You are currently browsing the monthly archive for Μαρτίου 2007.

Συνέχεια από το προηγούμενο

  Δεν είχε περάσει ούτε μία ώρα που επέστρεψε από την επίσκεψη στο διάσημο μαιευτήριο, και βρισκόταν στην κουζίνα πλένοντας κάτι φλυτζάνια που είχαν μείνει άπλυτα από το πρωί. Τα αμυγδαλωτά μάτια της είχαν μία σκεπτική έκφραση καθώς ξέπλενε τα κουταλάκια.  Ε, όχι τώρα, να της πετάει μπηχτές η κοντόχοντρη η Λίτσα με τα σπυριά! Και να καμαρώνει η κακίστρω, κοίτα τί κορίτσαρο που έκανα εγώ, κι εσύ τίποτα… Είχε δίκιο η μαμά… Πώ, πώ! Καλέ πώς περνάνε τα χρόνια! Επρεπε να δράσει… Σήμερα κιόλας!
Ξαφνικά, χτύπησε το τηλέφωνο. Εβγαλε βιαστικά τα κίτρινα γάντια, και πήγε στο χώλ.

- Ναιαιαιαί;

- Εγώ είμαι!

- Τί θές πάλι μαμά;; Τώρα με άφησες! Ακόμα δεν έχω συνέλθει από την πλύση εγκεφάλου που μου έκανες!

- Αχ! Πότε βρέ άκουσες αυτά που σου λέω; Ε; Από το ένα αυτί μπαίνουν, από το άλλο βγαίνουν! Ααχ! Θα με φάει ο καημός εμένα!  Αχ! Αμα γίνεις μάνα, βρέ, τότε θα με καταλάβεις!
Λοιπόν, άκου! Αυτά που μου έλεγες, να τα αφήσεις! Θα ακούσεις αυτό που σου λέει η μάνα σου! Ξέρω εγώ! Τί θα πεί βρέ, θα του το φέρεις απαλά – απαλά;; Ε; Νομίζεις θα καταλάβει; Δεν θα καταλάβει, στο λέω εγώ! Θα κάνεις αυτό που σου λέει η μάνα σου!

- Αποκλείεται!!

- Αχ, βρέ, δεν τους ξέρεις τους άντρες, βρεεεεεέ! Ακου την βρέ τη μάνα σου που ξέρει! Που μόνο το καλό σου θέλει! Αχ, δεν θα κλείσω μάτι πάλι σήμερα! Αχ, βρέ, πότε θα αποκτήσω εγώ εγγόνι με το μυαλό που έχεις στο κεφάλι σου! Ξεροκέφαλη! Ιδια ο πατέρας σου! Αχ, θα με φάει η στενοχώρια! Ακου με βρέ, που νομίζεις ότι τους ξέρεις τους άντρες! Που νομίζεις ότι θα καταλάβει ο άχρηστος, απαλά – απαλά!!

- Σου είπα, αποκλείεται!!

- Αχ, με τον καημό θα πεθάνω η καψερή!! Αγύριστο κεφάλι! Ιδια ο πατέρας σου!

- Ασε με τώρα, θέλω να μαγειρέψω! Οπου νά’ναι θάρθει. Θα σε πάρω αύριο να σου πώ τί έγινε. Σταμάτα!  Σταμάτα καλέ!

  Μερικές ώρες αργότερα, Εκείνος καθόταν στον ασπριδερό σατέν καναπέ, και χάζευε τις ειδήσεις. Ακουσε τακούνια να κροταλίζουν στο παρκέ και γύρισε. Εκείνη πλησίαζε με το γνωστό λυκνιστικό της βάδισμα, χαμογελαστή.

- Γλυκέ μου, να σου βάλω ένα ουισκάκι πρίν το φαγητό; Θα βάλω κι εγώ λίγο λικέρ βύσσινο της μαμάς.

Κάθισε δίπλα του στον καναπέ, σταύρωσε τα εντυπωσιακά πόδια της και του χαμογέλασε γλυκά με την χολυγουντιανή οδοντοστοιχία της. Το άρωμά της τον τύλιξε, και τον έκανε να πάρει μιά δυνατή ανάσα. Το υπέροχο λεπτό χέρι της με τα περιποιημένα ρόζ σικλαμέν νύχια του χάιδεψε τον σβέρκο.

- Κουράστηκες γλυκέ μου σήμερα;

- Ναί μωρέ… Είχαμε πολλή δουλειά από το πρωί…

- Καλέ, ήθελα να σε ρωτήσω κάτι γιά το αυτοκίνητο! Να σου πώ, το κυπαρισσί GLS παίρνει παιδικό κάθισμα Isofix;

- Πώς;;

- Λέω, άν παίρνει παιδικό κάθισμα Isofix, ξέρεις καλέ, αυτά τα καθισματάκια των νέων προδιαγραφών, που μπαίνουν στο πίσω κάθισμα χωρίς να χρειάζεται να τα δέσεις με τις ζώνες ασφαλείας!

- Καλά, πώς σου’ρθε τώρα αυτό; Και πού τα έμαθες εσύ αυτά μωρό μου;

- Καλέ, χάζευα ένα περιοδικό το μεσημέρι που πήγαμε επίσκεψη στην ξαδέλφη μου την Λίτσα. Ξέρεις, την κοντόχοντρη με τα σπυριά, που σου έλεγα το πρωί, που γέννησε χθές. Εκεί το είδα.

- Α…

- Τί, “Α”; Παίρνει Isofix το κυπαρισσί GLS;

- Δεν ξέρω, μάλλον παίρνει, δεν το κοίταξα στο manual… Καλά, τί σε νοιάζει τώρα εσένα;

- Τίποτα, έτσι ρωτάω… Από περιέργεια…

- Τί μαγείρεψες;

- Γίγαντες στον φούρνο, και σαλάτα γυφτοφάσουλα! Ωραία, Ε; 
Αχ, γλυκέ μου, να σε ρωτήσω και κάτι άλλο! Στο κυπαρισσί GLS, απενεργοποιείται ο αερόσακκος του συνοδηγού;

- Τί;;

- Λέω, άν απενεργοποιείται ο αερόσακκος του συνοδηγού!  Γιατί, άν θέλεις να βάλεις παιδικό καθισματάκι στο κάθισμα του συνοδηγού ανάποδα, δηλαδή να κοιτάει προς τα πίσω το μωρό, πρέπει λέει να απενεργοποιήσεις τον αερόσακκο γιά λόγους ασφαλείας!

- Πώς;;

- Καλέ, δεν το ήξερες αυτό; Το διάβασα το μεσημέρι, σ’εκείνο το περιοδικό!

- Α…

- Τί, “Α”; Απενεργοποιείται;

- Ποιός;

- Ο αερόσακκος του συνοδηγού, καλέ!!

- Ναί, απενεργοποιείται με το κλειδί της μίζας. Εχει έναν διακόπτη δεξιά, όπως ανοίγεις την πόρτα του συνοδηγού…  Καλά, τί σε νοιάζει βρε αγάπη μου τώρα εσένα;

- Τίποτα, έτσι ρωτάω…

- Α… Να σου πώ, θα φάμε; Πείνασα με το ουίσκυ!

- Αυτό έχεις να μου πείς;;!;;

- Ναί αγάπη μου, πεινάω. Γιατί; Εσύ δεν πείνασες;

Το υπέροχο λεπτό χέρι της σταμάτησε να του χαιδεύει τον σβέρκο. Τα αμυγδαλωτά μάτια της σκοτείνιασαν… Σηκώθηκε απότομα από τον ασπριδερό καναπέ, και τον κοίταξε ψυχρά.

- Πάω να σερβίρω. -είπε παγερά, και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα ταλαντεύοντας τους εντυπωσιακούς γλουτούς της.

Εκείνος, αντιλήφθηκε αμέσως το παγερό βλέμμα της, και την κοίταξε εμβρόντητος…
- “Καλά, τί έπαθε πάλι;” -αναρωτήθηκε σιωπηλά.  Μία γνήσια απορία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του…

Εκείνη, ήταν ήδη στην κουζίνα, και μία επίσης γνήσια απορία ήταν ζωγραφισμένη στο πανέμορφο πρόσωπό της, καθώς έριχνε το ξύδι στην σαλάτα με τα γυφτοφάσουλα…
- “Μήπως έχει δίκιο η μαμά…;”  -αναρωτιόταν σιωπηλά.  Και καθώς ήταν απορροφημένη στις σκέψεις της, της παράπεσε το ξύδι στα γυφτοφάσουλα, με αποτέλεσμα να μήν τρώγονται, όπως αποδείχθηκε αργότερα…
 

- Πόσο ξυνά έγιναν τα γυφτοφάσουλα ;;

- Γιατί δεν καταλάβαινε Εκείνος ;;

- Είχε όντως δίκιο η μαμά ;;
 

Η συνέχεια στο επόμενο

Συνέχεια από το προηγούμενο

Αθήνα, Μπραχάμι, Νοέμβριος 2001

  Ηταν ένα ηλιόλουστο, αλλά σχετικά κρύο πρωινό του Νοέμβρη, και στο διαμπερές τρίφατσο τριάρι επικρατούσε ψόφος: εδώ και μία ώρα Εκείνη είχε ανοίξει τις μπαλκονόπορτες γιά να αερίσει.
Κι όμως, δεν αισθανόταν το κρύο να την περονιάζει: εδώ και 20 λεπτά περιδιάβαινε την σαλοτραπεζαρία με την ηλεκτρική σκούπα.
Το τηλέφωνο χτύπησε, ευτυχώς, τη στιγμή που προσπαθούσε να ξεμπερδέψει το καλώδιο…

- Ναιαιαιαί;;

- Τρείς φορές έχω πάρει! Γιατί δεν απαντάς;;

- Μαμά, έχω βάλει σκούπα!

- Σκούπα; Α! Να κάνεις και τις κουρτίνες με το βουρτσάκι! Και τον καναπέ, και τις πολυθρόνες που είναι μέσ’στις στάχτες, έτσι που ντουμανιάζει ο άχρηστος! Που το ένα ανάβει, το άλλο σβήνει! Και να μήν ξεχάσεις το χαλάκι της εισόδου!

- Αυτά πήρες να μου πείς πρωί – πρωί;; Αμάν πιά!!

- Οχι καλέ! Γιά άλλο σε πήρα! Τα έμαθες; Η ξαδέλφη σου η Λίλυ γέννησε! Χθές το απόγευμα!

- Η Λίλυ; Ποιά Λίλυ;

- Η ξαδέλφη σου η Λίλυ καλέ, από το Αιγάλεω! Δεν την θυμάσαι; Της θείας της Τασίας, που παίζατε μαζί μικρά στο εξοχικό του θείου Γιώργου στην Κερατέα; Που πηγαίναμε διακοπές στο Κιάτο όταν ήσασταν στο Λύκειο; Που σε ζήλευε επειδή ήσουν η όμορφη; -Ε, όχι που να το παινευτώ, εμένα έμοιασες! Καλέ, η Λίλυ, που παντρεύτηκε τον Θόδωρο από τον Κορυδαλλό, ένα χρόνο πριν παντρευτείς εσύ τον άχρηστο! Τον Θόδωρο, τον ψήστη καλέ, που τον κορόιδευες επειδή ήταν κοντός, χοντρός, με φαλάκρα και μουστάκι! Αχ! Κούνια που σε κούναγε, που τον κορόιδευες! Τυχερή η Λίλυ, βρέ! Εχει ανοίξει και δεύτερο σουβλατζίδικο στον Κορυδαλλό ο Θόδωρος, και τώρα ανοίγει και τρίτο στη Δραπετσώνα!

- Ποιά Λίλυ, καλέ; Τη Λίτσα λές; Τη Λίτσα, την κοντή, την χοντρή με τα σπυριά;

- Αχ, ναί, καλέ! Το ξέχασα να στο πώ! Μετά το δεύτερο σουβλατζίδικο, τότε που πήγε ο Θόδωρος στη Γερμανία και έφερε το Mercedes το CLK το Kompressor, και πήρανε και το ρετιρέ, το άλλαξε, και το έκανε Λίλυ!

- Αααντε…!

- Ναι, ναι! Α! Θα περάσω να σε πάρω, να πάμε επίσκεψη. Δεν γίνεται, πρέπει να πάμε!

- Οχι τώρα! Θέλω να τελειώσω με τη σκούπα, και τα μαλλιά μου είναι χάλια! Αργότερα!

Δύο ώρες αργότερα, στην γεμάτη ανθοδέσμες, ανθοσυνθέσεις και ανθοκαλαθάκια σουίτα, η χαρά ήταν διάχυτη, και τα χαμόγελα έδιναν και έπαιρναν!

- Τασία μου; Πόσα χρόνια έχω να σε δώ! Καλέ, εσύ ξανάνιωσες! Ούτε 70 δεν δείχνεις! Αχ, καλέ, να σας ζήσει! Να σας ζήσει!
Λίλυ μου; Να σου ζήσει, να το χαίρεσαι! Καλέ, πώς αφράτεψες έτσι!
Συμπεθέρα; Καλέ, εσύ είσαι 60 χρόνια νεότερη! Αχ, να το χαίρεστε!

- Ευχαριστούμε! Ευχαριστούμε! Αντε, και στα δικά σας! Αντε, με το καλό κι εσείς!
Αντε, γιατί αργήσατε, αργήσατε!

- Πούν’το καλέ; Πούν’το!
Αααα -χου-το! Ααα -χου-το! -χου-το! -χου-το!
Καλέ, τί κορίτσαρος είναι αυτός;!

- Είδες; Είδες; 2.400 μας βγήκε το χρυσό μου!

- Κορίτσαρος! Κορίτσαρος!

- [Καλέ μαμά; Εφταμηνίτικο είναι; Πώς είναι έτσι;]

- [Σιωπή! Σούτ!]

- Ααα -χου-το! -χου-το! Τί ειειείναι μωρέ; Τί ειείναι;
Καλέ, πώς τη μοιάζει τη μαμά του! Ιδιο η Λίλυ μας είναι!

- Ναι, ναι, μαμά! Ιδιο, ίδιο! [Δεν έχει όμως  σπυριά! Αμα είχε και σπυριά, θα ήταν ολόιδιο η Λίτσα!! Χι, χι, χι! -Μαμά, γιατί με σκουντάς;; Μή με σκουντάς!!]

- [Σιωπή! Σούτ! Σκάσε! Ρεζίλι θα με κάνεις!]

- Είδες ξαδέρφη; Ιδιο η κόρη μου! Ιδιο!

- Ε, όχι συμπεθέρα! Το ετούτο του είναι του γυιού μου! Φτυστό! Κοίτα!

- Ναί, ναί! Μαμά, κοίτα το ετούτο του! Καλέ, πώς του μοιάζει του Θόδωρου!
[Μαμά,  έχει και καράφλα!! Κοίτα!! Αμα είχε και μουστάκι θα ήταν φτυστό ο Θόδωρος! Χι, χι, χι! Καλέ, την ομορφιά του μπαμπά του έχει πάρει! Χι, χι! -Μαμά, σταμάτα να με σκουντάς! Θα πέσω!]

- [Σσσκάσε βρέ! Σσσσκάσε! Δεν ντρέπεσαι; Ρεζίλι με έχεις κάνει!]

Μετά από μερικές εκατοντάδες “Αα -χου-το -χου-το”, και αφού το χρυσό άρχισε να σκούζει σπαρακτικά, καταταραγμένο από τα πολλαπλά “κούτσου – κούτσου”, αποφάσισαν ότι ήλθε η ώρα να την κάνουν σιγά – σιγά.

- Τασία μου, Λίλυ μου, άντε, να πηγαίνουμε, θα έρθουμε και στο σπίτι!
Αχ, να το χαίρεστε! Να σας ζήσει!

- Ευχαριστούμε! Ευχαριστούμε! Αντε, και στα δικά σας!
Αντε, γιατί αργήσατε, αργήσατε! Αντε, γιατί τα χρόνια περνάνε!
Αντε, καλέ! Με το καλό, με το καλό!

Λίγο αργότερα, το ασημί Nissan Micra είχε ήδη εγκαταλείψει το parking του διάσημου μαιευτηρίου, και βρισκόταν μποτιλιαρισμένο στην κάθοδο της Κηφισίας.
Στο τιμόνι, Αυτή, ήταν σκεπτική, και -περιέργως- σιωπηλή. Ούτε που άκουγε το ραδιόφωνο και την γλυκειά φωνή της Πίτσας Παπαδοπούλου που πλημμύριζε το σαλόνι του Micra…
Στο επόμενο φανάρι, και με την ευκαιρία που ήταν κόκκινο, αποφάσισε τελικά ότι ήταν καιρός να επέμβει… Δεν πήγαινε άλλο…

- Δε μου λές;; Τί θα γίνει με σένα;; Εγώ πότε θα αποκτήσω εγγονάκι;; Ε;;

- Τί;

- Σε ρώτησα πότε θα αποκτήσω εγγόνι εγώ! Πότε, βρέ; Ε; Εγώ πότε θα γίνω γιαγιά;
Οχι δηλαδή ότι μου πάει να είμαι γιαγιά πάνω στο άνθος μου, αλλά, νά! Τώρα που είμαι νέα βρέ! Πότε; Οταν θα γεράσω; Ααααχ!!

- Τί λές καλέ τώρα; Εγώ είμαι μικρή ακόμα!

- Μικρή είσαι; Καλέ, μυαλό δεν έχεις στο κεφάλι σου; Τα έκλεισες τα 30!
Εγώ βρέ, σε έκανα στα 24! Τί θα γίνει; Τα χρόνια περνάνε!
Αχ!! Θα με φάει ο καημός βρέ! Θα με φάει η στενοχώρια!
Αχ! Ας όψεται ο αχαϊρευτος που σε είχε αστεφάνωτη τέσσερα χρόνια, ο άχρηστος!
Καλέ; Και σ’αυτό άχρηστος είναι; Ε;
Αχ! Που δεν τον ήθελες τον κύριο Λάζαρο, που της έκανε τρία παιδιά αυτηνής της στραβοποδάρας!  Και τό’λεγε αυτή, βρέ!…: “Μή κοιτάς τα πόδια μου τα στραβά, κοίτα την τύχη μου την ίσια!”.  Αχ! Που έλιωνε γιά σένα ο κύριος Λάζαρος!

Ο μονόλογος που άρχισε στην Κηφισίας, στο Μαρούσι, συνεχίστηκε σε όλη την Βασ. Σοφίας, αλλά και στην Βασ. Κωνσταντίνου. Διακοπτόταν μόνο κατά διαστήματα, πάντα από την ίδια φράση: “Μαμά, σταμάτα να μιλάς και ξεκίνα! Αναψε πράσινο!”.

Στο φανάρι της Καλλιρόης, τα αμυγδαλωτά μάτια Εκείνης είχαν ήδη αποκτήσει μία πολύ σκεπτική έκφραση. Ενα σωρό σκέψεις πλανιόταν στο εσωτερικό του ασημί Micra, που δεν ήταν και πολύ ευρύχωρο…

- Λές…; -είπε Εκείνη, σαφώς προβληματισμένη.

- Αμ, πώς! Ακου με εμένα, ξέρει η μάνα σου! -είπε Αυτή με απόλυτη σιγουριά.

- Α, όχι, όχι! Θα του το φέρω σιγά – σιγά!

- Αντε καλέ! Ακου με που σου λέω!

- Α, πα, πα! Δεν μπορώ, δεν μπορώ! Θα του το φέρω απαλά – απαλά!
Ασε, ξέρω εγώ!
 

Θα του το φέρει σιγά – σιγά ;;

Πώς ;;

Πόσο απαλά – απαλά, δηλαδή ;;

Φυσάει βοριάς στο τριάρι ;;
 

Η συνέχεια στο επόμενο

Συνέχεια από το προηγούμενο…  

Αθήνα, Μπραχάμι, 25 Ιουνίου 2001

  Είχε ήδη ξημερώσει ένα θαυμάσιο ηλιόλουστο πρωί, όχι πολύ ζεστό ευτυχώς. Το Μπραχάμι έλαμπε. Το ίδιο και η κουζίνα του διαμπερούς τρίφατσου τριαριού.
Εκείνη, είχε ξυπνήσει εδώ και 20 λεπτά, και παρ’ότι δεν είχε προλάβει να βαφτεί, ήταν εξίσου όμορφη όπως και βαμμένη, πράγμα σχεδόν ακατόρθωτο γιά τις περισσότερες προσεκτικά σπατουλαρισμένες γυναίκες, που συνήθως είναι τρομακτικές ως αγουροξυπνημένες.

- Καλημέρα αγάπη μου! -της είπε Εκείνος, κοιτάζοντάς την χαμογελαστά με τα πρησμένα από τον ύπνο μάτια του. Είχε ξυπνήσει με μία ανεξήγητα καλή διάθεση εκείνο το πρωί…

- Καλημέρα γλυκέ μου! -του είπε Εκείνη, και τον πλησίασε με εκείνο το λικνιστικό βάδισμα που παρέμενε εντυπωσιακό παρ’όλες τις σαγιονάρες.  Του έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι στο μάγουλο, και του χαμογέλασε γλυκά, πεταρίζοντας χαριτωμένα τις χωρίς μάσκαρα βλεφαρίδες της.

Αρχισε να πίνει τον καφέ του ανάβοντας το πρώτο τσιγάρο της ημέρας, ενώ τα αμυγδαλωτά μάτια της τον κοίταζαν εξεταστικά…

- Καλέ; Τί όνειρο έβλεπες και παραμιλούσες;  Γλυκέ μου, με τρόμαξες μέσα στα άγρια μεσάνυχτα!

- Τί; Παραμιλούσα;; Εγώ; Τί έλεγα; Γιατί δεν με ξύπνησες;

- Αχ! Παραμιλούσες τόσο χαμογελαστά, που δεν ήθελα να σου χαλάσω το όνειρο!
Και είχες ένα τόσο ευτυχισμένο ύφος! Αχ! Δεν μπορείς να φαντασθείς!

- Τί έλεγα, που παραμιλούσα; Πές μου!

- Καλέ, θα σου πώ! Αλλά πές μου εσύ πρώτα το όνειρο!

- Καλά…  Ημασταν, λέει, σε έναν μεγάλο πολύ ωραίο δρόμο, σε μία μεγάλη ευθεία…

- Με πόσες λωρίδες;

- Μή με διακόπτεις! Με 3 λωρίδες ήτανε!

- Α…

- …λοιπόν, ήμασταν, λέει, στην μεγάλη ευθεία με το κυπαρισσί GLS, είχαμε αναμμένο και το air condition, και πηγαίναμε με 180. Και ακούγαμε μουσική στο ραδιοCD.

- Τί ακούγαμε;

- Αντζελα! Μή με διακόπτεις, σου είπα! Θα το ξεχάσω το όνειρο!

- Α… καλά…

- …λοιπόοοον: Και πηγαίναμε, και πηγαίναμε, και πηγαίναμε, και προσπερνούσαμε συνέχεια τα άλλα αυτοκίνητα που πήγαιναν σιγά.
Και πηγαίναμε, και πηγαίναμε, και μετά είδαμε δεξιά ένα πολύ μεγάλο, ωραίο βενζινάδικο.  Και σταματήσαμε στο βενζινάδικο.

- Και μετά;

- Μετά, κατέβασα το τζάμι, και του είπα του βενζινά, να το γεμίσει! Να το φουλάρει!

- Να το φουλάρει; Σοβαρά; Καλέ, εσύ στα βενζινάδικα τους λές πάντα να βάλουν 3 λίτρα!

- Αφού ήταν όνειρο! Μή με διακόπτεις!

- Και το φουλάρισε;

- Το φουλάρισε!

- Και τον πλήρωσες;

- Τον πλήρωσα!

- Καλέ, πώς; Τόσα πολλά λεφτά;

- Μή με διακόπτεις! Λοιπόοον: Τον πλήρωσα, και ξαναξεκινήσαμε! Και μετά, ο δρόμος άρχισε να έχει στροφές. Πολλές στροφές. Και μετά, πείνασα.

- Πείνασες; Δεν είχες φάει;

- Είχα φάει φακές, και μία ελιά… 

- Οδηγώντας;

- Οχι! Δεν ήταν στο όνειρο οι φακές!

- Α… Και μετά;

- Και μετά, που λές, είδαμε δεξιά μία πολύ ωραία ψησταριά κάτω από έναν πλάτανο. Και που λές, σταματήσαμε στην ψησταριά, και καθίσαμε σε ένα τραπέζι γιά 6 άτομα!

- Σοβαρά;

- Ναί! Και αρχίσαμε και παραγγέλναμε, και παραγγέλναμε, και παραγγέλναμε!
Τί παϊδάκια, τί κοκορέτσια, τί αρνιά σούβλας με τα κιλά! Μπομπάρια, λουκάνικα, σουβλάκια, μπριζόλες χοιρινές, μοσχαρίσιες, κεφαλάκια αρνίσια! Παραγγέλναμε, μέχρι που γέμισε το τραπέζι, και δεν χωρούσε άλλο!

- Αυτό, των 6 ατόμων;

- Ναί!

- Πήραμε και τζατζίκι που μου αρέσει;

- Νομίζω, ναί…

- Και μετά;

- Ε, αρχίσαμε και τρώγαμε, και τρώγαμε, και τρώγαμε!  Δε μου λές; Τί θα γίνει; Θα μου πείς τί έλεγα όταν παραμιλούσα;

- Θα σου πώ καλέ! Λοιπόν, μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, άρχισες και φώναζες:  “Πού’σαι, Μάστορα! Πιάσε άλλο ένα σπληνάντερο! Α! Και ένα κοντοσούβλι, δυό κοκορέτσια ακόμα, και δυό μοσχαρίσιες καλοψημένες!”

- Φώναζα εγώ τέτοιο πράγμα;!;

- Ναί, γλυκέ μου!  Αφού σου λέω, αλαφιάστηκα μέσα στ’άγρια μεσάνυχτα! Κατατρόμαξα!  Αλλά, πές μου τί έγινε μετά στο όνειρο! Εχω αγωνία!

- Α, ναι… Λοιπόν, μετά, του είπες εσύ ότι δεν θέλεις άλλη από αυτές τις τεράστιες μοσχαρίσιες, και να σου φέρει ένα ψαρονέφρι.

- Αχ, ναί, μου αρέσει το ψαρονέφρι! Και μετά;

- Μετά, παραγγείλαμε και γουρουνόπουλο σούβλας.

- Καλέ, τί λές; Εφαγα εγώ γουρουνόπουλο σούβλας; Ξέρεις πόσες θερμίδες έχει;

- Α, δεν ξέρω, δεν ξέρω… Μετά ξύπνησα.  Ξύπνησα, αλλά πεινούσα, παρ’όλο το γουρουνόπουλο!

- Πεινούσες;!; Πώς πεινούσες;  Αλλά, τί λέω καλέ;  Αφού το γουρουνόπουλο ήταν στο όνειρο!  Γλυκέ μου, πεινούσες, γιατί χθές δεν έφαγες όλες τις φακές σου!  Ούτε και τις δύο ελιές σου! Εφαγες μόνο τη μία!

Μερικά λεπτά αργότερα, και ενώ Εκείνος άναβε το τέταρτο τσιγάρο της ημέρας, προσπαθώντας να καταπολεμήσει την πείνα που τον είχε κυριεύσει πρωί – πρωί, Εκείνη έδειχνε αρκετά σκεπτική…

- Λοιπόν, αυτό το όνειρο μου φαίνεται σημαδιακό! Θα πάρω την Μαμά που ξέρει από όνειρα να μου πεί τί σημαίνει!

- Ωωχχχ…

- Πώς;

- Τίποτα, τίποτα… Φεύγω! Αργησα!

Μετά από μία ώρα, το τηλέφωνο είχε ανάψει, και ο ΟΤΕ ήταν πανευτυχής…

- …ναί, καλέ Μαμά! Αφού σου λέω, με το γουρουνόπουλο τελείωσε το όνειρο!

- Φώς-Φανάρι! -απεφάνθη η μοχθηρή, υψίσυχνη φωνή Αυτής, από την άλλη άκρη της γραμμής, στα Σούρμενα. 
Και το τσιριχτό γέλιο της, που θα μπορούσε άνετα να κάψει οποιοδήποτε tweeter, διαπέρασε τα καλώδια, και έφθασε μέχρι το Μπραχάμι, κάνοντας Εκείνη να τραβήξει απότομα το ακουστικό από το αυτί της…

- Φώς-Φανάρι; Τί θα πεί αυτό;

- Ναί, καλέ! Φώς-Φανάρι!  “Ο νηστικός καρβέλια ονειρεύται”!!

- Τί λές καλέ Μαμά; Ποιά καρβέλια; Κοψίδια ονειρευόταν!

- Αχ, κοριτσάκι μου αθώο! Απονήρευτο! Πεινάει βρέ! Πεινάει!!  Γι’αυτό ονειρεύεται καρβέλια -συγγνώμη, κοψίδια! -εξήγησε Αυτή, όσο πιό τσιριχτά μπορούσε…
Και μετά από μία μικρή παύση, κατά την οποία ξαναξεκαρδίστηκε κακαριστά, συνέχισε ακάθεκτη:
- Αχ, κοριτσάκι μου, που θα σε πεθάνει στην πείνα ο αχαϊρευτος! Αμ, στα έλεγα εγώ! Αλλά δεν τον ήθελες τον κύριο Λάζαρο τον κρεοπώλη, τον νοικοκύρη τον άνθρωπο, τον προκομένο! Εσύ, εκεί! Τον άχρηστο!  Αλλά, πού να την ακούσεις τη μάνα σου! Αγύριστο κεφάλι! Ιδια ο πατέρας σου! Ξεροκέφαλη!

Ο μονόλογος συνεχίσθηκε γιά άλλα 20 λεπτά, μέχρι που Εκείνη αποφάσισε να κλείσει το τηλέφωνο, και να επιστρέψει στην κουζίνα, να βάλει τα ρεβύθια να μουλιάζουν από νωρίς, γιατί δεν ήταν και πολύ βραστερά. 
Μιά σκιά καχυποψίας είχε αντικαταστήσει τη μάσκαρα στα αμυγδαλωτά μάτια της εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό…
 

Πόσο θα κρατούσε αυτή η σκιά ;;

Περισσότερο απ’όσο αντέχει συνήθως η μάσκαρα ;;
 

Η συνέχεια στο επόμενο

ΕΚΕΙΝΟΣ, ΕΚΕΙΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ GLS

Μία αισθηματική αυτοκινητική νουβέλα με φόντο το μαγευτικό Μπραχάμι.
Ενα διαμπερές τριάρι, ένα κυπαρισσί GLS, και δύο τραγικές φιγούρες.
Ο οδυνηρός κόσμος μιάς ψευδαίσθησης.
Μία αγωνιώδης πορεία προς την αυτοκαταστροφή...
smoking
Copyright © H.Constantinos
gilda1

Αρχείο

Driving and Shooting
wordpress visitors

Σελίδες

 

Μαρτίου 2007
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ   Απρ »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031