγχος. Πλησίαζαν σιγά σιγά οι γιορτές, και το περίμενε μέρα με τη μέρα να του πεί ότι θέλει καινούργια ρούχα… Πώς τη γλύτωσε έτσι απρόσμενα; Τί ανέλπιστη τύχη ήταν αυτή;

Στο μεταξύ, Εκείνη αργούσε. Καλά, πόση ώρα ήθελε να φορέσει ένα φόρεμα…;
Ακουσε όμως αμέσως τακούνια να κροταλίζουν στον διάδρομο.
Γύρισε να κοιτάξει, και έμεινε εμβρόντητος…
Ηταν ακουμπισμένη στην πόρτα, σε μία πόζα που θύμιζε εξώφυλλο της Vogue.
Πρόσεξε πρώτα στις ψηλοτάκουνες λουστρινένιες μπότες που έφθαναν μέχρι το γόνατο, και το δικτυωτό καλσόν που κάλυπτε σχεδόν το σύνολο των ούτως ή άλλως εντυπωσιακών μηρών της.
Το λεοπαρδαλέ μίνι που φορούσε από εκεί και πάνω, δεν έκρυβε σχεδόν τίποτα…
Η μαύρη λουστρινέ ζώνη με την μεγάλη χρυσή εγκράφα, τόνιζε την λεπτή μέση της, και η λεοπαρδαλέ απόλυτα εφαρμοστή μπλούζα με το τεράστιο ντεκολτέ έκλεινε το σύνολο τέλεια, ισορροπώντας θαυμάσια ανάμεσα στην αρμονία και την πρόκληση. Φυσικά, δεν φορούσε σουτιέν, δεν χρειαζόταν άλλωστε.
- Ωχ…!
Εκείνη έκανε μερικά χαριτωμένα βήματα, και μία στροφή…
- Αχ, γλυκέ μου το ήξερα ότι θα ενθουσιασθείς! Δεν είναι υπέροχο σετ; Το πήρα και σε τιγρέ! Πήγαμε σε καταπληκτικά μαγαζιά, αχ, δεν ήξερα τί να πάρω, ήταν όλα τέλεια! Ευτυχώς με βοήθησε η Σβετλάνα να διαλέξω!
- Η Σβετλάνα τα διάλεξε αυτά;! Επρεπε να το φαντασθώ!
Ξαφνικά ξύπνησε μέσα του η συντηρητική ανατροφή του. Ωραία όλα αυτά, αλλά όχι να τα φοράει και η γυναίκα μας…
- Δεν φαντάζομαι να βγείς έξω έτσι;;!!
- Ελα τώρα γλυκέ μου, μή γίνεσαι συντηρητικός…
Εκανε μερικές στροφές ακόμη γελαστή και απόλυτα ικανοποιημένη με την εμφάνισή της, τον πλησίασε, του έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι, και απομακρύνθηκε με το γνωστό λικνιστικό βάδισμά της, ταλαντεύοντας τους εντυπωσιακούς γλουτούς της πίσω από το λεοπαρδαλέ μίνι…
Φθάνοντας στην στροφή του διαδρόμου γύρισε χαριτωμένα, και του είπε τσαχπίνικα:
- Πήρα και εσώρουχα…
Εκείνος είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα…

Μετά από λίγο, την άκουσε να τον φωνάζει…
- Τάκη; Ελα μέσα να δείς κάτι γλυκέ μου…
Πήγε μέσα, και ανοίγοντας την πόρτα έμεινε εμβρόντητος γιά άλλη μία φορά εκείνο το βράδυ…
Ηταν ακουμπισμένη στην πολυθρόνα σε μία πόζα που θύμιζε εξώφυλλο του Playboy αυτή τη φορά.
Είχε αντικαταστήσει τις μαύρες λουστρινένιες μπότες με μαύρες σουέτ 12ποντες γόβες, και το δικτυωτό καλσόν με μαύρες κάλτσες με ραφή που κατέληγαν σε ζαρτιέρες. Το σύνολο συμπλήρωναν το μαύρο μικροσκοπικό στρίνγκ, και το διαφανές μαύρο σουτιέν…
Εμεινε και πάλι με ανοιχτό το στόμα, που όμως γύρισε προς χαμόγελο σχεδόν αμέσως. Η συντηρητική ανατροφή του δεν κατάφερε να ξυπνήσει αυτή τη φορά…
Την πλησίασε, και τον τύλιξε αμέσως ένα αρωματισμένο σύννεφο.
- Αχ, πήρα και καινούργιο άρωμα! Σου αρέσει γλυκέ μου…;
- Ναι…
…
Θα ξυπνήσει ξανά η συντηρητική ανατροφή του ;;
Θα της επιτρέψει να κυκλοφορεί στο Μπραχάμι με λεοπαρδαλέ μίνι ;;
Θα συνεχισθούν οι παροχές του ταμείου αρωγής ;;
Θα καθιερωθεί η παροχή έκτακτης ενίσχυσης ;;
Τί θα γίνει με το εφάπαξ ;;
…
Η συνέχεια στο επόμενο…




12 comments
Comments feed for this article
22/11/2007 στο 17:28
dodos
“… you can leave your hat on…” ;-)
22/11/2007 στο 18:07
H.Constantinos
“…dress, yes, yes, yes…”
22/11/2007 στο 22:50
dodos
Καημένε Τάκη, ήθελες ξανθιά σύζυγο και ζουμερά κοψίδια…
Να δω πώς θα ξεκολλήσεις τώρα από το πατωμα (φωτ. 4, άνωθεν). ;-)
22/11/2007 στο 23:35
H.Constantinos
Τί να κάνομεν…; Μιά γυναίκα σαν την Σούλα, ή σαν την Jean Harlow άνετα σε κάνει χαλί…
23/11/2007 στο 10:16
Ηλιογράφος
Μια Σβετλάνα είναι η καλύτερη μέθοδος για την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας!
Όλοι έχουμε ανάγκη από αυτές τις παραστάσεις……όχι μόνο πεταλουδίτσες, ηλιοβασιλέματα, λουλουδάκια και ζουζουνάκια. Πως να το κάνουμε :)
Έγραψες!
24/11/2007 στο 02:42
H.Constantinos
Ηλιογράφε, ευχαριστώ!
Ακριβώς έτσι είναι. Ε, άς περνάμε και κάποια μηνύματα προς τα εκεί που πρέπει…
26/11/2007 στο 00:13
ralou
Η Σούλα με το πρόσωπο να λάμπει από ευτυχία, βγαίνει από την μπουτίκ αλαμπρατσέτα με την Σβετλάνα.
Μόλο που η διαφορά ηλικίας τους ήταν εμφανής ήταν και οι δύο χαρά θεού να τις βλέπεις να περπατάνε με τα χέρια γεμάτα γυαλιστερές τσάντες γεμάτες ολοκαίνουρια ρούχα και παπούτσια.
Δέκα μέτρα από την είσοδο του μαγαζιού, η Σβετλάνα κάτι λέει στην Σούλα και γυρίζει τρέχοντας στο μαγαζί που μόλις είχαν ψωνίσει. Κατευθύνεται στο ταμείο, μιλάει με τον ιδιοκτήτη που της χαμογελάει σαν να την ξέρει πολύ καλά, παίρνει τα χαρτονομίσματα που της δίνει και τα μετράει βιαστικά.
Μετά βγαίνει πάλι τρέχοντας και ξαναβρίσκει την Σούλα που την περιμένει στο πεζοδρόμια.
«Ουφ! Ευτυχώς το βρήκα το πορτοφόλι μου!»
Η Σβετλάνα ήταν τόσο καλό κορίτσι!
Κορίτσι… Χμ… καλά, λέμε τώρα!
Τέλος πάντων, ήταν ένα καλό κορίτσι.
Η ζωή της εύκολη δεν υπήρξε ποτέ. Από μικρή σε καταστάσεις δύσκολες πάλεψε να καταφέρει ότι καλύτερο μπορούσε για την ίδια και την οικογένεια.
Και τώρα τελευταία να που βρέθηκε στην Ελλάδα με αυτόν τον τύπο τον Γρηγόρη και παράπονο δεν είχε.
Ο τύπος ήταν μεγαλούτσικος αλλά έτσι κι αλλιώς και η ίδια δεν ήταν πια στην πρώτη νιότη!
Ήταν ωστόσο καλός και κιμπάρης και ήξερε αυτή τα κόλπα να τον κάνει να νοιώθει πασάς στα Γιάννενα άμα ήθελε.
Κάτι οι γόβες και τα μίνι, κάτι τα τίλια και οι παντόφλες, τι θέλει ο γεροντομπασμένος άντρας από την ζωή του πολύ περισσότερο που είχε κακοπάθει μ αυτή την στρίγκλα την Πίτσα που του έψησε το ψάρι στα χείλια πριν την ξαποστείλει.
Βέβαια η Σβετλάνα δεν ξεχνάει ποτέ ότι πίσω στην πατρίδα έχει αφήσει την κόρη της και τα εγκόνια της και μια φορά τον μήνα έστελνε λεφτά ανελλιπώς. Δεν τα έστελνε με την τράπεζα ή το ταχυδρομείο. Τα έκρυβε μέσα σε φτηνά ρούχα αγορασμένα από την Ομόνοια και τυλιγμένα σε καφέ χαρτί τα εμπιστευόταν σε συμπατριώτες που πηγαινοέρχονταν στην πατρίδα με τα πούλμαν που είχαν μεταφέρει την προηγούμενη φουρνιά λαθρομεταναστών.
Όταν είχα πρωτοέλθει στην Ελλάδα πριν λίγα χρόνια, κάτι η δουλειά στο μπάρ –εκεί γνώρισε και τον Γρηγόρη- κάτι μια δουλειά καθαρίστριας που είχε βρει, τα κατάφερνε και έστελνε αρκετά ευρώ κάθε μήνα. Αλλά από τότε που εμπλεξε με τον Γρηγόρη και έμεινε στο σπίτι του τα πράγματα άλλαξαν.
Της πρόφερε ένα σωρό πράγματα αλλά τα μετρητά που έπεφταν στα χέρια της ήταν μετρημένα. Δυσκολευόταν όλο και πιο πλύ να μαζέξει ένα καλό ποσό να στείλει. Δεν έριχνε βέβαια τα μούτρα της να του ζητήσει ευθέως!
Ωστόσο η Σβετλάνα είχε κανονίσει βολικά μια ελαφριά –έως λιγότερο ελαφριά- υπερτιμολόγηση για τα πράγματα που αγόραζε και φρόντιζε να τσεπωνει την διαφορά και έτσι μ’ αυτό τον τρόπο ο Γρηγόρης συνείσφερε ερήμην του στην οικονομική ανακούφιση της ταλαιπωρήμένης οικογένειας της.
Η Σούλα από την άλλη πλευρά, με την διάθεση της να έχει ανέβει στα ύψη από το shopping therapy, ούτε που κατάλαβε τίποτα.
Στο μυαλό της είχε το λεοπαρδαλέ μίνι και το δικτυωτό καλσόν και σκεφτόταν ηδονικά τι θα έλεγε ο Τάκης μόλις την έβλεπε μ αυτά. Και μετά με τις σουέτ γόβες και τις κάλτσες με την ραφή.
Αχ καλέ μου μπαπμά! σκέφτηκε.
Τι θυσίες κάνεις για το παιδί σου!
Αλλά και εγώ… Τωρα να δεις πως θα στον κάνω τον εγγονό.
Ειναι και αφροδισιακός ο παστρουμάς… ουουου! Στο πιτς φυτίλι θα στον κάνω!
— Ελα αγάπη μου!
— Προσπαθώ, δεν βλέπεις;
— Αλλά είναι δύσκολο. Πολύ δύσκολο…
26/11/2007 στο 01:28
oneiromageiremata
Η πόρτα του πολυκαταστήματος ανοίγει αυτομάτως διάπλατα και η ματιά μου πέφτει στο ζευγάρι που μπαίνει. Οπα! Αυτή δεν είναι η απέναντι που μένει στο τρίφατσο τριάρι; Για δες! Κι αυτη δίπλα της; Ποιά είναι; Για μάνα της δε μοιάζει; Μάλλον για αλλοδαπή μοιάζει! Ας κάνω πως ψωνίζω να δω τι παίζει.
………………….
Μωρε το ένα σέξυ ρούχο μετά το άλλο παίρνουνε. Βρε μπας και δουλεύουνε σε κανένα μπαράκι; Μπας και έχουν κανα γκόμενο; Ααα όχι χρυση μου…τέτοια ρούχα (έστω εσώρουχα) για το σύζυγο δεν παίρνεις…
Για δες! Η μεγαλύτερη τη συμβουλεύει κιόλας.
“Σούλα, αυτο πάρεις εσύ. Τάκης θα αρέσει…” της λέει με ξενική προφορά και της δείχνει ένα μαύρο μικροσκοπικό στρινγκ, σετάκι με ζαρτιέρες και σουτιέν. Η Σούλα κοκκινίζει σκεπτόμενη την έκθαμβη ματιά του Τάκης και το πάει στο ταμείο.
Τώρα ποιος να είνα ο Τάκης; Ο άντρς της; Αυτός που βλέπει από απέναντι; Ή κανένας άλλος;
Σαν πολλά δεν ψωνίζει αυτή; Τόσες μέρες που τους βλέπω από απέναντι, καλά καλά ούτε το κυπαρισσί GLS δεν κουνανε. Να μη σχολιάσω δε τις τσάντες από το σούπερ μάρκετ που μονίμως είναι τίγκα στα οσπρια και μόνο!
Μωρέ το μαγαζί ολόκληρο σηκώσανε. Ωπ! Η μικρή ψωνίζει, η μεγάλη πληρώνει; Τι στο καλό γίνεται εδώ; Καλέ!!! Αυτής της έπεσε το πορτοφόλι!!! Ωχ! Να πάω να τη φωνάξω; Κρίμα είναι! Όπως και να ‘χει γειτόνισσα είναι η μικρη. Μπορεί να μη γνωριζόμαστε αλλά ντροπή είναι. Από μέρα σε μέρα θα πέσουμε μούτρα με μούτρα! Α όχι! Θα πάω να το πώ στον ιδιοκτήτη ότι της έπεσε το πορτοφόλι.
Συγγνώμη….κύριεεε….
26/11/2007 στο 16:32
H.Constantinos
Α, ώστε τα έσοδα από τις υπερτιμολογήσεις μπαίνουν σε πακέτα με ρούχα και με καφέ περιτύλιγμα! Και πάνε στο Βλαδυβοστόκ!
Α, ρε κύριε Γρηγόρη μου, θά’χουν να λένε και στο Βλαδυβοστόκ τί ανοιχτοχέρης είσαι!
26/11/2007 στο 16:35
H.Constantinos
Μα, πουθενά δεν μπορείς να πάς την σήμερον ημέραν;;!!
Παντού βρίσκεται το άγρυπνο μάτι της γειτόνισσας;;!!
Α, ρε Τάκη, θα μάθει όλο το Μπραχάμι τί εσώρουχα φοράει η Σούλα!!
26/11/2007 στο 16:37
oneiromageiremata
Σας παρακαλώ…με προσβάλετε. Επειδή έχουμε τα ματάκια μας ανοιχτά δε σημαίνει ότι αναμεταδίδουμε κιόλας. Οι καλές πληροφορίες είναι αυτές που τις κρατάς για πάρτη σου…;-)
27/11/2007 στο 01:01
dodos
Ὤχ- “ρόμπα” ὁ Τάκης…