
Συνέχεια από το προηγούμενο…
Αθήνα, Μπραχάμι, Νοέμβριος 2001
Ηταν ένα ηλιόλουστο, αλλά σχετικά κρύο πρωινό του Νοέμβρη, και στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι επικρατούσε ψόφος: εδώ και μία ώρα Εκείνη είχε ανοίξει τις μπαλκονόπορτες γιά να αερίσει.
Κι όμως, δεν αισθανόταν το κρύο να την περονιάζει: εδώ και 20 λεπτά περιδιάβαινε την σαλοτραπεζαρία με την ηλεκτρική σκούπα.
Το τηλέφωνο χτύπησε, ευτυχώς, τη στιγμή που προσπαθούσε να ξεμπερδέψει το καλώδιο…
- Ναιαιαιαί;;
- Τρείς φορές έχω πάρει! Γιατί δεν απαντάς;;
- Μαμά, έχω βάλει σκούπα!
- Σκούπα; Α! Να κάνεις και τις κουρτίνες με το βουρτσάκι! Και τον καναπέ, και τις πολυθρόνες που είναι μέσ’στις στάχτες, έτσι που ντουμανιάζει ο άχρηστος! Που το ένα ανάβει, το άλλο σβήνει! Και να μήν ξεχάσεις το χαλάκι της εισόδου!
- Αυτά πήρες να μου πείς πρωί – πρωί;; Αμάν πιά!!
- Οχι καλέ! Γιά άλλο σε πήρα! Τα έμαθες; Η ξαδέλφη σου η Λίλυ γέννησε! Χθές το απόγευμα!
- Η Λίλυ; Ποιά Λίλυ;
- Η ξαδέλφη σου η Λίλυ καλέ, από το Αιγάλεω! Δεν την θυμάσαι; Της θείας της Τασίας, που παίζατε μαζί μικρά στο εξοχικό του θείου Γιώργου στην Κερατέα; Που πηγαίναμε διακοπές στο Κιάτο όταν ήσασταν στο Λύκειο; Που σε ζήλευε επειδή ήσουν η όμορφη; -Ε, όχι που να το παινευτώ, εμένα έμοιασες! Καλέ, η Λίλυ, που παντρεύτηκε τον Θόδωρο από τον Κορυδαλλό, ένα χρόνο πριν παντρευτείς εσύ τον άχρηστο! Τον Θόδωρο, τον ψήστη καλέ, που τον κορόιδευες επειδή ήταν κοντός, χοντρός, με φαλάκρα και μουστάκι! Αχ! Κούνια που σε κούναγε, που τον κορόιδευες! Τυχερή η Λίλυ, βρέ! Εχει ανοίξει και δεύτερο σουβλατζίδικο στον Κορυδαλλό ο Θόδωρος, και τώρα ανοίγει και τρίτο στη Δραπετσώνα!
- Ποιά Λίλυ, καλέ; Τη Λίτσα λές; Τη Λίτσα, την κοντή, την χοντρή με τα σπυριά;
- Αχ, ναί, καλέ! Το ξέχασα να στο πώ! Μετά το δεύτερο σουβλατζίδικο, τότε που πήγε ο Θόδωρος στη Γερμανία και έφερε το Mercedes το CLK το Kompressor, και πήρανε και το ρετιρέ, το άλλαξε, και το έκανε Λίλυ!
- Αααντε…!
- Ναι, ναι! Α! Θα περάσω να σε πάρω, να πάμε επίσκεψη. Δεν γίνεται, πρέπει να πάμε!
- Οχι τώρα! Θέλω να τελειώσω με τη σκούπα, και τα μαλλιά μου είναι χάλια! Αργότερα!
Δύο ώρες αργότερα, στην γεμάτη ανθοδέσμες, ανθοσυνθέσεις και ανθοκαλαθάκια σουίτα, η χαρά ήταν διάχυτη, και τα χαμόγελα έδιναν και έπαιρναν!
- Τασία μου; Πόσα χρόνια έχω να σε δώ! Καλέ, εσύ ξανάνιωσες! Ούτε 70 δεν δείχνεις! Αχ, καλέ, να σας ζήσει! Να σας ζήσει!
Λίλυ μου; Να σου ζήσει, να το χαίρεσαι! Καλέ, πώς αφράτεψες έτσι!
Συμπεθέρα; Καλέ, εσύ είσαι 60 χρόνια νεότερη! Αχ, να το χαίρεστε!
- Ευχαριστούμε! Ευχαριστούμε! Αντε, και στα δικά σας! Αντε, με το καλό κι εσείς!
Αντε, γιατί αργήσατε, αργήσατε!
- Πούν’το καλέ; Πούν’το!
Αααα -χου-το! Ααα -χου-το! -χου-το! -χου-το!
Καλέ, τί κορίτσαρος είναι αυτός;!
- Είδες; Είδες; 2.400 μας βγήκε το χρυσό μου!
- Κορίτσαρος! Κορίτσαρος!
- [Καλέ μαμά; Εφταμηνίτικο είναι; Πώς είναι έτσι;]
- [Σιωπή! Σούτ!]
- Ααα -χου-το! -χου-το! Τί ειειείναι μωρέ; Τί ειείναι;
Καλέ, πώς τη μοιάζει τη μαμά του! Ιδιο η Λίλυ μας είναι!
- Ναι, ναι, μαμά! Ιδιο, ίδιο! [Δεν έχει όμως σπυριά! Αμα είχε και σπυριά, θα ήταν ολόιδιο η Λίτσα!! Χι, χι, χι! -Μαμά, γιατί με σκουντάς;; Μή με σκουντάς!!]
- [Σιωπή! Σούτ! Σκάσε! Ρεζίλι θα με κάνεις!]
- Είδες ξαδέρφη; Ιδιο η κόρη μου! Ιδιο!
- Ε, όχι συμπεθέρα! Το ετούτο του είναι του γυιού μου! Φτυστό! Κοίτα!
- Ναί, ναί! Μαμά, κοίτα το ετούτο του! Καλέ, πώς του μοιάζει του Θόδωρου!
[Μαμά, έχει και καράφλα!! Κοίτα!! Αμα είχε και μουστάκι θα ήταν φτυστό ο Θόδωρος! Χι, χι, χι! Καλέ, την ομορφιά του μπαμπά του έχει πάρει! Χι, χι! -Μαμά, σταμάτα να με σκουντάς! Θα πέσω!]
- [Σσσκάσε βρέ! Σσσσκάσε! Δεν ντρέπεσαι; Ρεζίλι με έχεις κάνει!]
Μετά από μερικές εκατοντάδες “Αα -χου-το -χου-το”, και αφού το χρυσό άρχισε να σκούζει σπαρακτικά, καταταραγμένο από τα πολλαπλά “κούτσου – κούτσου”, αποφάσισαν ότι ήλθε η ώρα να την κάνουν σιγά – σιγά.
- Τασία μου, Λίλυ μου, άντε, να πηγαίνουμε, θα έρθουμε και στο σπίτι!
Αχ, να το χαίρεστε! Να σας ζήσει!
- Ευχαριστούμε! Ευχαριστούμε! Αντε, και στα δικά σας!
Αντε, γιατί αργήσατε, αργήσατε! Αντε, γιατί τα χρόνια περνάνε!
Αντε, καλέ! Με το καλό, με το καλό!

Λίγο αργότερα, το ασημί Nissan Micra είχε ήδη εγκαταλείψει το parking του διάσημου μαιευτηρίου, και βρισκόταν μποτιλιαρισμένο στην κάθοδο της Κηφισίας.
Στο τιμόνι, Αυτή, ήταν σκεπτική, και -περιέργως- σιωπηλή. Ούτε που άκουγε το ραδιόφωνο και την γλυκειά φωνή της Πίτσας Παπαδοπούλου που πλημμύριζε το σαλόνι του Micra…
Στο επόμενο φανάρι, και με την ευκαιρία που ήταν κόκκινο, αποφάσισε τελικά ότι ήταν καιρός να επέμβει… Δεν πήγαινε άλλο…
- Δε μου λές;; Τί θα γίνει με σένα;; Εγώ πότε θα αποκτήσω εγγονάκι;; Ε;;
- Τί;
- Σε ρώτησα πότε θα αποκτήσω εγγόνι εγώ! Πότε, βρέ; Ε; Εγώ πότε θα γίνω γιαγιά;
Οχι δηλαδή ότι μου πάει να είμαι γιαγιά πάνω στο άνθος μου, αλλά, νά! Τώρα που είμαι νέα βρέ! Πότε; Οταν θα γεράσω; Ααααχ!!
- Τί λές καλέ τώρα; Εγώ είμαι μικρή ακόμα!
- Μικρή είσαι; Καλέ, μυαλό δεν έχεις στο κεφάλι σου; Τα έκλεισες τα 30!
Εγώ βρέ, σε έκανα στα 24! Τί θα γίνει; Τα χρόνια περνάνε!
Αχ!! Θα με φάει ο καημός βρέ! Θα με φάει η στενοχώρια!
Αχ! Ας όψεται ο αχαϊρευτος που σε είχε αστεφάνωτη τέσσερα χρόνια, ο άχρηστος!
Καλέ; Και σ’αυτό άχρηστος είναι; Ε;
Αχ! Που δεν τον ήθελες τον κύριο Λάζαρο, που της έκανε τρία παιδιά αυτηνής της στραβοποδάρας! Και τό’λεγε αυτή, βρέ!…: “Μή κοιτάς τα πόδια μου τα στραβά, κοίτα την τύχη μου την ίσια!”. Αχ! Που έλιωνε γιά σένα ο κύριος Λάζαρος!
Ο μονόλογος που άρχισε στην Κηφισίας, στο Μαρούσι, συνεχίστηκε σε όλη την Βασ. Σοφίας, αλλά και στην Βασ. Κωνσταντίνου. Διακοπτόταν μόνο κατά διαστήματα, πάντα από την ίδια φράση: “Μαμά, σταμάτα να μιλάς και ξεκίνα! Αναψε πράσινο!”.
Στο φανάρι της Καλλιρόης, τα αμυγδαλωτά μάτια Εκείνης είχαν ήδη αποκτήσει μία πολύ σκεπτική έκφραση. Ενα σωρό σκέψεις πλανιόταν στο εσωτερικό του ασημί Micra, που δεν ήταν και πολύ ευρύχωρο…
- Λές…; -είπε Εκείνη, σαφώς προβληματισμένη.
- Αμ, πώς! Ακου με εμένα, ξέρει η μάνα σου! -είπε Αυτή με απόλυτη σιγουριά.
- Α, όχι, όχι! Θα του το φέρω σιγά – σιγά!
- Αντε καλέ! Ακου με που σου λέω!
- Α, πα, πα! Δεν μπορώ, δεν μπορώ! Θα του το φέρω απαλά – απαλά!
Ασε, ξέρω εγώ!
Θα του το φέρει σιγά – σιγά ;;
Πώς ;;
Πόσο απαλά – απαλά, δηλαδή ;;
Φυσάει βοριάς στο τριάρι ;;
Η συνέχεια στο επόμενο…




22 comments
Comments feed for this article
18/03/2007 στο 21:51
dodos
LOL! LOL!
Ποταμός οι συμπεθεροξαδέρφες, θα το.. πνίξουν το καημένο το νεογέννητο!
Η εικονογράφηση, τέλεια!
19/03/2007 στο 12:41
ralou
Μπήκε στο σπίτι και πέταξε τις γόβες στο διάδρομο.
Τι κακό και αυτό, τόσες ώρες στο μαιευτήριο ανεβασμένη στις γόβες τις δωδεκάποντες.
Βλέπεις αυτή η κακομοίρα η Λίτσα μπορεί να είναι σαν κακόχρονο να χει αλλά το μπόι της το έχει κι ας φόραγε τις ροζ παντόφλες με τα κουνελάκια ασορτί με την νυχτικιά νο 60.
Α! τα πήρε τα κιλάκια της στην εγκυμοσύνη, ούτε σε δέκα χρόνια δεν θα τα χάσει.
Μπαίνει στο μπάνιο.
Ευτυχώς Eκείνος θα αργήσει να γυρίσει.
Χώνει το χέρι της πίσω από το καζανάκι και τραβάει το σακουλάκι του φαρμακείου που έχει κρύψει εκεί.
Δεν ωφελεί να περιμένει.
Πετάει αποφασιστικά τη συσκευασία και κοιτάει το περιεχόμενο, ένα μπαστουνάκι 15 εκατοστά λευκό με σχέδια επάνω. Διαβάζει τις οδηγίες χρήσης. Δύο σταγόνες.
Κάθεται στο καπάκι της τουαλέτας και περιμένει.
Θυμάται την βόλτα με τον Άλλο στα Βλάχικα πριν ενάμιση μήνα.
Της είχε πέσει λίγο βαρύ το σπληνάντερο αλλά μετά το φαΐ πήγαν στη θάλασσα και πάρκαρε το Saab πίσω από τα σκίνα. Ερημιά ήτανε, και το πίσω κάθισμα βολικό και πλατύ. Έκανε λίγο την δύσκολη, αλλά άμα το στομάχι σου είναι γεμάτο με νόστιμη ζωική πρωτεΐνη, ο αιματοκρίτης ανεβαίνει και το αίμα φτάνει πλούσιο σε ουσίες, και στο τελευταίο κύτταρο του κορμιού σου.
Είχε ανάψει ολόκληρη και ο Άλλος το τακτοποίησε το πράγμα με συνοπτικές διαδικασίες αν και λίγο απρόσεχτα.
Κάνε παιδί, λέει η μαμά ύστερα.
Μα με τι να ανάψει όταν είναι με Εκείνον. Με φασόλια, ρεβίθια και φακές –έστω και κόκκινες- ; Και με τι να ανάψει και Εκείνος, εδώ που τα λέμε!
Τα πέντε λεπτά πέρασαν.
Πιάνει το μπαστουνάκι και κοιτάζει με θάρρος.
Το αποτέλεσμα είναι απολύτως σαφές.
Χαμογελάει απαλά.
Πηγαίνει στην κουζίνα. Ζεσταίνει τις φακές που έμειναν από χθες.
Μετά ντύνεται βιαστικά και πετάγεται μέχρι τον κυρ-Λεωνίδα.
Μισό κιλό κιμά από λάπα θα αγοράσει.
Α! πρέπει να του το φτιάξει το μπιφτεκάκι του.
Τουλάχιστον σήμερα…
—— Και βέβαια δεν πήρα κιμά από λάπα αγάπη μου!
—— Μες τα τριγλυκερίδια μου είσαι!
—— Μη σε πιάνουν τώρα οι τσιγκουνιές!
19/03/2007 στο 17:40
H.Constantinos
Καθώς ζύμωνε τα μπιφτέκια, μιά αστραπή έλαμψε στο μυαλό της.
- Καλέ, πώς δεν το θυμήθηκα προηγουμένως! -σκέφτηκε μεγαλόφωνα.
Μόλις τελείωσε το ζύμωμα, έβγαλε το λαστιχάκι από τα υπέροχα μαλλιά της, ξαναέβγαλε τις κομψές παντοφλίτσες, ξαναέβαλε τις γόβες, τις κάπως χαμηλές, αυτές της πεζοπορίας, και ξεκίνησε γιά το super market να πάρει λίγο χύμα γιαούρτι, από εκείνο το γερμανικό το οικονομικό.
Επιστρέφοντας προσπαθούσε να θυμηθεί πού είχε βάλει εκείνο το βάζο με το θυμαρίσιο μέλι που της είχε φέρει η μαμά της πριν μήνες…
Ξαφνικά το θυμήθηκε! Ηταν στο πάνω ντουλάπι!
Πού να ήταν και εκείνο το ταπεράκι με την καρυδόψιχα που είχε ξεμείνει από τότε που είχε έλθει Αυτή και έφτιαξαν καρυδόπιτα;
Να ήταν στο ψυγείο; Πρέπει να είχε νταγκιάσει τόσο καιρό, αλλά αυτό δεν είχε απολύτως καμμία σημασία…
Μετά τα μπιφτέκια, ένα γιαούρτι με μέλι και καρύδια ήταν ότι έπρεπε γιά να καρδαμώσει Εκείνος…
19/03/2007 στο 17:41
H.Constantinos
Dodos, Φατσούλα το μωρό με τον φιόγκο στον μπιντέ; Ε;
19/03/2007 στο 19:51
dodos
Όχι- η καρυδόψυχα δεν ήταν στο ψυγείο. Να την είχε αποτελειώσει άραγε Εκείνος, σε κάποια από τις μεταμεσονύκτιες επιθέσεις του στην κουζίνα; Και το ταπεράκι, τί έγινε;- γιατί ούτε αυτό βρήκε.
Τράβηξε μιά καρέκλα τής κουζίνας, πέταξε με χάρη από τα κομψά της πόδια τις σαγιονάρες με τις πορτοκαλιές μπιγκόνιες και ανέβηκε βιαστικά. Άνοιξε το ψηλό ντουλάπι, αυτό, πάνω από τον απορροφητήρα. Βρήκε την κανέλα, ένα σωληνάριο βανιλίνη, λίγη παμπάλαιη μπέικιν- πάουντερ- αχ, αναστέναξε, καθώς θυμηθηκε τα αφράτα κέικ που κάποτε έφτιαχνε γιά το πρωινό τους- κι ένα στρατό από γιάλινα βαζάκια, άλλα από μέλι, άλλα από μαγιονέζα ή μουστάρδα,όλα άδεια φυσικά. Κι εκεί, ξαφνικά, την στιγμή που τεντωνόταν να φθάσει στο βάθος τού ντουλαπιού και πασπάτευε στα τυφλά μήπως βρει επιτέλους την καρυδόψυχα, το βρήκε! Ήταν… (παρακαλώ, να συνεχίσει ο επόμενος)
19/03/2007 στο 20:28
ralou
Eνα μισοξεραμένο ματσάκι σερνικοβότανο!
Της το είχε φέρει η θειά η Κατινα από την Κρήτη που είχε πάει μια φορά για να δει τον μικρό της γιο που καλογέρευε στο μοναστηρι του Αη Χαράλαμπου.
Πεταμένο το είχε εκει πάνω, αυτή το προτιμούσε να κάνει κοριτσάκι αλλά τώρα τα πράγματα άλλαξαν!
“Αραγε προλαβαίνω; ” Σκέφτηκε. “Το βοτάνι το παίρνουν πριν ή μετα;”
Το έβρασε σε ενα φλιτζάνι νερό και το κατέβασε μονορούφι κανοντας μια ευχή.
Μετά έτρεξε βιαστικά στο μπάνιο να μαζέψει το μπαστουνάκι μην και το πάρει το μάτι Εκείνου.
Επρεπε να καταστρωσει το σχέδιο της προσεκτικά.
Αλλά ποιό ήταν το σχέδιο;
Τι σκέφτεται το μυαλό μιας εκθαμβωτικής ξανθιάς αμα το βάλει να δουλέψει;
19/03/2007 στο 20:36
ralou
dodos, με κάνεις και ανησυχώ.
Αν εσεις οι άντρες ξέρετε το μυστικό με τα αδεια βαζάκια απο μαγιονέζα και μέλι που εμείς οι γυνάικες φυλάμε με ευλάβεια εκει πάνω από το ντουλάπι του απορροφητήρα, αλιμονο μας.
Ενα εφτασφράγιστο μυστικό έφτασε στα αυτιά του Εχθρού!
constantine, ελπιζω να έγινε αντιληπτό το διφορούμενο του αποτελέσματος του τεστ του μπαστουνακίου.
Χμ! Αντρες!
Την πιο βολική εξήγηση διαλέγετε πάντα !
Πφφφ!
19/03/2007 στο 20:47
dodos
Τα καλογραμμένα φρύδια της είχαν σμίξει πάνω από την τέλεια μυτούλα της, καθώς δεκάδες σκέψεις διέτρεχαν το όμορφο, ξανθόμαλλο κεφάλι της.
Χάιδεψε απαλά την κοιλιά της πάνω από το βιολετί λάικρα φόρεμα και άρχισε να στρώνει το τραπέζι.
Μόλις είχε ακουμπήσει το μεταλλικό καλαθάκι τού ψωμιού, στρωμένο με μιάν αποκριάτικη χαρτοπετσέτα από τις προπέρσινες, όταν άκουσε το κλειδί στην πόρτα.
“Ήρθες, αγάπη μου;” φώναξε χαρωπά και βγήκε στο χωλ να τον υποδεχθεί. Όμως… (παρακαλώ, ο επόμενος)
20/03/2007 στο 16:57
H.Constantinos
Ομως, δεν μπορούσε να φαντασθεί την φρίκη που θα αντίκρυζαν το αμυγδαλωτά μάτια της…
Εκείνος στεκόταν στο χώλ αναμαλλιασμένος και έδειχνε έτοιμος να σωριαστεί κάτω. Το αριστερό μάτι του ήταν μαυρισμένο, δίπλα στο αριστερό φρύδι του μία μικρή γρατσουνιά είχε λίγο αίμα, το πουκάμισό του ήταν σκισμένο, και στο αριστερό του χέρι κρατούσε το ένα μανίκι που έλειπε από το σακκάκι του.
Δίπλα του στεκόταν Αυτή…
Εκείνη, ήθελε να ουρλιάξει από φρίκη, συγκρατήθηκε όμως και απλώς τσίριξε:
- Αααααχ!!! Γλυκέ μου!!! Καλέ!!! Τί έπαθες;;;; Αχ, λαχτάρα που με βρήκε!! Θεέ μου!!
Μαμααααά!!! Καλέ, τί του έκανες;;; Γιατί;;; Θεέ μου, θα τρελλαθώ!!
Πώς μου τον κατήντησε έτσι καλέ;;; Δεν ντρέπεσαι!! Δεν ντρέπεσαι!
Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα έφθανες σε τέτοιο σημείο!!!
- Αγάπη μου, εεμμ… -προσπάθησε να τραυλίσει κάτι Εκείνος, αλλά δεν τον βοηθούσαν και τα πρησμένα χείλια του, και δεν πρόλαβε.
- Καλέ, τί λές; Τρελλάθηκες;; -τσίριξε Αυτή αιφνιδιασμένη.
- Αγάπη μου, όχι… Ωχ, το χείλι μου! -ξαναπροσπάθησε Εκείνος, αλλά και πάλι δεν πρόλαβε.
- Σταματήστε και οι δύο, πάω να φέρω το ασετόν!
Θεέ μου, θα τρελλαθώ! -ξανατσίριξε Εκείνη υστερικά.
Με μιά απελπισμένη προσπάθεια, πνίγοντας τον πόνο, Εκείνος κατάφερε τελικά να μιλήσει:
- Λατρεία μου, μή τσιρίζεις! Οχι! Δεν με χτύπησε η μαμά!!
- Δεν ντρέπεσαι καλέ!! Αμέσως να κατηγορήσεις τη μάνα σου, βρέ!! Αααχ, Θεέ μου! Αααχ! Το ίδιο μου το παιδί! Αχ, θα πεθάνω! Αχ! Ζαλίζομαι! Θα πέσω… Σβήνω… -ξανατσίριξε Αυτή, αλαφιασμένη από το δίκιο που την έπνιγε.
- Δεν σε χτύπησε η μαμά; Τότε, ποιός καλέ; Ποιός σε κατήντησε έτσι γλυκέ μου;; Αχ, θα πάθω!
- Μωρό μου, ένας ταξιτζής… Παρά λίγο να μου γρατσουνίσει το κυπαρισσί GLS στην Βουλιαγμένης! Ε, τον έβρισα λίγο…
- Και;;
- Ε, κατέβηκε κάτω, κατέβηκα κι εγώ… Ε, ήταν και καμμιά 150ριά κιλά…
- Αχ, Παναγία μου!! Καλέ, κι εσύ πώς βρέθηκες εδώ μαζί του;;
- Αχ, ζαλίζομαι… Αχ, σβήνω… Αχ, τί έπαθα η γυναίκα…
Αχ, καλέ, ξέχασα τα γυαλιά μου το μεσημέρι εδώ…
Αχ, και ήλθα να τα πάρω η δυστυχισμένη!
Και τον συνάντησα στην είσοδο!
Αχ, θα με πεθάνει εμένα αυτός…
Ααααχ, δεν θα ζήσω να δώ εγγόνι εγώ!!
Αχ, τί βάσανα έχω η καψερή!!!
Ζαλίζομαι, ζαλίζομαι… Χάνομαι, σβήνω…
20/03/2007 στο 21:05
dodos
Αυτή αφέθηκε να πέσει στον καναπέ, φροντίζοντας να αποφύγει το αριστερό μέρος, που ήταν το πιό βουλιαγμένο.
Οι φωνές είχαν ξεσηκώσει την πλαϊνή, η οποία έσπευσε να χώσει το περίεργο κεφάλι της από την πόρτα τού διαμερίσματος που είχε μείνει μισάνοιχτη.
Καλέ, τί πάθατε, καλέ, να φωνάξω το 166, είσαστε καλά, τί έχετε; ρώτησε με μιάν αναπνοή, σκουπίζοντας ταυτόχρονα ένα τεφάλ με μιά κίτρινη ριγέ πετσέτα.
Όχι, ευχαριστώ, δεν χρειάζεται, αχ, συγγνώμη, σάς ανησυχήσαμε κι είναι και μεσημέρι, απάντησε γρήγορα Εκείνη, καθώς έσπρωχνε μαλακά έξω την γειτόνισσα, κλείνοντας αποφασιστικά την πόρτα.
Γύρισε στον καναπέ. Αυτή βαριανάσαινε, δήθεν συγκρατώντας με κόπο τ’ αναφιλητά της, ενώ Εκείνος είχε πάει στην κουζίνα να βρει παγάκια γιά τους μώλωπές του.
Μαμά… Μαμά… πρόφερε τρυφερά Εκείνη, όταν χτύπησε…. (σκυτάλη)
20/03/2007 στο 23:58
H.Constantinos
…όταν χτύπησε το κουδούνι.
- Αχ, χτυπάει το κουδούνι! Μαμά, σύνελθε! Αχ, τί τραβάω η κακομοίρα! Καλέ, σύνελθε, πρέπει να ανοίξω την πόρτα!
- Σβήνω… Αχ, θα με πεθάνει ο άχρηστος… Αχ, δεν θα προλάβω να δώ εγγόνι εγώ, η άμοιρη… Αχ, μούρχεται σκοτοδίνη… Αχ, βρέ, με έχεις φάει! Ιδια ο πατέρας σου, βρέ! Πάει, πεθαίνω… Αχ, μή μ’αφήνεις, να πεθάνω μόνη μου…
- Καλεεεέ! Ανοιξε την πόρτα! Δεν μπορώ! Η μαμά πεθαίνει!
Εκείνος, άφησε την πετσέτα με τα παγάκια δίπλα στον νεροχύτη, σκούπισε με μία χαρτοπετσέτα τα αίματα, έβγαλε το σακκάκι που του είχε απομείνει το ένα μανίκι, τακτοποίησε κάπως το σκισμένο πουκάμισο και πήγε στην εξώπορτα παραπατώντας.
Ανοίγοντας την πόρτα, βρέθηκε αντιμέτωπος με μία οπτασία τυλιγμένη σε ένα αρωματισμένο σύννεφο. Η κυρία Σούζυ από το ρετιρέ, χαμογελούσε αισθησιακά ισορροπώντας πάνω στις 12ποντες μαύρες γόβες της. Φορούσε δικτυωτό μαύρο καλσόν, μπέζ μίνι, μαύρη φαρδιά ζώνη, και μπέζ μεταξωτό πουκάμισο με προσεκτικά ξεχασμένα τα 5 από τα 7 κουμπιά του, όπως συνήθως. Το μαύρο σουτιέν ξεπρόβαλλε απειλητικό…
Εκείνος, γούρλωσε το δεξιό μάτι του -το αριστερό είχε πλέον κλείσει από το πρήξιμο…
Το αισθησιακό χαμόγελο εξαφανίσθηκε απότομα -το αρωματισμένο σύννεφο βέβαια παρέμεινε, και είχε ήδη φθάσει στην σαλοτραπεζαρία.
- Καλέ; Καλέ, τί πάθατε; Αχ, εσείς είσαστε χάλια! Καλέ, να φωνάξω το 166!
Καλά άκουσα εγώ ότι κάτι συμβαίνει, και ανησύχησα!
- Οχι, όχι κυρία Σούζυ μου, δεν είναι τίποτα, είχα ένα μικρό ατυχηματάκι -κατάφερε να τραυλίσει με τα πρησμένα χείλια του, πνίγοντας τον πόνο.
- Αχ, και η πεθερά σας δεν είναι καλά! Αχ, καλησπέρα σας, ευτυχώς που ήλθα να βοηθήσω! Ελάτε να σας περιποιηθώ, τί γειτόνοι είμαστε καλέ!
Α, πα, πα, τί πάθατε! Πού είναι το ασετόν; Το οινόπνευμα; Πού είναι τα παγάκια; Α! Εδώ! Α, και μερικές πετσέτες!
Μετά από 10 λεπτά, και αφού Εκείνη σιγουρεύτηκε ότι Αυτή είχε συνέλθει, κατευθύνθηκε στην κουζίνα να καλησπερίσει την γειτόνισσα.
- Αχ, κυρία Ζούζυ μου, συγγνώμη, η μαμά δεν ήταν καθόλου καλά…
-άρχισε να λέει, αλλά η φράση έμεινε στη μέση…
Εκείνος, ήταν καθισμένος σε μία καρέκλα, και η κυρία Ζούζυ είχε σκύψει πάνω του, κρατώντας το ασετόν στο ένα χέρι, και μία κομπρέσσα στο άλλο. Το σχετικά διαφανές μπέζ πουκάμισο είχε ανοίξει διάπλατα, αποκαλύπτοντας το σύνολο του σχεδόν διαφανούς μαύρου σουτιέν.
Το δεξιό μάτι Εκείνου -αυτό που είχε μείνει ανοιχτό- ήταν γουρλωμένο και καρφωμένο στο εκθαμβωτικό ντεκολτέ και στο εντυπωσιακό διαφανές δαντελένιο σουτιέν που βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής.
Η κυρία Σούζυ γύρισε, και έσκυψε με φυσικότητα να πάρει από κάτω το καπάκι του ασετόν που είχε πέσει, και το μπέζ μίνι αποκάλυψε τις μαύρες ζαρτιέρες -δεν ήταν καλσόν τελικά…
Εκείνος, με μιά υπεράνθρωπη προσπάθεια, κατάφερε και άνοιξε ακόμη και το κλειστό αριστερό μάτι του, πράγμα που πρόσεξε Εκείνη, με αποτέλεσμα να γουρλώσει τα αμυγδαλωτά μάτια της και να πρασινίσει από την ταραχή.
Και τότε, μεταμορφώθηκε σε μαινάδα, έτοιμη να χυμήξει στην παρείσακτη που τολμούσε να προκαλεί μέσα στην ίδια της την κουζίνα…
21/03/2007 στο 00:33
dodos
H. Constantinos, La Nouvelle Comédie Humaine (επειδή και ο Balzac από επιφυλλίδες ξεκίνησε)… ;-)
21/03/2007 στο 11:54
ralou
Αμεση δράση θεση 32 πως μπορώ να βοηθήσω;
Πιο σιγά κυρία μου! Δεν καταλαβαίνω;
Πόσοι είναι οι τραυματιές;
Καλά! Πείτε τους εναν ενα.
Μάλιστα, άνδρας, τριαντάρης, μώλωπες σε όλο το σωμα, σχισμένα ρουχα-δεν μας ενδιαφέρει- κλεισμένο μάτι, αιμοραγούσα πληγή στο κεφάλι, γρατσουνιές στο δεξί μάγουλο.
Γυναίκα εξηντάρα, έχει ξαπλώσει στο πάτωμα και βγάζει αφρούς.
Γυναίκα εικοσάρα, αναμαλλιασμένη, μαυρισμένο μάτι, μώλωπες στις γάμπες και στα χέρια.
Γυναίκα, ακαθόριστης ηλικίας, επίσης ξεμαλλιασμένη. Πληγή από δαγκωνιά στο αριστερό μπράτσο αιμοραγούσα πληγή δίπλα στο αυτί από ξερίζωμα μαλλιών.
Μάλιστα!
Εσεις ποιά είστε;
Δεν μας ενδιαφέρει που μένετε δίπλα κυρία μου. Ουτε που θα σας καούν τα κεφτεδάκια.
Το 166 το καλέσατε;
Μάλιστα! Δεν έχουν αρκετά ασθενοφόρα διαθέσιμα.
Παρακαλώ να παραμείνετε επι τόπου, η Αμεση Επέμβαση θα έλθει σε λίγο! Χαίρετε!
-Τι έγινε ρε Βάγκο, μας την επεσε τρομοκράτης;
- Μπα! Ενα απλό επισόδειο οικογενειακής βίας. Δεν βαριέσαι, από τέτοια κάθε μέρα 20 έχουμε. Για στείλε τον Κολοκυθόπουλο να δει τι γίνεται.
Ναι στο Μπραχάμι, τρίτος όροφος.
—- Αγάπη μου τρέξε!
—- Κοίτα τι δείχνει η τηλεόραση! Αχ τι τραβάμε εμεις οι γυναίκες!
—- Ασε τωρα τα πιάτα! Τρέξε σου λέω!
22/03/2007 στο 14:06
dodos
-Θα περιμένουμε πολύ ακόμα;
-Τί εννοείς πολύ, όσο χρειαστεί θα περιμένουμε!
-Όχι, εντάξει, αλλά είναι κλεισμένοι μιάν ώρα τώρα, και…
-Τί “και”…, δεν έχει “και”, ήρθαμε εδώ να βοηθήσουμε τα παιδιά να τα βρούνε, δεν θα τους βάλουμε και όρους από πάνω!
-Ε, όχι, αλλά να, είμαστε εδώ από τις τρεισήμισι και πήγε εννέα περασμένες και…
-Και λοιπόν, τί έγινε;
-Τίποτα, αλλά, ξέρεις, παίζει η Γιουνάιτεντ απόψε… και θ’ αρχίσει η μετάδοση στις δέκα…
-Μωρέ, ορίστε πατέρας! Η μοναχοκόρη σου είναι στα χωρίσματα κι εσένα ο νους σου στο ποδόσφαιρο! Κι εσύ, άσ’το πιά το ρημάδι το κινητό, λύσσαξες με δαύτο!
-Τί έγινε, ρε μάνα, να πούμε, άσε με κι έχω να κανονίσω γι’ απόψε!
-Τί να κανονίσεις- πάλι θα βγεις απόψε; Η αδερφή σου περνάει κρίση στο γάμο της κι αντί να τής συμπαρασταθείς, γαϊδούρι, θα φύγεις; Δεν έχεις να πας πουθενά!
-Τί λες ρε μάνα, έχω βάρδια απόψε, γαμώτο, έχουμε κατάληψη, τόσο άσχετη είσαι;
-Κατάληψη, πάλι κατάληψη; Βρε πότε θα στρωθείς πιά να πάρεις το πτυχίο σου, που σε ταίζει ο κακομοίρης ο πατέρας σου, ολόκληρον άντρα;!
-Δεν σάς αντέχω άλλο, πα να φύγω από ‘δω, αϊστοδιάλο όλοι σας, καθισμένοι!
Πίσω από την κλειστή πόρτα τής κουζίνας, όπου είχαν απομονωθεί να κουβεντιάσουν Εκείνος κι Εκείνη, είχε τώρα πέσει μιά περίεργη σιωπή.
Αυτή σηκώθηκε από την πολυθρόνα και, πατώντας……..
22/03/2007 στο 23:44
ralou
Με τρωνε τα δάχτυλα μου να συνεχίσω αλλά κρατιέμαι.
Constantine, θα στην μπιιιπ την ιστορία σου, δεν είναι δίκαιο να της δίνουμε άλλους δρόμους από αυτούς που σκέπτεσαι εσύ.
… στα νύχια των ποδιών της πλησίασε στην πόρτα.
Εβαλε το αυτί πάνω της να ακούσει.
“γαμώ τις πόρτες ασφαλείας με ηχομόνωση!” Τίποτα δεν έφτανε στα αυτιά της.
Κοιταξε από την κλειδαρότρυπα.
Το καπάκι ασφαλείας ήταν κατεβασμένο από την άλλη πλευρά και δεν έβλεπε τίποτα.
Φουρκισμένη γύρισε στον σατέν καναπέ και άρχισε να κάνει αέρα με την βεντάλια της.
Τι να έκανε το ζευγάρι μόνο του εκει μέσα;
Μονο ένας μπορούσε να της πει.
“Constantineeeee” φώναξε
“Καλέ Constantine, έλα πες τι θα γίνει παρακάτω, και πάει να μου ανέβει η πίεση στο 200!”
Αλλά ο constantinos ήθελε το χρόνο του.
Και Αυτή, τι άλλο μπορούσε να κάνει από το να περιμενει…
—– Οχι αγαπη μου! Δεν τέλειωσε το σίριαλ
—– Το επισόδειο τελειωσε.
—– Η μηπως είναι διάλειμμα για διαφημίσεις;
23/03/2007 στο 03:14
H.Constantinos
Ομως, παρ’όλη την βεντάλια, δεν κατάφερνε να ηρεμήσει… Η περιέργεια την έτρωγε. Αισθανόταν έτοιμη να σκάσει. Αποφάσισε να κάνει άλλη μία προσπάθεια…
Σηκώθηκε, και ξαναπλησίασε στην πόρτα της κουζίνας. Μάζεψε το τσουλούφι που κάλυπτε το δεξιό αυτί, έβγαλε και το σκουλαρίκι γιά να μήν κάνει “τσίκ” όπως θα ακουμπούσε στην πόρτα, και κόλλησε το αυτί της στην πόρτα, πιέζοντας όσο μπορούσε περισσότερο. Κάτι άρχισε να ακούει… Μιλούσαν όμως πολύ ψιθυριστά. Εσπρωξε ακόμη περισσότερο. Επιτέλους, κάτι άκουσε…
- Δηλαδή, μ’αγαπάς; -έλεγε Εκείνη χαμηλόφωνα…
- Ναί!
- Πολύ;
- Πολύ!
- Πολύ, πολύ;
- Πολύ, πολύ!
- Αχ, γλυκέ μου, το ήξερα! Και δεν έχεις ανεβεί ποτέ στο ρετιρέ, σε αυτήν την ξεδιάντροπη, την γριέντζω, την απαίσια, την κοντή, την χοντρή;
- Ποτέ!
- Ποτέ, ποτέ;
- Ποτέ, ποτέ!
- Και, δεν έχει έλθει ποτέ αυτή εδώ;;;;
- Ποτέ, μωρό μου!
- Και τότε, γιατί μου μύρισε εμένα το άρωμά της στη σαλοτραπεζαρία, τότε που ήλθα από τη μαμά, και σε βρήκα να κάνεις μπάνιο, ενώ δεν ήταν η ώρα που κάνεις μπάνιο;;;;
- Λατρεία μου, αφού σου εξήγησα, το άρωμα ήλθε από το σκαλοστάσιο μόλις άνοιξες την πόρτα! Αφού την βλέπεις πόσο άρωμα βάζει! Μυρίζει μέχρι την Βουλιαγμένης!
Αλλά, πές μου αγάπη μου, τον κιμά, τον πήρες σίγουρα από τον κύρ’ Λεωνίδα;;; Δεν τον πήρες από τον κύριο Λάζαρο;;;
- Καλέ; Να πέσει φωτιά να με κάψει! Από τον κυρ’ Λεωνίδα τον πήρα!!!
- Σίγουρα;
- Σίγουρα!! Ναί, καλέ! Αχ, δεν με πιστεύεις;;;
- Και εκείνη η συκωταριά που έστειλε ο κύριος Λάζαρος;;;
- Αχ, γλυκέ μου, αφού σου εξήγησα!! Την παρήγγειλε η μαμά! Επειδή σε έβλεπε αδυνατισμένο!! Αχ, σε λατρεύει η καημένη!!
- Και τότε, γιατί με λέει συνέχεια άχρηστο και αχαϊρευτο; Ε;
- Αχ, καλέ, χαϊδευτικά σου το λέει! Επειδή σ’αγαπάει!!
- Και δεν σε έχει πάει ποτέ βόλτα ο κύριος Λάζαρος με την Mercedes την Kompressor;;;
- Ποτέ!
- Ποτέ, ποτέ;;;
- Ποτέ, ποτέ!! Καλέ, εγώ να πάω βόλτα με Mercedes Kompressor;;; Είναι δυνατόν;; Αφού το ξέρεις ότι προτιμώ τα Saab!!!
- Μωρό μου, το ξέρω ότι μ’αγαπάς!!
- Γλυκέ μου, το ξέρω ότι με λατρεύεις!!
- Λατρεία μου!
- Αγάπη μου!
- Σ’αγαπάω!
- Κι εγώ σ’αγαπάω!
Και τότε, Αυτή, ξεκόλλησε το αυτί της από την πόρτα της κουζίνας με ένα ελαφρύ “φλόπ”, τακτοποίησε το τσουλούφι, έβαλε στα γρήγορα το σκουλαρίκι, και ξαναγύρισε αθόρυβα στην σαλοτραπεζαρία.
- Καλέ; Πού να στα λέω!! Αχ! Τα ξαναφτιάξανε καλέ! Τα ξαναφτιάξανε!!!
23/03/2007 στο 08:26
dodos
Ουφ! Ησύχασα… Είχα μιάν αγωνία!
(Η λεπτομέρεια “τσικ” τού σκουλαρικιού, ανεκτίμητη)!!!
23/03/2007 στο 08:30
dodos
Συγγνώμη, παρέλειψα, και η λεπτομέρεια “φλοπ” τού αυτιού, βεβαίως!
29/03/2007 στο 18:27
dodos
Νηνεμία στο Μπραχάμι- τί επιφυλάσσει ο καιρός;
29/03/2007 στο 18:58
H.Constantinos
Βόρειοι άνεμοι με αυξανόμενη ένταση. Πιθανότητα καταιγίδας.
29/03/2007 στο 22:50
ralou
Μετά το brain storming η γαλήνη.
Μηπως σκέφτηκες constantine, ότι μονοπωλήσαμε αυτό το ποστ.
Υπόσχομαι στο επόμενο να κάνω κράτει.
30/03/2007 στο 02:48
H.Constantinos
Ralou, Παρακαλώ, να αναιρέσεις την ανωτέρω υπόσχεση πάραυτα!